Σάμουελ φαν Χουγκστράτεν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αυτοπροσωπογραφία, π. 1647, λάδι σε μουσαμά, 102 x 79 εκ., Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη

O Σάμουελ φαν Χουγκστράτεν (Samuel van Hoogstraten, 2 Αυγούστου 1627 - 19 Νοεμβρίου 1678) ήταν Ολλανδός ζωγράφος, χαράκτης και συγγραφέας, του οποίου το έργο ανήκει χρονικά στη «Χρυσή Εποχή» (1584-1702) της Ολλανδίας. Στη διάρκεια της ζωής του καταξιώθηκε ως ζωγράφος και ποιητής, γνωστός επίσης ως μαθητής του Ρέμπραντ. Από το συγγραφικό του έργο ξεχωρίζουν τα γραπτά κείμενα που σχετίζονται με το έργο του δασκάλου του, καθώς και μία πραγματεία για τη ζωγραφική στα τέλη του 17ου αιώνα, με τίτλο Εισαγωγή στην Aκαδημία της ζωγραφικής ή του ορατού κόσμου (Inleyding tot de hooge schoole der schilderkonst, anders de zichtbaere werelt, 1678).

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Χούγκστρατεν ήταν το μεγαλύτερο από τα επτά παιδιά του Ντιρκ φαν Χουγκστράτεν (1596-1640) και της Μέικεν ντε Κόνικ (Maeiken de Conick, 1598-1645). Οι γονείς του ανήκαν σε οικογένειες Μεννονιτών καλλιτεχνών που εγκαταστάθηκαν στο Ντόρντρεχτ, στην επαρχία της Νότιας Ολλανδίας, στα τέλη του 16ου αιώνα. Αρκετοί από τους συγγενείς του ήταν εγγεγραμμένοι στη συντεχνία του Αγίου Λουκά της Αντβέρπης, ενώ ο πατέρας του, ο οποίος είχε εκπαιδευτεί ως χρυσοτέχνης πριν ασχοληθεί με τη ζωγραφική, αναφέρεται στον κατάλογο των καλλιτεχνών τής συντεχνίας τού Αγίου Λουκά τού Ντόρντρεχτ. Σύμφωνα με κείμενα του ιδίου, ο Χούγκστρατεν εκπαιδεύτηκε στη ζωγραφική και τη χαρακτική τέχνη αρχικά υπό την εποπτεία του πατέρα του, μέχρι το θάνατό τού τελευταίου, το 1640. Κατόπιν εγκαταστάθηκε στο Άμστερνταμ, όπου – πιθανότατα το 1642 – εκπαιδεύτηκε στο εργαστήριο του Ρέμπραντ, παραμένοντας εκεί για αρκετά χρόνια και ερχόμενος σε επαφή με πολυάριθμους μαθητές του, που αργότερα ξεχώρισαν για τις ικανότητές τους. Ανάμεσα στα παλαιότερα σωζόμενα έργα του Χουγκστράτεν, υπάρχουν πίνακες, χαρακτικά και σχέδια που μαρτυρούν την προσπάθεια μίμησης της τεχνοτροπίας του Ρέμπραντ, στον οποίο αποδίδονταν μάλιστα ορισμένα από αυτά, κατά το παρελθόν. Τα πρώτα έργα τού Χουγκστράτεν χρονολογούνται το 1644, μεταξύ αυτών δύο αυτοπροσωπογραφίες, που μαρτυρούν το έντονο ενδιαφέρον του στην απεικόνιση του εαυτού του, το οποίο διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του, φιλοτεχνώντας πολυάριθμες αυτοπροσωπογραφίες. Η επίδραση του Ρέμπραντ υπήρξε καταλυτική στο έργο του, ακόμα και μετά την επιστροφή του στο Ντόρντρεχτ, στα τέλη της δεκαετίας του 1640. Στη γενέτειρά του, ο Χουγκστράτεν ενσωματώθηκε παράλληλα στους λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης, δημοσιεύοντας ποιήματά του. Το 1650 εκδόθηκε επίσης το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο Shoone Rosalin (Όμορφη Ροζαλίν). Σύμφωνα με μία επιστολή του 1671, υπήρξε για ένα διάστημα ζωγράφος της βασιλικής αυλής, φιλοτεχνώντας προσωπογραφίες των μελών της. Το Μάιο του 1651, εγκατέλειψε το Ντόρντρεχτ ταξιδεύοντας στη Γερμανία και την Ιταλία, ενώ εργάστηκε επίσης στην υπηρεσία του αυτοκράτορα της Βιέννης, Φερδινάνδου Γ' μέχρι το 1655, χρονιά κατά την οποία επέστρεψε στο Ντόρντρεχτ. Στη διάρκεια της παραμονής του εκτός Ολλανδικών συνόρων, ήρθε σε στενή επαφή με τους καλλιτεχνικούς κύκλους των πόλεων που επισκέφτηκε. Το 1651, έλαβε τιμητικό μετάλλιο από τον αυτοκράτορα Φερδινάνδο Γ' σε αναγνώριση των υπηρεσιών που πρόσφερε ως ζωγράφος.

H αναιμική γυναίκα, π. 1667, λάδι σε μουσαμά, 69,5 x 55 εκ., Rijksmuseum, Άμστερνταμ

Το Μάιο του 1656, ο Χούγκστρατεν παντρεύτηκε την Sara Balen, μέλος επιφανούς οικογένειας του Ντόρντρεχτ και ανηψιά του ιστορικού Matthys Balen, πράξη για την οποία όμως εκδιώχθηκε από την κοινότητα των Μεννονιτών. Τον Ιανουάριο του 1657, o ίδιος εισχώρησε επισήμως στην προτεσταντική θρησκευτική κοινότητα. Τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε το έργο του Den eerlijk jongeling, ofte de edele konst van zich by groote en kleyne te doen eeren en beminnen (Η αξιότιμη νεότητα, ή η ευγενής τέχνη του να τιμάται κάποιος από όλους), ένα είδος εγχειριδίου των αυλικών, βασισμένο στο παλαιότερο έργο του Nicolas Faret Honneste Homme ou l’art de plaire à la cour (1631). H επιτυχία που είχαν τα έργα του στο εξωτερικό, καθώς και οι προσωπικές γνωριμίες και διασυνδέσεις του, τού εξασφάλισαν αρκετές παραγγελίες, κυρίως για προσωπογραφίες. Ο Χουγκστράτεν εξακολούθησε να φιλοτεχνεί προσωπογραφίες και ιστορικούς πίνακες, ωστόσο δεν δίστασε να ολοκληρώσει επίσης συνθέσεις με καθημερινά θέματα ή ρωπογραφίες, στα πρότυπα άλλων καλλιτεχνών όπως του Γιοχάνες Βερμέερ. Παρά την επιτυχημένη καλλιτεχνική του σταδιοδρομία στο Ντόρντρεχτ, ο Χουγκστράτεν εγκαταστάθηκε το 1662 στο Λονδίνο, όπου εξασφάλισε παραγγελίες από αριστοκρατικούς κύκλους της πόλης. Την περίοδο αυτή φιλοτέχνησε τον πίνακα Άποψη ενός διαδρόμου (1662, National Trust, Dyrham Park), με παραγγελιοδότη τον γραμματέα του Δούκα τού Γιορκ, Thomas Povey. Το έργο αυτό, που χαρακτηρίζεται από μία ιδιόμορφη προοπτική, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα ανάλογων συνθέσεων που ολοκλήρωσε κατά την παραμονή του στο Λονδίνο, η οποία διήρκεσε μέχρι το 1666.

Τα επόμενα πέντε χρόνια έζησε στη Χάγη και το 1671 επέστρεψε στο Ντόρντρεχτ όπου παρέμεινε μέχρι το θάνατό του. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, η παραγωγικότητά του περιορίστηκε εξαιτίας των προβλημάτων της υγείας του, με αποτέλεσμα να καταγράφονται λίγα έργα, μεταξύ αυτών οι αναπαραστάσεις που φιλοτέχνησε για την πραγματεία που έγραψε το 1668, καθώς και για το βιβλίο Beschryvinge der stadt Dordrecht του Balen, σχετικά με την ιστορία της πόλης του Ντόρντρεχτ.

Η πραγματεία για τη ζωγραφική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πλέον φιλόδοξο και σημαντικό συγγραφικό έργο τού Χουγκστράτεν υπήρξε η πραγματεία για τη ζωγραφική, με τίτλο Εισαγωγή στην Aκαδημία της ζωγραφικής ή του ορατού κόσμου (Inleyding tot de hooge schoole der schilderkonst, anders de zichtbaere werelt) που εκδόθηκε το 1678, λίγους μήνες πριν το θάνατό του. Το έργο συνδυάζει θεωρητικά θέματα με ανεκδοτολογικές αναφορές στη ζωή τού συγγραφέα και συνιστά παράλληλα μία από τις σημαντικές πηγές πληροφοριών και κριτικής για την Ολλανδική ζωγραφική και τους καλλιτέχνες της εποχής. Για τους ιστορικούς της τέχνης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναφορές στον Ρέμπραντ, στις μεθόδους εργασίας του και στο εργαστήριό του. Για τη συγγραφή της πραγματείας, ο Χουγκστράτεν βασίστηκε σε ένα ευρύ φάσμα λογοτεχνικών πηγών, τόσο αρχαίων όσο και σύγχρονων. Αρκετές αναφορές παραπέμπουν στα έργα De schilderkonst der oude (Η Τέχνη των Αρχαίων) του Francis Junius και Schilder-boeck (1603-04) του Karel van Mander, ενώ υλικό αντλήθηκε επίσης από γραπτά του Άλμπρεχτ Ντύρερ και τις πραγματείες του Willem Goeree. Ο Χουγκστράτεν διαίρεσε την πραγματεία σε συνολικά εννέα βιβλία, το καθένα από τα οποία ήταν αφιερωμένο σε μία από τις εννέα Μούσες. Το έργο εκδόθηκε από τον αδελφό τού Χουγκστράτεν, ωστόσο δεν εκτιμήθηκε εξίσου με το προγενέστερο έργο του van Mander, με αποτέλεσμα να μην επανεκδοθεί μελλοντικά. Εξακολουθεί, παρόλα αυτά, να αποτελεί σημείο αναφοράς, ειδικότερα για την κριτική παρουσίαση τού έργου και της διδασκαλίας τού Ρέμπραντ.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • C. Brusati: 'Hoogstraten [Hoogstraeten], Samuel van', Grove Art Online, Oxford University Press, 23 Δεκεμβρίου 2006
  • Samuel Dirksz van Hoogstraten, Encyclopædia Britannica, 11η έκδοση, 1911

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα