Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787-1792)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787-1792)
Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι
Sturm Ochakov.jpg
Η Πολιορκία του Οτσάκοφ
Ημερομηνία 12 Αυγούστου 1787 - 9 Ιανουαρίου 1792
Τόπος Μολδαβία, Βεσσαραβία, Βλαχία, Μπουντζάκ, Σερβία, Μαύρη Θάλασσα
Έκβαση Νίκη των Ρώσων
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα

Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος 1787-1792 άρχισε το 1787 και τελείωσε το 1792, με τους Ρώσους και τους Αυστριακούς από την μια πλευρά, και τους Τούρκους από την άλλη. Αιτία του πολέμου ήταν η προσπάθεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να ανακαταλάβει τα εδάφη (Κριμαία) που έχασε κατά τον Ρωσοτούρκικο πόλεμο του 1768-1774. Ο πόλεμος τελείωσε με ήττα των Τούρκων και με την υπογραφή της Συνθήκης του Ιάσιου.

Τα πολεμικά γεγονότα στη Ρουμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 24 Αυγούστου 1787, οι Οθωμανοί κήρυξαν πόλεμο κατά της Ρωσικής αυτοκρατορίας και φυλάκισαν το Ρώσο πρεσβευτή στο Επταπύργιο. Μετά την αποτυχημένη επίθεση των Τούρκων (1787) και την πτώση του Οτσάκοφ από την αντεπίθεση των Ρώσων (1788), ο πόλεμος μεταφέρθηκε στα εδάφη της Ρουμανίας. Ο τότε ηγεμόνας της Βλαχίας Νικόλαος Μαυρογένης είχε αρχίσει άμεσα οχυρωματικά έργα γύρω από το Βουκουρέστι και είχε οργανώσει δικό του στρατό 5-10.000 ανδρών, πράγμα που δεν είχε κάνει κανένας από τους προηγούμενους ηγεμόνες. Οι άνδρες αυτοί όμως ήσαν, ως επί το πλείστον, ανεκπαίδευτοι και απείθαρχοι. Επίσης ο Μαυρογένης ζήτησε από τον Οθωμανικό στρατό να ενισχύσει τα σύνορα προς την Τρανσυλβανία που κατείχαν οι Αψβούργοι.

Στις 21 Νοεμβρίου 1787 Αυστριακός στρατός 20.000 ανδρών υπό τον πρίγκιπα Ιωσία του Κόμπουργκ άρχισαν επιθέσεις στη Βλαχία και κατέλαβαν οχυρωμένα μοναστήρια, όπως το Σινάια (Sinaia). Δύο μήνες αργότερα μαθεύτηκε στο Βουκουρέστι ότι οι Ρώσοι υπό τον στρατηγό Σουβόροφ είχαν εισέλθει στη Μολδαβία. Επειδή κάποιοι από τους βογιάρους αυτομόλησαν προς τους Ρώσους, ο Μαυρογένης συνέλαβε πολλούς βογιάρους και τους έκλεισε σε ένα κάστρο.

Στις 9 Φεβρουαρίου 1788, ο αυτοκράτωρ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Ιωσήφ Β΄ κήρυξε επίσημα τον πόλεμο « για να ελευθερώσει τους Ρουμάνους από τον Οθωμανικό ζυγό». Ύστερα από τη σύλληψη του Αλέξανδρου Υψηλάντη από τους Αυστριακούς, ο Μαυρογένης χρίστηκε από τον Σουλτάνο και πρίγκιπας της Μολδαβίας, καθώς και λίγο αργότερα αρχιστράτηγος των τουρκικών στρατευμάτων. Ο Μαυρογένης με 11.000 δικούς του στρατιώτες και με 15.000 Τούρκους κέρδισε τις μάχες στο Târgu Jiu και στο Câmpulung και εμπόδισε την εισβολή των Αυστριακών για ένα περίπου χρόνο. Ενθαρρυμένος από αυτές τις νίκες επιτέθηκε στο Kronstadt ( το σημερινό Μπρασόφ ) από τον Ιούλιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1788, αλλά δεν κατόρθωσε να καταλάβει την πόλη.

Μετά το θάνατο του Αμπντούλ Χαμίτ Α΄ ο νέος σουλτάνος, ο Σελίμ Γ΄, έστειλε τον Απρίλιο του 1789 για ενίσχυση του Μαυρογένη μόνο 5-6.000 στρατιώτες από τη Ρούμελη. Τον ίδιο χρόνο ο ενωμένος στρατός των Ρώσων και των Αψβούργων προκάλεσε πολύ μεγάλες απώλειες στο Βλαχο-Οθωμανικό στρατό του Κοτζά Γιουσούφ-πασά στις μάχες της Φωξάνης και του Ρίμνικ. Φοβούμενος την αιχμαλωσία του, ο Μαυρογένης εγκατέλειψε το Βουκουρέστι στις 26 Οκτωβρίου, ενώ ο πληθυσμός της πόλης καλωσόρισαν το στρατό του πρίγκιπα Coburg.

Οι κάτοικοι του Βουκουρεστίου καλωσορίζουν τον πρίγκιπα Ιωσία του Coburg το 1789

Τον Ιούνιο 1790, ενισχυμένος με νέες Οθωμανικές δυνάμεις ο Μαυρογένης κατέλαβε το Καλαφάτι, αλλά στη συνέχεια νικήθηκε από τον Αυστριακό στρατό. Ο νικημένος Έλληνας ηγεμόνας, που τόλμησε να πολεμήσει ταυτόχρονα με δύο αυτοκρατορίες, υποχρεώθηκε να περάσει με βάρκα το Δούναβη και να περιφέρεται από χωριό σε χωριό της Βουλγαρικής όχθης μέχρι το Σεπτέμβριο του 1790, οπότε τον σκότωσε απεσταλμένος του Ρουστσουκλί Χασάν πασά, διαδόχου του Γιουσούφ-πασά στη θέση του μεγάλου βεζίρη, ο οποίος και έστειλε το κεφάλι του στην Κωνσταντινούπολη.


Πολεμικά γεγονότα στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς η Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας προέβλεπε το διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και θεωρούσε τη Ρωσία διάδοχο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ήταν έτοιμη να ανοίξει μέτωπο και στον Ελλαδικό χώρο. Όπως μάλιστα προκύπτει από την αλληλογραφία της με τον Ιωσήφ Β΄ των Αψβούργων , είχε απώτερο σκοπό να χρίσει τον εγγονό της Κωνσταντίνο βασιλιά των Ελλήνων. Το 1787 η αυτοκράτειρα της Ρωσίας έστειλε πράκτορες για να ξεσηκώσουν τους Έλληνες εναντίον των Τούρκων στη στεριά και στη θάλασσα (όπως π.χ., τον γνωστό από τα Ορλωφικά, Αντώνιο Ψαρό και αργότερα το Ρώσο στρατηγό Βασίλειο Ταμάρα) .

Πράκτορας ήταν και ο Λουδοβίκος (Λουίτζι) Σωτήρης, που δραστηριοποιήθηκε στο Σούλι. Εκείνη την εποχή, το 1788, το πασαλίκι των Ιωαννίνων ανέλαβε ο άλλοτε πασάς του Τεπελενίου Αλής. Αυτός, σκληρός και φιλόδοξος ηγέτης, προσπαθούσε να παγιώσει την κυριαρχία του, ενώ οι Σουλιώτες ασπάσθηκαν πρόθυμα το κήρυγμα του Σωτήρη για εξέγερση. Τον επόμενο χρόνο (1789) δήλωσαν έγγραφα την απόφασή τους να κινηθούν εναντίον των Οθωμανών και του Αλή πασά. Ο Αλής, όταν το πληροφορήθηκε, εκστράτευσε πρώτος εναντίον τους, αλλά μετά από ένα τετράμηνο υποχρεώθηκε σε ανακωχή. Έτσι άρχισε ο μακροχρόνιος πόλεμος του Αλή πασά για την υποταγή των Σουλιωτών.

Πολεμικά γεγονότα στο Αιγαίο και στο Ιόνιο προκλήθηκαν από μικρούς στολίσκους που δημιούργησαν οι Ρώσοι αλλά κυρίως από τη δράση του Λάμπρου Κατσώνη. Ο Κατσώνης κατά την περίοδο των Ορλωφικών είχε ενταχθεί στο Ρωσικό στρατό. Το 1787 αποσπάσθηκε στο ναυτικό με εντολή του Ποτέμκιν και το 1788 εφοδιασμένος με ειδική άδεια να καταρτίσει στόλο στάλθηκε στην Τεργέστη. Εκεί και με τη βοήθεια της ελληνικής παροικίας εξόπλισε τη φρεγάτα «Αθηνά της Άρκτου» με την οποία άρχισε τις επιχειρήσεις στο Ιόνιο. Στα Κύθηρα ενισχύθηκε με Έλληνες εθελοντές, αύξησε τον αριθμό των πλοίων του με προσχώρηση υδραίικων καραβιών και με συλλήψεις εχθρικών πλοίων, κυρίευσε το τουρκικό φρούριο του Καστελλόριζου και κατανίκησε ανατολικά της Καρπάθου την τουρκική μοίρα που στάλθηκε εναντίον του.

Την επόμενη χρονιά, 1789, με ορμητήριο την Κέα και με σύμπραξη μοίρας του Γουλιέλμου Λορέντσι, υπό Ρωσική σημαία, επιτέθηκαν στο Θερμαϊκό. Στη συνέχεια έφτασε μέχρι τα Δαρδανέλλια και νίκησε τουρκικό στόλο στις Κυκλάδες. Το 1790 συνέχισε τους αγώνες του με συμπολεμιστή τον Ανδρίτσο, πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Όμως τον Μάιο του 1790, μετά από ισχυρή τουρκική επίθεση που δέχθηκε στο ακρωτήρι του Καφηρέα (Κάβο Ντόρο), αναγκάσθηκε να αποσυρθεί. Το 1791, και ενώ προετοιμάστηκε για νέα εξόρμηση, μετά τη ρωσοτουρκική συνθήκη που ανέτρεψε τα σχέδιά του για απελευθέρωση του Γένους ή έστω για δημιουργία μικρού νησιωτικού ελληνικού κράτους, ένοιωσε μεγάλη απογοήτευση και αποφάσισε να συνεχίσει τον αγώνα μόνο με τις δικές του δυνάμεις. Με τη σύμπραξη του Ανδρίτσου προσορμίσθηκε και οχυρώθηκε στο Πόρτο Κάγιο της Μάνης . Εκεί δέχθηκε επίθεση από ξηρά και θάλασσα από τους Τούρκους με τους οποίους συνέπραττε και γαλλική φρεγάτα. Αντιστάθηκε ηρωικά αλλά, κινδυνεύοντας να συλληφθεί, διέφυγε στην Ιθάκη και από εκεί στη Ρωσία, όπου αργότερα του απονεμήθηκε ο βαθμός του συνταγματάρχη και η αυτοκράτειρα του δώρισε κτήμα στην Κριμαία, το οποίο και ονόμασε Λιβαδιά.

Την ίδια χρονιά (1791) ο Αλή πασάς, έστειλε αντιπροσώπους να συζητήσουν με το Ρώσο στρατηγό Ταμάρα σχέδιο συμμαχίας, που θα αναγνώριζε την ίδρυση ενός ανεξάρτητου κράτους υπό την ηγεσία του. Ταυτόχρονα επιχείρησε τη δίωξη των κλεφταρματολών της Ηπείρου και της Θεσσαλίας καθώς και των Σουλιωτών. Οι μάχες με τους Σουλιώτες υπήρξαν σκληρές καθώς ο Αλής, αφού συνέλαβε με δόλο τον γιό του Λάμπρου Τζαβέλα ως όμηρο, τον Μάιο του 1792 συγκέντρωσε 10000 άνδρες, οι οποίοι επιτέθηκαν με άγριο φανατισμό εναντίον των Σουλιωτών. Τελικά οι επιτιθέμενοι αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν. Ο Λάμπρος Τζαβέλας που μαζί με τον Γεώργιο Μπότσαρη διεύθυνε τις επιχειρήσεις των Σουλιωτών τραυματίσθηκε βαριά.


Επίλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον πόλεμο που κήρυξε ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Α΄, παρασυρμένος από κακούς συμβούλους, κατέληξε σε βάρος των Οθωμανών, που έχασαν την περιοχή μεταξύ του ποταμού Μπουγκ και του Δνείστερου, όπου και το φρούριο Οτσάκοφ. Η κήρυξη του πολέμου έδωσε στους Ρώσους, αλλά και στους Αυστριακούς, την ευκαιρία για την απόσπαση μέρους των παραδουνάβιων ηγεμονιών από τη φθίνουσα Οθωμανική αυτοκρατορία.

Ο Ν. Μαυρογένης υπήρξε ο μόνος, μετά από πολλά χρόνια, που κάλεσε τους Ρουμάνους να υπερασπισθούν την πατρίδα τους και κατάφερε να προστατεύσει τη Βλαχία από προσάρτηση στους Αυστριακούς ή τους Ρώσους. Αν δεν υπήρχε η ηρωική και μακρά αντίσταση του Μαυρογένη οι αντίπαλοι θα είχαν πετύχει να καταστρέψουν την Οθωμανική αυτοκρατορία και να μοιρασθούν τα κομμάτια της. Παρά την τελική ήτα του, το γεγονός ότι παρουσιάσθηκε στην πολεμική σκηνή ένας Ρουμανικός στρατός επηρέασε ακόμη και τους νικητές στη στάση τους.

Ο Β΄ Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787-1792) αν και περιορίστηκε στα βόρεια σύνορα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας είχε επιπτώσεις στον ελληνικό χώρο, όχι όμως τόσες όσες ο προηγούμενος Α΄ Ρωσοτούρκικος πόλεμος του 1768-1774. Τα τρία χρόνια που ο Λάμπρος Κατσώνης (1788-1791) κυριαρχούσε στο Αιγαίο, μαχόμενος χωρίς ουσιαστική βοήθεια από τους Ρώσους, δημιούργησε σοβαρότατο αντιπερισπασμό στους Τούρκους, οι οποίοι αναγκάστηκαν να διασπάσουν το στόλο τους, που θα στέλλονταν στη Μαύρη Θάλασσα, αλλά και να διατηρήσουν στρατό στα παράλια του Αιγαίου.

Υπό την πίεση και της Γαλλικής επανάστασης, η Αυστρία σύναψε συνθήκη ειρήνης με την Πύλη στις 4 Αυγούστου 1791, ενώ η Ρωσία σύναψε ειρήνη στο Ιάσιο στις 9 Ιανουαρίου 1792. Με τη Συνθήκη του Ιασίου (1792) διαψεύστηκαν οριστικά οι ελπίδες του Γένους για ρωσική βοήθεια και οι Έλληνες πρωτεργάτες της επανάστασης στράφηκαν αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις.



Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]