Ρωμανός Δ' Διογένης
Δίπτυχο σε ελεφαντόδοτη πλάκα με τον Ρωμανό Διογένη και τη σύζυγό του Ευδοκία, Εθνική Βιβλιοθήκη Γαλλίας. |
|
| Αυτοκράτωρ του Βυζαντίου | |
|---|---|
| Περίοδος εξουσίας | |
| 1068-1071 | |
| Προκάτοχος | Κωνσταντίνος Ι' Δούκας |
| Διάδοχος | Μιχαήλ Ζ' |
| Σύζυγος | Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα |
| Επίγονοι | Κωνσταντίνος Διογένης, Νικηφόρος Διογένης, Λέων Διογένης |
| Πατέρας | Κωνσταντίνος Διογένης |
| Γέννηση | 1030 |
.
Αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο Ρωμανός Δ' Διογένης έμεινε στο θρόνο από το 1068 ως το 1071. Γεννήθηκε το 1032 στην Καππαδοκία και καταγότανε από οικογένεια γαιοκτημόνων. Διακρίθηκε ως στρατιωτικός διοικητής στην υπηρεσία του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι' Δούκα και του Ισαάκιου Α' Κομνηνού. Μάλιστα το 1064 ως διοικητής της Σερδικής (Σόφια) απώθησε τους Πετσενέγους επιδρομείς των Βαλκανίων.
Πίνακας περιεχομένων |
[Επεξεργασία] Βασιλεία
Μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι' Δούκα, η νεαρή χήρα του Ευδοκία, αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί, παρά τον όρκο της στον άντρα της λίγο πριν πεθάνει να μην ξαναπαντρευτεί ποτέ. Σύντομα κατόρθωσε να πείσει τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να την απαλλάξει από τη δέσμευσή της, ενώ ταυτόχρονα επιλέγει ως νέο της σύζυγο έναν ευγενή απόγονο στρατιωτικής οικογένειας από την Καππαδοκία, γενναίο και ικανό στρατηλάτη, ταυτόχρονα όμως ισχυρογνώμονα και συχνά βίαιο, το Ρωμανό Δ’ Διογένη. Φαίνεται ότι βασικό κριτήριο στην επιλογή του Ρωμανού από την Ευδοκία ήταν όχι μόνο η προσωπικότητα του Ρωμανού, αλλά και η συναίσθηση από πλευράς της του κινδύνου που αντιμετώπιζε το κράτος υπό την απειλή των εξωτερικών εχθρών του και τη διάλυση του στρατού.
Υπό διωγμό τον καιρό του Δούκα, ο Ρωμανός είχε αντιληφθεί έγκαιρα τον τουρκικό κίνδυνο. Αμέσως μετά το γάμο και τη στέψη του, ξεκινά προσπάθεια ανασυγκρότησης του Βυζαντινού στρατεύματος. Ο Ρωμανός για να ενδυναμώσει το βυζαντινό στράτευμα στρατολόγησε, εκπαίδευσε και τοποθέτησε σε όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας, μισθφόρους που συνολικά αριθμούσανε τους 100.000. Οι καταγωγή αυτών ήταν από την Ιβηρία της Αρμενίας, ήταν Σλάβοι, Τουρκομάνοι, Χαζάροι, Γότθοι, Αλανοί, Κουμάνοι, Πετσενέγοι, Φράγκοι και Νορμανδοί. Σύντομα όμως, έγινε στόχος των αριστοκρατών της Κωνσταντινούπολης, του Μιχαήλ Ψελλού, εκπρόσωπου του κατεστημένου της Πρωτεύουσας, αλλά κυρίως της οικογένειας των Δουκών, που προόριζαν τον ανηψιό του Κωνσταντίνου και γιό της Ευδοκίας, Μιχαήλ για διάδοχο.
Το 1068 και 1069 τον βρίσκει να πραγματοποιεί εκστρατείες στα ανατολικά σε αναζήτηση του τούρκου πολέμαρχου Αλπ Αρσλάν. Είναι εκπληκτικό το ότι παρά την κακή κατάσταση του στρατού, είχε κάποιες επιτυχίες στα μέτωπα. Παρ’ όλα αυτά δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τους Τούρκους όπως επιθυμούσε, δηλαδή σε μάχη εκ παρατάξεως. Είναι γεγονός ότι βασικός στόχος των Τούρκων ήταν η Αίγυπτος, βάσει θρησκευτικών διαφορών με τους Φατιμίδες, και όχι το Βυζάντιο. Στην πορεία όμως ο Αλπ Αρσλάν αναγκάστηκε για διάφορους λόγους να στραφεί κατά του Ρωμανού, ο οποίος προσπαθούσε να επανακτήσει την Αρμενία και να εξασφαλίσει τα ανατολικά σύνορα. Διάφορες συμφωνίες που έκαναν είχαν χαρακτήρα προσωρινής εκεχειρίας, μέχρι την αναμενόμενη από τις δύο πλευρές και αναπόφευκτη τελική σύγκρουση. Κάποια στιγμή το 1070, ο Ρωμανός χώρισε το στράτευμα σε δύο περίπου ίσα τμήματα, στέλνοντάς το ένα υπό το στρατηγό Ιωσήφ Ταρχανειώτη σε χωριστή αναζήτηση του εχθρού. Δυστυχώς το τμήμα αυτό του στρατεύματος εξαφανίστηκε ξαφνικά κοντά στη Μελιτηνή, χωρίς να γίνει ποτέ γνωστό το γιατί. Πιθανότερη εξήγηση είναι ότι επειδή αποτελείτο από ξένους μισθοφόρους, απλά διαλύθηκε μετά την απομάκρυνση από την ηγεσία του Ρωμανού, γιατί οι στρατιώτες ήταν κακοπληρωμένοι.
[Επεξεργασία] Η Μάχη του Μαντζικέρτ
Τελικά, ο Ρωμανός φτάνει το καλοκαίρι του 1071 στην περιοχή της πόλης Μάντζικερτ. Εκεί, αφού απορρίπτει τις προτάσεις εκεχειρίας του Αρσλάν, προετοιμάζεται για μάχη. Έτσι, την Παρασκευή 26 Αυγούστου του 1071, λαμβάνει χώρα η μάχη που υποθήκευσε το μέλλον του Βυζαντινού Ελληνισμού. Άν και η μάχη ξεκίνησε με καλές προοπτικές για τους Βυζαντινούς, ο εχθρός επιμελώς απέφευγε την κατά μέτωπο σύγκρουση, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τους Βυζαντινούς με ένα είδος ανορθόδοξου πολέμου. Κατά το δειλινό, και ενώ δεν είχε γίνει ουσιαστική μάχη, ένα σήμα επιστροφής του Ρωμανού, προκάλεσε σύγχυση στο στράτευμα. Τη σύγχυση πιθανόν ενέτειναν οι προδοτικές φήμες που διέδωσε ο στρατηγός Ανδρόνικος Δούκας για συντριβή της εμπροσθοφυλακής. Το χάος που επακολούθησε έδωσε τη δυνατότητα στον ικανότατο και οξύνου Τούρκο φύλαρχο να εξαπολύσει αντεπίθεση και να συντρίψει τους Βυζαντινούς, συλλαμβάνοντας τον ίδιο τον Αυτοκράτορα και πετυχαίνοντας αναπάντεχα περίτρανη νίκη. Η μάχη του Μάντζικερτ αποτελεί τραγικό ιστορικό σταθμό του Βυζαντινού Ελληνισμού. Η απώλεια της Ανατολίας, βασικού τροφοδότη σε έμψυχο υλικό και τρόφιμα, σημαίνει την ανεπανόρθωτη αποδυνάμωση του κορμού του κράτους, που άν και μπόρεσε να ορθοποδήσει, ποτέ ξανά δεν έφτασε τα επίπεδα ακμής της δυναστείας των Μακεδόνων.
Ακόμα και την ύστατη ώρα, το κακό θα μπορούσε να είχε αποσοβηθεί. Ο Αλπ Αρσλάν, για στρατηγικούς λόγους, πρότεινε όρους ειρήνης μάλλον ευνοϊκούς στο Ρωμανό, και τον άφησε ελεύθερο. Στην πρωτεύουσα όμως και πριν την επιστροφή του αυτοκράτορα, οι εχθροί του με αρχηγό τον Ιωάννη Δούκα, και επηρρεαζόμενοι από τον Μιχαήλ Ψελλό, με πρόφαση την ήττα του Ρωμανού έστεψαν βασιλέα το Μιχαήλ Ζ’ Δούκα. Απέρριψαν κοντόφθαλμα και ασυζητητί τους όρους του Αρσλάν, πολιτική που καταδεικνύει τόσο την έλλειψη διορατικότητας, όσο και την άσβεστη προσωπική τους φιλοδοξία. Η Ευδοκία εξορίστηκε σε μοναστήρι στην Πρίγκηπο. Κατά την επιστροφή του ο Ρωμανός δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Δοκίμασε να ανακαταλάβει το θρόνο του αλλά ηττήθηκε στη μάχη της Αμάσειας από τον ιδιωτικό στρατό του Ιωάννη Δούκα και λίγους μήνες μετά παραδόθηκε στον Ανδρόνικο Δούκα. Συνελήφθη, τυφλώθηκε με βάναυσο τρόπο, εξορίστηκε στην Πρώτη της Προποντίδας και τελικά πέθανε λίγο αργότερα, το καλοκαίρι του, στις 4 Αυγούστου του 1072.
[Επεξεργασία] Το τέλος
Φόρεσε λοιπόν την πανοπλία του, γύμνωσε το ξίφος εναντίον των εχθρών και, όπως έχω ακούσει[1] από πολλούς, σκότωσε πλήθος βαρβάρους και άλλους τόσους έτρεψε σε φυγή. Εν συνεχεία όμως εκείνοι, που έβαλλαν εναντίον του, τον αναγνώρισαν και τον περικύκλωσαν∙ πληγωμένος γλιστράει από το άλογο και πιάνεται αιχμάλωτος.[2]Ο Βασιλιάς των Ρωμαίων οδηγείται δορυάλωτος στους εχθρούς και το στράτευμα διαλύεται∙ λίγοι ήταν αυτοί που διέφυγαν[3] και από τους περισσότερους άλλοι πέρασαν δια στόματος μαχαίρας κι άλλοι αιχμαλωτίσθηκαν.[4]
[Επεξεργασία] Υποσημειώσεις-Παραπομπές
- ↑ Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία κεφ. έκτον εδ. 22
- ↑ Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης, (χ.χ.Βασιλικών) αναφέρει, ότι ο Ρωμανός, τραυματισμένος στο χέρι και πεσμένος από το άλογο, εξακολούθησε να μάχεται ώσπου πιάστηκε αιχμάλωτος.
- ↑ Ανάμεσα στις προσωπικότητες που μετείχαν στη μάχη ήταν ο Ανδρόνικος Δούκας που ήταν επικεφαλής της αυτοκρατορικής φρουράς, εχθρικός, όπως όλοι οι Δούκες, προς τον Ρωμανό, υπήρξε ο πρώτος που εγκατέλειψε τον αγώνα την κρίσιμη στιγμή επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη αφού προηγουμένως στάθμευσε στα κτήματά του στη Βιθυνία για να συναντήσει τον πατέρα του. Ατταλειάτης σσ.161-62, Σκυλίτσης σ.149
- ↑ Μετάφραση χωρίου (22) Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Τάκης Ιατρού, Γιώργος Κιτόπουλος, περ. «Κοχλίας» αρ. 2, Ιανουάριος 1946
[Επεξεργασία] Λογοτεχνικές αναπλάσεις
- Κώστας Κυριαζής, Ρωμανός Δ΄ο Διογένης, εκδ. Εστία, 1998, ISBN 960-05-0596-9
- Νίκος Τσάγγας, Μάντζικερτ η αρχή του τέλους του μεσαιωνικού ελληνικού πολιτισμού, Εκδ. Γκοβόστη
- Νίκος Βασταρδής, Θυμάμαι...«κινηματογραφική σειρά: Διογένης ο Ρωμανός», εκδ. Περίπλους
[Επεξεργασία] Πηγές
- Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία, Βιβλίον 6ον 1-42
[Επεξεργασία] Βιβλιογραφία:
- Norwich, J.J. "Byzantium", Vol. II-The Apogee
- Vasiliev, A. "History of the Byzantine Empire, 324–1453"
- Ostrogorsky, G. "History of the Byzantine State"
- ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΜΑΝΤΖΙΚΕΡΤ, Ψαρουλάκης Γεώργιος, τεύχος 5, Ιούνιος 2006
[Επεξεργασία] Εξωτερικοί σύνδεσμοι
| Προηγούμενος Κωνσταντίνος Ι' Δούκας |
Αυτοκράτορας του Βυζαντίου |
Επόμενος Μιχαήλ Ζ' Δούκας |