Ρούπελ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το οχυρό Ρούπελ είναι το μεγαλύτερο συγκρότημα της οχυρωμένης τοποθεσίας κατά μήκος των ελληνοβουλγαρικών συνόρων που έφερε το όνομα Γραμμή Μεταξά, με συνολικό ανάπτυγμα καταφυγίων 1.849 μέτρα και μήκος στοών 4.251 μέτρα. Το Ρούπελ, κατασκευασμένο στις δυτικές αντηρίδες του όρους Τσιγγέλι στον ποταμό Στρυμόνα, μαζί με το οχυρό Παλιουριώνες εξασφάλιζαν τη στενωπό Ρούπελ.

Αποστολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποστολή του Συγκροτήματος ήταν η άμυνα επί της οχυρωμένης τοποθεσίας, για την απαγόρευση διέλευσης κατά μήκος του άξονα Κρέσνας - Ρούπελ. Στην ανατολική Κερκίνη υπήρχαν τα οχυρά Ιστίμπεη-Κελκαγιά-Αρπαλούκι-Παλιουριώνες, δύο τάγματα Πεζικού και ένας λόχος προκαλύψεως με ανάλογη αποστολή.

Πολεμικές Επιχειρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 26 Μαΐου 1916 το οχυρό παραδόθηκε κατόπιν διαταγών από το Υπουργείο Στρατιωτικών στη Βουλγαρία, πριν η Ελλάδα επισήμως εισέλθει στον πόλεμο.[1]

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 1η Μαρτίου 1941, μετά την προσχώρηση της Βουλγαρίας στον Άξονα Γερμανίας-Ιταλίας-Ιαπωνίας, οι γερμανικές δυνάμεις στην περιοχή έναντι της οχυρωμένης τοποθεσίας Κερκίνη-Ρούπελ, ήταν οι 5η και 6η Ορεινές Μεραρχίες (έναντι Κερκίνης), το 125ο Σύνταγμα Επιλέκτων, ενισχυμένο με ένα Τάγμα της 5ης Ορεινής Μεραρχίας (έναντι Ρούπελ) και η 72η Ορεινή Μεραρχία (υψίπεδο Νευροκοπίου)[1] .

Σε δεύτερη γραμμή, στην πεδιάδα Μαρινούπολης, η 2η Τεθωρακισμένη Μεραρχία και δύο βουλγαρικές μεραρχίες. Όλες οι παραπάνω δυνάμεις ανήκαν στο 18ο Γερμανικό Σώμα Στρατού, του οποίου ο ελιγμός περιλάμβανε επίθεση κατά μέτωπο για διάνοιξη της στενωπού του Ρούπελ, υπέρβαση της Κερκίνης με ορεινούς σχηματισμούς, με παράλληλη ενέργεια παράκαμψης ολόκληρης της τοποθεσίας συνόρων διά του άξονα Στρούμνιτσα-Κωστουρίνο-Θεσσαλονίκη.

Το Συγκρότημα Σιδηροκάστρου, με έδρα το Σιδηρόκαστρο, κατείχε το χώρο μεταξύ της ανατολικής όχθης του Στρυμόνα μέχρι το οχυρό Περσέκ. Στο συγκρότημα Σιδηροκάστρου υπάγονταν:

  • Ο δυτικός υποτομέας, που περιλάμβανε το οχυρό Ρούπελ με διοικητή τον Τχη (ΠΖ) Γεώργιο Δουράτσο και δύναμη αποτελούμενη από 27 Αξκούς και 950 οπλίτες, και το οχυρό Καρατάς με διοικητή τον Ταγματάρχη Πεζικού Αστέριο Κοντογιάννη και δύναμη από 28 αξιωματικούς και 785 οπλίτες, καθώς και την περιοχή του υψώματος Νικάκι μεταξύ αυτών.
  • Ο κεντρικός υποτομέας, περιλάμβανε το οχυρό Κάλης με διοικητή τον Ταγματάρχη Πεζικού Κων/νο Κωστόπουλο και φρουρά 30 Αξιωματικών και 902 οπλιτών, και
  • Ο ανατολικός υποτομέας, που περιλάμβανε τον υπόλοιπο χώρο.

Η επίθεση των Γερμανών κατά των οχυρών άρχισε την 05:15 της 6ης Απριλίου 1941 με σφοδρό βομβαρδισμό του Πυροβολικού με βλήματα διαφόρων διαμετρημάτων, και από τις 06:00 και με αεροπλάνα κάθετης εφόρμησης (Στούκας), τα οποία αναπτυγμένα σε σχηματισμούς έριχναν βόμβες, κάτω από το τρομερό σφύριγμα των σειρήνων τους.

Με την έναρξη της επίθεσης των Στούκας, ένας γερμανικός ειδικός λόχος, με 18 λέμβους από καουτσούκ, εμφανίστηκε να πλέει στον Στρυμόνα ποταμό. Η προπομπός ομάδα, αποτελούμενη από τρεις λέμβους, καθηλώθηκε σε προτοποθετημένο συρματόπλεγμα. Τα πληρώματα προσπάθησαν να απεμπλέξουν τις βάρκες, αλλά βαλλόμενοι από τα οχυρά Ουσίτα και Παλιουριώνες φονεύθηκαν ή πνίγηκαν. Οι ελάχιστοι που διασώθηκαν, κατόρθωσαν κολυμπώντας να συνενωθούν με τα προχωρημένα στοιχεία του 1ου Τάγματος, το οποίο, αφού πέρασε τον Μπίστριτσα ποταμό από τους πόρους, αναπτύχθηκε σε ευρύ μέτωπο. Ο λόχος δεξιά του Τάγματος κινήθηκε κατά μήκος της στενωπού και μόλις βρέθηκε κάτω από το οχυρό Ουσίτα, δέχθηκε καταιγισμό πυρών από το Οχυρό και καθηλώθηκε με σοβαρές απώλειες. Την ίδια εξέλιξη είχε και η επίθεση του υπόλοιπου Τάγματος (3 λόχοι κατά του οχυρού Ουσίτας). Με την έλευση του σκότους αποσύρθηκαν στις θέσεις εξόρμησης (στα υψώματα ανατολικά του Προμαχώνα).

Στον αριστερό τομέα του Συγκροτήματος (2ο-3ο Τάγμα), τμήμα του Συγκροτήματος αιφνιδίασε τη Διμοιρία Προκάλυψης και κατέλαβε άθικτη τη γέφυρα Μπίστριτσα, η οποία καταστράφηκε αργότερα από τα πυρά του πυροβολικού. Τα τμήματα του Συγκροτήματος, αφού πέρασαν τον Μπίστριτσα ποταμό, κινήθηκαν προς τα νότια και το 2ο Τάγμα κατόρθωσε να καταλάβει το ύψωμα 354 (Χαλάσματα) και να προετοιμαστεί για την εισχώρηση προς τα ανατολικά. Μετά την κατάληψη του υψώματος 354, το 3ο Τάγμα αναπτύχθηκε στα δεξιά και άρχισε την επίθεση κατά των υψωμάτων Νέοι-Ανατ. Προφήτες. Παρά τις επίμονες προσπάθειες των Γερμανών, το Τάγμα δεν κατόρθωσε να θέσει πόδι στα οχυρά, υπέστη σοβαρές απώλειες και τις εσπερινές ώρες μετέπεσε σε κατάσταση άμυνας. Έτσι, έληξε η πρώτη ημέρα της επίθεσης των Γερμανών εναντίον του Ρούπελ, με τρομακτικές απώλειες για τον εχθρό. Ενώ όμως οι μετωπικές επιθέσεις κατά του Συγκροτήματος Ρούπελ αποκρούσθηκαν, στο άκρο δεξιά το 2ο Τάγμα, μετά την κατάληψη του υψώματος 354 στις 06:30, επιχείρησε βαθιά διείσδυση μεταξύ των οχυρών Ρούπελ και Καρατάς και εκμεταλλευόμενο τις βαθιές χαραδρώσεις, κατόρθωσε μέχρι το απόγευμα να καταλάβει το χωριό Κλειδί και το υπερκείμενο ύψωμα Τσούκα.

Στα οχυρά Καρατάς και Κάλης, η εχθρική δράση περιορίστηκε σε βομβαρδισμό πυροβολικού και αεροπορίας κατά διαστήματα εντός της ημέρας. Η επίθεση του 100ού Τάγματος κατά του οχυρού Παλιουριώνες είχε την ίδια εξέλιξη, όπως και η επίθεση κατά του Ρούπελ, ενώ στα υπόλοιπα οχυρά Κερκίνης (Ιστίμπεη-Κελκαγιά-Αρπαλούκι), οι Γερμανοί κατόρθωσαν να επικαθήσουν σε αυτά. Κατά τη 2η ημέρα (7 Απριλίου), συνεχίστηκε η επίθεση των Γερμανών κατά των οχυρών, ενώ παράλληλα η Γερμανική Διοίκηση έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο παράκαμψης των οχυρών από την κοιλάδα του Στρούμνιτσα ποταμού. Το βράδυ της 7ης Απριλίου, η 2η Τεθωρακισμένη Γερμανική Μεραρχία έφθασε στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα στην περιοχή της λίμνης Δοϊράνης. Κατά την 3η ημέρα (8 Απριλίου), παρά την σφοδρή επιθετική προσπάθεια σ' όλο το μέτωπο και ιδιαίτερα εναντίον των οχυρών Ρούπελ και Παλιουριώνες, τα οχυρά έμειναν ανέπαφα. Οι απώλειες των Γερμανών ήταν τρομακτικές. Τα τμήματα, που διείσδυσαν την προηγούμενη νύχτα από τις χαραδρώσεις του υψώματος Νικάκι συγκεντρώθηκαν στο χωριό Κλειδί και το απόγευμα ο διοικητής του τάγματος με τα υπόλοιπα των δύο λόχων, συγκεντρώθηκαν στο ύψωμα Τούμπα.

Κατά την 4η ημέρα (9 Απριλίου), οι βομβαρδισμοί και οι επιθέσεις επαναλήφθηκαν κυρίως εναντίον των οχυρών Ρούπελ και Παλιουριώνες. Στις 17:00, Γερμανοί κήρυκες, γνωρίζοντας ότι είχε υπογραφεί στη Θεσσαλονίκη η συνθηκολόγηση, ήρθαν στο Ρούπελ και ζήτησαν την παράδοση του οχυρού. Ο Διοικητής του, Ταγματάρχης Γεώργιος Δουράτσος απάντησε ότι «τα οχυρά δεν παραδίδονται, καταλαμβάνονται». Τελικά, η παράδοση του Ρούπελ έγινε την επομένη 10 Απριλίου, στις 06:00, αφού ο διοικητής έλαβε διαταγή κατάπαυσης του πυρός.

Ο Γερμανός συνταγματάρχης που παρέλαβε το οχυρό Ρούπελ, έδωσε συγχαρητήρια στον διοικητή και εξέφρασε τον θαυμασμό και την εκτίμησή του για την αντίσταση και τον ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών. Οι απώλειες της φρουράς του οχυρού Ρούπελ ανήλθαν σε 44 νεκρούς και 152 τραυματίες.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Έκθεση πεπραγμένων του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας του Αντιστράτηγου Κων. Μπακοπούλου από 8/2/1941 μέχρι 10/4/1941. Αρχείο Γενικού Επιτελείου Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Περίοδος 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, Φ.629/Α/1. 


Εξωτερικές Συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]