Ρικάρντο Μούτι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ρικάρντο Μούτι το 2008

Ο Ρικάρντο Μούτι (Riccardo Muti) είναι Ιταλός διευθυντής ορχήστρας. Αφού πέρασε από κορυφαίες ορχήστρες του κόσμου, σήμερα είναι μουσικός διευθυντής της Συμφωνικής του Σικάγου.

Παιδική ηλικία και σπουδές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μούτι γεννήθηκε στη Νάπολη στις 28 Ιουλίου 1941, αλλά πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στη Μολφέττα, κοντά στο Μπάρι. Ο πατέρας του ήταν γιατρός στη Μολφέττα, αλλά και ερασιτέχνης τραγουδιστής. Και η μητέρα του, μία Ναπολιτάνα, ήταν επαγγελματίας τραγουδίστρια. Καθώς εξηγείται στην αυτοβιογραφία του Ρικάρντο (2010), ήταν «οικογενειακό σχέδιο» τα παιδιά να γεννηθούν στη Νάπολη.

Ο Ρικάρντο απεφοίτησε από το κλασικό λύκειο (Liceo classico) «Βιττόριο Εμανουέλε II» στη Νάπολη και στη συνέχεια μελέτησε πιάνο στο Ωδείο του San Pietro a Majella με τον Vincenzo Vitale. Μετά από το δίπλωμα αυτό, που του δόθηκε με «άριστα», ο Μούτι πήρε πτυχίο στη σύνθεση και στη διεύθυνση ορχήστρας από το Ωδείο «Τζουζέπε Βέρντι» του Μιλάνου, όπου μελέτησε με τον συνθέτη Μπρούνο Μπεττινέλλι και τον μαέστρο Αντονίνο Βόττο. Σύνθεση σπούδασε και με τον Νίνο Ρότα, τον οποίο θεωρεί μέντορά του. Κέρδισε την πρώτη θέση με ομοφωνία των κριτικών στον διαγωνισμό «Γκουίντο Καντέλλι» για διευθυντές ορχήστρας στο Μιλάνο το 1967 και το επόμενο έτος τοποθετήθηκε ως κύριος διευθυντής ορχήστρας και μουσικός διευθυντής στο Maggio Musicale Fiorentino, μία θέση που κράτησε επί ένδεκα χρόνια.

Πρώιμη σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1971 ο Μούτι διεύθυνε πολλές όπερες και συναυλίες στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ, όπου είναι ιδιαίτερα γνωστός για τη διεύθυνσή του σε όπερες του Μότσαρτ. Από το 1972 διεύθυνε τακτικά τη Φιλαρμονική του Λονδίνου και το 1974 διορίσθηκε ως ο κύριος διευθυντής της διαδεχόμενος στη θέση αυτή τον Ότο Κλέμπερερ[1].

Το 1987 ο Μούτι έγινε ο κύριος διευθυντής στη Ορχήστρα της Σκάλας του Μιλάνου ("Filarmonica della Scala"), με την οποία το 1988 πήρε το χρυσό μετάλλιο στον Διεθνή Μουσικό Διαγωνισμό Βιόττι και περιόδευσε την Ευρώπη. Το 1991, μετά από 12 χρόνια ως μουσικός διευθυντής της, ανακοινώνει την παραίτησή του από την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, από το τέλος της περιόδου 1991–1992.

Βερολίνο και Βιέννη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μούτι έχει κληθεί επανειλημμένα από τη Φιλαρμονική του Βερολίνου και τη Φιλαρμονική της Βιέννης. Το 1996 διεύθυνε τη δεύτερη κατά την Εβδομάδα Φεστιβάλ Βιέννης και σε περιοδείες σε Ιαπωνία, Κορέα, Χονγκ-Κονγκ και Γερμανία, ενώ πιο πρόσφατα έδωσε συναυλίες με τη Φιλαρμονική της Βιέννης στην Ιαπωνία το 2008. Ο Μούτι έχει επίσης διευθύνει την ορχήστρα στην, παγκοσμίως μεταδιδόμενη τηλεοπτικά, Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Βιέννης το 1993, το 1997, το 2000 και το 2004.[2]

Διευθύνοντας όπερες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τη δουλειά του στη Σκάλα του Μιλάνου, όπου υπήρξε μουσικός διευθυντής επί 19 χρόνια, ο Μούτι υπήρξε μαέστρος σε παραστάσεις όπερας με την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας και σε παραγωγές στα λυρικά θέατρα πολλών πόλεων: Ρώμη (από το 1969), Ραβέννα, Βιέννη, Λονδίνο (από το 1977), Μόναχο (από το 1979) και Νέα Υόρκη (2010). Η δουλειά του με την Κρατική Όπερα της Βιέννης έχει συμπεριλάβει την Αΐντα το 1973, τη Δύναμη του πεπρωμένου το 1974, τη Νόρμα το 1977, τον Ριγκολέττο το 1983, και τον Ντον Τζιοβάννι το 1999.

Στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία ιδιαίτερη σχέση συνδέει τον Μούτι με το Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ, όπου ο μαέστρος εμφανίσθηκε για πρώτη φορά το 1971 με τον Ντον Πασκουάλε του Ντονιτσέττι (σε σκηνοθεσία Λάντισλαβ Στρος). Στα επόμενα χρόνια ο Μούτι συμμετέχει συνεχώς στο φεστιβάλ, διευθύνοντας τόσο πολυάριθμες συναυλίες με τη Φιλαρμονική της Βιέννης, όσο και ανεβάσματα όπερας όπως: Ντον Τζιοβάννι (σκηνοθ. Μίκαελ Χάμπε) το 1990 και 1991, Τραβιάτα (σκηνοθ. Lluis Pasqual) το 1995, Ο μαγεμένος αυλός το 2005 (σκηνοθ. Graham Vick) και 2006 (σκηνοθ. Pierre Audi), Οθέλλος το 2008, και Ορφέας και Ευριδίκη (σκηνοθ. Ντίτερ Ντορν) το 2010. Το 2011 τέλος ο Μούτι διεύθυνε μία νέα παραγωγή της όπερας του Βέρντι Μάκβεθ σε σκηνοθεσία του Πέτερ Στάιν.[3]. Ο Μούτι είναι επίσης ιδιοκτήτης μιας κατοικίας κοντά στο Ζάλτσμπουργκ.

Το Φεστιβάλ Whitsun του Ζάλτσμπουργκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 2007 ως το 2011 ο Μούτι ήταν ο κύριος μαέστρος στο Φεστιβάλ Whitsun του Ζάλτσμπουργκ. Διεύθυνε παραγωγές σπάνιων ιταλικών μελοδραμάτων από τον 18ο αιώνα και συναυλίες με τη δική του «Ορχήστρα Νέων Luigi Cherubini».

Ο Μούτι με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν μετά από μία συναυλία στη Μόσχα την 1η Ιουνίου 2000

Ο Μούτι στην Αμερική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις ΗΠΑ, από το 1980 ως το 1992, ο Μούτι ήταν μουσικός διευθυντής της Ορχήστρας της Φιλαδέλφειας, την οποία διεύθυνε σε πολυάριθμες περιοδείες ανά τον κόσμο. Το 1979 διορίσθηκε στη θέση αυτή, ενώ το 1992, ανακηρύχθηκε επίτιμος μαέστρος (conductor laureate). Ο Μούτι έχει δηλώσει ότι η προσέγγισή του είναι να παραμένει πιστός στην πρόθεση του συνθέτη. Αυτό σήμανε μία μεταβολή από τον πλούσιο «ήχο της Φιλαδέλφειας» που καλλιέργησαν οι προκάτοχοί του Eugene Ormandy και Λέοπολντ Στοκόφσκι. Οι μεταβολές του στον ήχο της ορχήστρας παραμένουν αμφιλεγόμενες. Ορισμένοι αισθάνονται ότι την μετέτρεψε σε ένα θεσμό που ανεξαρτήτως ρεπερτορίου παράγει τον ίδιο «λιγνό» ήχο, ο οποίος προτιμάται πολύ από τους σύγχρονους μηχανικούς ηχογραφήσεων, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι ο Μούτι ξεσκέπασε τον πραγματικό σκοπό των έργων. Το βέβαιο είναι ότι μετά την αποχώρησή του από τη Φιλαδέλφεια έχει πραγματοποιήσει ελάχιστες εμφανίσεις ως προσκεκλημένος με την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας (η τελευταία φορά ήταν το 2005[4].

Από την άλλη πλευρά, ο Μούτι έχει πραγματοποιήσει τακτικά εμφανίσεις ως προσκεκλημένος μαέστρος με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης. Αναφέρεται ότι οι μουσικοί της ορχήστρας αυτής είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον (πριν ο Μούτι εγκατασταθεί στο Σικάγο) για να τον έχουν ως μουσικό διευθυντή, αλλά ο Μούτι δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να πάρει τη θέση αυτή[5][6].

Στις 5 Μαΐου 2008 ο Μούτι ορίσθηκε ως ο επόμενος μουσικός διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας του Σικάγου (CSO), με αρχή την περίοδο 2010–2011 και αρχικό συμβόλαιο πενταετές. Είχε ήδη πραγματοποιήσει το ντεμπούτο του με την CSO στο Ravinia Festival το 1973[7].

Το τέλος της εποχής του Μιλάνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2003 υπήρξαν φήμες για διαμάχες (τόσο καλλιτεχνικές όσο και προγραμματισμού) στη Σκάλα, μεταξύ του Μούτι και του γενικού διευθυντή Κάρλο Φοντάνα[8]. Ο Μούτι δεν ήταν παρών στη συνέντευξη τύπου με την οποία ανακοινώθηκε το πρόγραμμα της περιόδου 2003-2004. Ο διορισμός το 2003 του Μάουρο Μέλι ως καλλιτεχνικού διευθυντή της Σκάλας υποστηρίχθηκε ότι αποσκοπούσε στον κατευνασμό της διαμάχης του Φοντάνα με τον Μούτι[9].

Στις 24/2/2005 ο Φοντάνα απολύθηκε από τη θέση του γενικού μάνατζερ και αντικαταστάθηκε από τον Μέλι[10]. Ωστόσο, οι μουσικοί τάχθηκαν στο πλευρό του Φοντάνα και κατά του Μούτι και, στις 13 Μαρτίου, ο Μούτι δήλωσε πως θα αρνείτο να διευθύνει την ορχήστρα της Σκάλας του Μιλάνου από αυτό το σημείο και πέρα[11]. Τρεις ημέρες αργότερα, η ορχήστρα και το υπόλοιπο προσωπικό της Σκάλας ψήφισαν με συντριπτική πλειοψηφία κατά του Μούτι σε μια κίνηση μη-εμπιστοσύνης[12]. Ο Μούτι υποχρεώθηκε να ακυρώσει μία συναυλία πριν από την ψηφοφορία αυτή και κάποιες άλλες παραγωγές διακόπηκαν εξαιτίας των συνεχών συγκρούσεων με τους υποστηρικτές του Φοντάνα. Στις 2 Απριλίου ο Μούτι παραιτήθηκε, αιτιολογώντας την παραίτηση με «εχθρότητα» από μέλη του προσωπικού[13][14]. Στη θέση του μουσικού διευθυντή τον διαδέχθηκε ο Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ.

Μια πολιτική στάση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη νύχτα της 12ης Μαρτίου 2011, το Teatro dell'Opera της Ρώμης είχε πρεμιέρα της όπερας Ναμπούκο, με μαέστρο τον Μούτι. Μετά το τέλος του χορωδιακού "Va, pensiero", το οποίο περιέχει τους στίχους "Oh mia patria, sì bella e perduta" («Ω, χώρα μου, τόσο όμορφη και τόσο χαμένη»), το κοινό χειροκρότησε «με ιδιαίτερη εγκαρδιότητα». Ο Μούτι, παραβαίνοντας το πρωτόκολο της όπερας και τις αυστηρές συμβάσεις του ίδιου του συνθέτη, στράφηκε προς το ακροατήριο και εκφώνησε έναν μικρό λόγο, αναφερόμενος στις δραστικές περικοπές του προϋπολογισμού που είχε ανακοινώσει η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι[15] και που θα επηρέαζαν ιδιαίτερα τη χρηματοδότηση των τεχνών. Ο Μούτι μίλησε για την ανάγκη να κρατηθεί ο πολιτισμός ζωντανός στην Ιταλία, παρακινούμενος, όπως δήλωσε αργότερα, από την πίστη ότι «...η θανάτωση του πολιτισμού σε μια χώρα όπως η Ιταλία είναι ένα έγκλημα κατά της κοινωνίας. Ο πολιτισμός είναι η πνευματική κόλα που κρατά τον λαό ενωμένο»[16]. Στη συνέχεια, ο Μούτι κάλεσε το ακροατήριο να συμμετάσχει στην επανάληψη του χορωδιακού "Va, pensiero"[17]. Το κοινό της όπερας πράγματι σηκώθηκε και τραγούδησε μαζί με την επί σκηνής χορωδία[18]. Ο Μούτι θυμάται ότι το «80% του κοινού γνώριζε τους στίχους» και τραγούδησε, ενώ «κάποια από τα μέλη της χορωδίας είχαν δακρύσει».

Στις 18 Μαρτίου η παράσταση του Ναμπούκο επαναλήφθηκε, αλλά αυτή τη φορά με παρόντες τον πρόεδρο της Ιταλίας Τζιόρτζιο Ναπολιτάνο και τον πρωθυπουργό Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ο Μούτι, που είχε ήδη δηλώσει πως ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που είχε διευθύνει χορωδία και κοινό μαζί και επίσης η τελευταία, σε αυτή την παράσταση διεύθυνε κανονικά την όπερα του Βέρντι.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μούτι είναι νυμφευμένος με τη Μαρία Κριστίνα Ματσαβιλλάνι (Mazzavillani), ιδρύτρια και διευθύνουσα του Φεστιβάλ της Ραβέννας[19]. Απέκτησαν δύο γιους και μία κόρη.

Ρεπερτόριο και ηχογραφήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, οι ηχογραφήσεις του Μούτι περιλαμβάνουν τον πρώτο «κύκλο» των συμφωνιών του Μπετόβεν που ηχογραφήθηκε ποτέ για CD, τις συμφωνίες των Γιοχάνες Μπραμς και Αλεξάντερ Σκριάμπιν, επιλεγμένα έργα του Τσαϊκόφσκυ και του Προκόφιεφ, καθώς και λιγότερο γνωστά έργα συνθετών όπως ο Τζιάκομο Πουτσίνι και ο Φερρούτσιο Μπουζόνι.

Ο Μούτι θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους μαέστρους στον κόσμο για τις όπερες του Τζουζέπε Βέρντι. Επίσης, έχει διευθύνει μια σειρά ετήσιων παραστάσεων όπερας σε συναυλίες, με έργα των Βέρντι, Πουτσίνι, Μότσαρτ και Βάγκνερ. Το 1992 διεύθυνε παραστάσεις των Παλιάτσων του Ρουτζέρο Λεονκαβάλλο με τον Λουτσιάνο Παβαρόττι, που επίσης ηχογραφήθηκαν.

Στη Σκάλα του Μιλάνου ο Μούτι ήταν γνωστός και για τις επιλογές λιγότερο γνωστών έργων του πρώιμου ρομαντισμού, όπως η Lodoiska του Λουίτζι Κερουμπίνι και η La Vestale του Γκασπάρε Σποντίνι.

Τιμητικές διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Stephen Moss (31 January 2005). «Enough!». The Guardian. http://arts.guardian.co.uk/features/story/0,,1402106,00.html. Ανακτήθηκε στις 2007-06-03. 
  2. Edward Greenfield (13 February 2004). «New Year's Concert 2004, Vienna PO/ Muti». The Guardian. http://arts.guardian.co.uk/fridayreview/story/0,,1146501,00.html. Ανακτήθηκε στις 2007-06-03. 
  3. "Muti : Bring music to prisons" La Stampa, 5 August 2010 (in Italian).
  4. Bernard Holland (15 February 2005). «Muti Returns to Philadelphia for a Reunion». The New York Times. http://www.nytimes.com/2005/02/15/arts/music/15muti.html?ex=1177646400&en=8cd7acc72af0b901&ei=5070. Ανακτήθηκε στις 2007-06-03. 
  5. Ed Vulliamy (24 December 2000). "How America dropped the baton". The Observer. http://observer.guardian.co.uk/international/story/0,,415306,00.html. Ανακτήθηκε στις 2007-07-15. 
  6. Daniel J. Wakin (25 April 2007). "Philharmonic to Add a Position at the Top". The New York Times. http://www.nytimes.com/2007/04/25/arts/music/25phil.html. Ανακτήθηκε στις 2007-07-15. 
  7. «Riccardo Muti to be CSO music director». The Associated Press. 5 May 2008. http://ap.google.com/article/ALeqM5iO5e3fpPSuYuiHuJEu_0WBEbZymQD90FH81O0. Ανακτήθηκε στις 2008-05-05. 
  8. John Hooper (16 September 2003). "Dumbing down row at La Scala". The Guardian. http://arts.guardian.co.uk/news/story/0,,1042826,00.html. Ανακτήθηκε στις 2007-07-15. 
  9. Philip Willan (13 October 2003). "New aria of peace at La Scala". The Guardian. http://arts.guardian.co.uk/news/story/0,,1061804,00.html. Ανακτήθηκε στις 2007-07-15. 
  10. John Hooper (3 March 2005). "Recriminations fly as crisis engulfs La Scala". The Guardian. http://arts.guardian.co.uk/news/story/0,,1429011,00.html. Ανακτήθηκε στις 2007-07-15. 
  11. John Hooper (14 March 2005). "Conductor downs baton at La Scala". The Guardian. http://arts.guardian.co.uk/news/story/0,,1437074,00.html. Ανακτήθηκε στις 2007-07-15. 
  12. John Hooper (17 March 2005). "Staff demand Muti exit in latest La Scala drama". The Guardian. http://arts.guardian.co.uk/news/story/0,,1439503,00.html. Ανακτήθηκε στις 2007-07-15. 
  13. Vanessa Thorpe (3 April 2005). "Muti exits after a musical mutiny". The Observer. http://arts.guardian.co.uk/news/story/0,,1451231,00.html. Ανακτήθηκε στις 2007-07-15. 
  14. Laura Smith (4 April 2005). "Curtain falls on unhappy Muti at La Scala". The Guardian. http://arts.guardian.co.uk/news/story/0,,1451561,00.html. Ανακτήθηκε στις 2007-07-15. 
  15. "Italy Passes $68 Billion in Budget Cuts" Bloomberg, 1 Ιουλίου 2011.
  16. 'Muti : Killing Culture is a Crime" Corriere della Sera, 15.
  17. "Va, pensiero" Theatro dell'Opera, Rome, Saturday 12 March 2011.
  18. "Muti conducts 'Nabucco' with Napolitano and Berlusconi present" Quotidiano, 18/3/2011.
  19. "Muti Mazzavillani, lady of the Ravenna Festival: "That's how I made the city grow", ιστοτόπος FQ Emilia Romana, 9 Ιουνίου 2011 (στην ιταλική).
  20. «Honorary Members of the Royal Academy of Music (14 October 2009)». Royal Academy of Music. 14 October 2009. http://www.ram.ac.uk/whoswho/Pages/HonRAM.aspx. Ανακτήθηκε στις 14 October 2009.  [νεκρός σύνδεσμος]
  21. List of Knighthoods awarded 1997-2006, UK Parliament website.
  22. Cérémonie de décoration de Riccardo Muti, 2010.
  23. Sweeting, Adam (16 March 2011). «Riccardo Muti: a profile». The Telegraph. http://www.telegraph.co.uk/culture/music/opera/8386177/Riccardo-Muti-a-profile.html. Ανακτήθηκε στις 23 April 2011. 
  24. «The Birgit Nilsson Prize 2011 recipient». http://www.birgitnilssonprize.org/index.php/Recipient-2011-2.html. Ανακτήθηκε στις 16 March 2011. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Riccardo Muti της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).