Ραϊμόντο Μοντεκουκόλι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κόμης Ραϊμόντο Μοντεκουκόλι

Ο Ραϊμόντο, Κόμης του Μοντεκουκόλι ή Μοντεκουκόλι (Γερμανικά: Raimondo Graf Montecúccoli) (21 Φεβρουαρίου 160916 Οκτωβρίου 1680) ήταν Ιταλός στρατιωτικός διοικητής, ο οποίος υπηρέτησε επίσης ως στρατηγός για τους Αυστριακούς, ενώ διετέλεσε και πρίγκιπας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και Ναπολιτάνος Δούκας του Μέλφι.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μοντεκουκόλι γεννήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1609 στο Καστέλλο ντι Μοντεκουκόλο στο Παβούλλο νελ Φρινιάνο, κοντά στη Μόντενα. Η οικογένειά του ήταν με καταγωγή από την Βουργουνδία και είχε εγκατασταθεί στην βόρεια Ιταλία κατά τον 10ο αιώνα.[1]

Πρώτα χρόνια στρατιωτικής υπηρεσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ηλικία των δεκαέξι ετών, ο Μοντεκουκόλι ξεκίνησε να υπηρετεί ως υπασπιστής του θείου του, Κόμη Ερνέστο Μοντεκουκόλι (πέθανε το 1633), διακεκριμένο Αυστριακό στρατηγό. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ύστερα από έντονη δραστηριοποίηση στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες, έγινε λοχαγός πεζικού. Τραυματίστηκε σοβαρά κατά τους βομβαρδισμούς του Νέου Βρανδεμβούργου, ενώ τραυματίστηκε εκ νέου την ίδια αυτή χρονιά (1631) στην διάρκεια της πρώτης μάχης του Μπράιτενφελντ, όπου και αιχμαλωτίστηκε από τους Σουηδούς.[1]

Τραυματίστηκε και πάλι στο Λύτσεν το 1632, ενώ κατά την περίοδο ανάρρωσής του έλαβε το αξίωμα του ταγματάρχη στο σύνταγμα του θείου του. Λίγο καιρό αργότερα έγινε αντισυνταγματάρχης ιππικού. Διακρίθηκε για τις υπηρεσίες του στην πρώτη μάχη του Νέρντλινγκεν (1634), καθώς και κατά τον βομβαρδισμό του Καϊζερσλάουτερν την επόμενη χρονιά όπου έλαβε το αξίωμα του συνταγματάρχη λόγω των εξαιρετικών του υπηρεσιών και ανδραγαθημάτων, όπως μία εφόρμηση μέσω του ρήγματος στα τείχη τιθέμενος επικεφαλής του βαρέος ιππικού του.[1]

Πολέμησε στη Πομερανία, τη Βοημία και τη Σαξωνία (αιφνιδιασμός του Βόλμιρστατ, μάχες του Βίτστοκ και του Τσέμνιτς), ενώ το 1639 πιάστηκε αιχμάλωτος στο Μέλνικ και υπήρξε κρατούμενος για διάστημα δυόμισι ετών στο Στετίν και την Βαϊμάρη. Στη διάρκεια της αιχμαλωσίας του σπούδασε στρατιωτική επιστήμη, καθώς και γεωμετρία με βάση τον Ευκλείδη, ιστορία με βάση τον Τάκιτο, και αρχιτεκτονική με βάση τον Βιτρούβιο, ενώ ταυτόχρονα κατάστρωνε τα σχέδια των μελλοντικών του στρατιωτικών επιχειρήσεων.[1]

Στρατιωτικός Διοικητής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιστρέφοντας στην Ιταλία και στα πεδία των μαχών το 1642, ο Μοντεκουκόλι τέθηκε επικεφαλής μισθοφόρων στην υπηρεσία του Δούκα της γενέτειράς του, Μόντενα, στη διάρκεια του Πρώτου Πολέμου του Κάστρο,[2][3] αλλά όταν αυτή η ένοπλη σύγκρουση κατέληξε σε αδιέξοδο, ο ίδιος αποχώρησε της θέσης του.[εκκρεμεί παραπομπή] Η ανάμειξή του, αν και κατανοητή δεδομένης της σχέσης του με την Μόντενα, ήταν τουλάχιστον ασυνήθιστη ως προς το γεγονός ότι βρέθηκε απέναντι στις παπικές δυνάμεις του Πάπα Ουρβανού Η΄.Πρότυπο:Or

Το Καστέλλο Μοντεκουκόλι στη Μόντενα

Το 1643, προβιβάστηκε σε υπολοχαγός παρά το στρατάρχη και έλαβε μία έδρα στο στρατιωτικό συμβούλιο. Το διάστημα 1645-46 υπηρέτησε στην Ουγγαρία ενάντια στον Πρίγκιπα Ρακόσι της Τρανσυλβανίας, στο Δούναβη και τον Νέκαρ ενάντια στους Γάλλους, και στη Σιλεσία και την Βοημία ενάντια στους Σουηδούς. Η νίκη του στο Τρίεμπελ της Σιλεσίας του απέφερε την αναβάθμισή του σε Στρατηγό του Ιππικού, ενώ στη μάχη του Ζούζμαρσχαουζεν το 1648 η λυσσαλέα του άμυνα στην οπισθοφυλακή γλίτωσε τα αυτοκρατορικά στρατεύματα από τον αφανισμό.[1]

Για λίγα χρόνια μετά την Ειρήνη της Βεστφαλίας ο Μοντεκουκόλι επικεντρώθηκε στις υποθέσεις του στρατιωτικού συμβουλίου, αν και μετέβη στη Φλάνδρα και την Αγγλία ως εκπρόσωπος του αυτοκράτορα, καθώς και στη Σουηδία ως απεσταλμένος του Πάπα στη Βασίλισσα Χριστίνα, ενώ στη Μόντενα αναδείχτηκε νικητής σε τουρνουά που έλαβε χώρα στην πόλη.[1]

Το 1657, λίγο μετά τον γάμο του με την Κόμισσα Μαργαρίτα φον Ντίτριχσταϊν, διετάχθη από τον Αυτοκράτορα να λάβει μέρος στην στην εκστρατεία των Αψβούργων (όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ του Βασιλιά της Πολωνίας και του Αυτοκράτορα) ενάντια στον Πρίγκιπα Ρακόσι, τον Κάρολο Ι΄ Γουσταύο της Σουηδίας και τους Κοζάκους, οι οποίοι είχαν, ήδη, το 1655, επιτεθεί στο Βασίλειο της Πολωνίας στη διάρκεια του πολέμου ο οποίος είναι γνωστός στη Πολωνία ως Ο Κατακλυσμός ή σε άλλες χώρες ως ο Δεύτερος Βόρειος Πόλεμος. Στη διάρκεια του πολέμου αυτού, προβιβάστηκε σε στρατιωτικός διοικητής της μεραρχίας.[1]

Έγινε στρατάρχης του αυτοκρατορικού στρατού και της μεραρχίας του, ενώ μαζί με την μεραρχία του Στεφάν Τσαρνιέτσκι, τον στρατό του Φρειδερίκου Γουλιέλμου και τις δανικές δυνάμεις, συμμετείχε στις πολεμικές συγκρούσεις που έλαβαν χώρα στην Δανία ενάντια στους Σουηδούς εισβολείς. Τελικά ο πόλεμος αυτό ολοκληρώθηκε με την Ειρήνη της Ολίβα το 1660 και ο Μοντεκουκόλι επέστρεψε στα εδάφη του.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 Chisholm 1911, σ. 714.
  2. Black 2002, σ. 162.
  3. Paoletti 2008, σ. 28.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Academy-Britannica.png Αυτό το λήμμα βασίζεται ή περιλαμβάνει κείμενο από λήμμα της Encyclopædia Britannica του 1911 που αποτελεί κοινό κτήμα.