Πτωχοπρόδρομος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος υπήρξε βυζαντινός ποιητής που συνέταξε στη δημώδη γλώσσα και σε δεκαπεντασύλλαβους πολιτικούς στίχους έμμετρα σατιρικά και ικετευτικά που φέρουν το γενικό όνομα Πτωχοπροδρομικά. Θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά έργα και ως απαρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, κυρίως επειδή ήταν τα πρώτα που γράφτηκαν στη γλώσσα του λαού και αποτέλεσαν έναυσμα δημιουργίας.

Άλλοτε αυτά αποδίδονταν με βεβαιότητα στον επίσης βυζαντινό ποιητή και συγγραφέα του 12ου αιώνα τον Θεόδωρο Πρόδρομο. Σήμερα για το ζήτημα της γνησιότητας των έργων εξακολουθεί να μην υπάρχει απόλυτη ομοφωνία.[1] Κατά τη νεότερη κριτική και μετά από επισταμένη έρευνα οι περισσότεροι πιστεύουν ότι τα Πτωχοπροδρομικά είναι ποιήματα μεταγενέστερα που έχουν συνταχθεί από έναν ή περισσότερους[2] νεότερους ευθυμογράφους, οι οποίοι έχουν μιμηθεί το ύφος του Θεόδωρου Προδρόμου, αλλά όχι και τη λόγια και πολύ αρχαΐζουσα γλώσσα του. Αλλες εκδοχές αναφέρουν ότι ο Θεόδωρος Πρόδρομος μπορεί να είχε δύο "γραφές", μια τρόπον τινά γραφή της προσωπικής επιλογής του[3] και μια δεύτερη για τις ανάγκες της εποχής και του περιβάλλοντός του ή όπως θα λέγαμε σήμερα "του καταναλωτικού κοινού".

Το περιεχόμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα λεγόμενα Πτωχοπροδρομικά είναι σύμφωνα με τους περισσότερους ειδικούς τέσσερα, αν και εκφράζεται η άποψη ότι ίσως στην ίδια ομάδα να ανήκουν και περισσότερα.

Αυτός ή αυτοί που συνέταξαν τα τέσσερα Πτωχοδρομικά, πάντως, αναφέρονται αποκλειστικά στο βίο του «Πτωχοπροδρόμου», το όνομα του οποίου οικειοποιούνται πιθανώς για λόγους ευρύτερης κυκλοφορίας ή για λόγους εντυπωσιασμού του κοινού, μια και το όνομα του Προδρόμου και η μεγάλη πείνα που τον βασάνιζε είχαν μείνει παροιμιώδεις.

Τα χειρόγραφα δεν βρέθηκαν όλα μαζί, αλλά με διαφορά δύο αιώνων. Οι ειδικοί από το ύφος τους όμως εκτιμούν ότι πρωτογράφηκαν ή συντάχθηκαν κατά τον 12ο αιώνα και σε μια περίοδο 20-70 ετών. Όλα έχουν στην εισαγωγή τους το όνομα του συγγραφέα και αναφέρουν "Στίχοι του Θεοδώρου του Πτωχοπροδρόμου" εκτός από ένα που αναφέρει "Στίχοι του Ιλαρίωνος Μοναχού του Πτωχοπροδρόμου" -κάτι που δεν σημαίνει απαραιτήτως άλλο πρόσωπο, αφού όταν μονάζει κάποιος αλλάζει και το κοσμικό όνομά του.[4]

Τα ποιήματα αναφέρονται με αυτοσαρκασμό και καυστική κριτική στην πείνα και τις κακουχίες ή την κακομεταχείριση που υπέστη ο ήρωάς τους. Το πρώτο αναφέρεται στα δεινά που πέρασε στα 12 χρόνια του γάμου του με μια "μάχιμη γυναίκα" όπως την αποκαλεί και που όπως προκύπτει από την ανάγνωση του ποιήματος, ήταν η χαρακτηριστική περίπτωση της βασανιστικής συντρόφου. Τον έβριζε διαρκώς για ανεπρόκοπο και έλεγε πόσο κατώτερός της ήταν και ότι έπρεπε να είχε παντρευτεί μια όμοιά του - κουτσοπάρδαλη, απένταρη, κόρη ταβερνιάρη, όπως αναφέρει ο ίδιος. Τού παραπονιόταν ότι δεν της είχε φτιάξει ένα φουστάνι, ότι δεν την πήγαινε σε γιορτές, ότι δεν της είχε πάρει ούτε ένα ζευγάρι παπούτσια και άλλα πολλά. Συχνά τον άφηνε νηστικό και μια μέρα απελπισμένος μεταμφιέστηκε σε Ρώσο μοναχό για να μπορέσει να φάει στο ίδιο τραπέζι με τα παιδιά του, έστω και ως ξένος.

Στο δεύτερο ποίημα αναφέρεται στις δυσκολίες του να θρέψει τα πολλά παιδιά του και τους συγγενείς που εξαρτώνταν από αυτόν και ζητάει την ελεημοσύνη του βασιλιά.

Στο τρίτο και στο τέταρτο μιλάει ως μοναχός, αλλά πρόκειται για διαφορετικά έργα. Στο ένα περιγράφει τις καταχρήσεις των ηγούμενων των μοναστηριών, που όταν π.χ. αρρώσταιναν οι ίδιοι έφερναν τους καλύτερους γιατρούς ενώ όταν αρρώσταιναν οι απλοί μοναχοί τους επέβαλαν ως θεραπεία τριήμερη νηστεία και τους συνιστούσαν ως φάρμακο λίγο κρεμμυδάκι. Λέει μάλιστα ο Πτωχοπρόδρομος στον Μανουήλ Κομνηνό -στον οποίο απευθύνονται οι στίχοι- να πάρει τον συγκεκριμένο ηγούμενο για γιατρό του παλατιού να βρει την υγειά του. Το έργο τελειώνει με τον Πτωχοπρόδρομο να ζητάει όπως πάντα βοήθεια.

Στο άλλο πάλι ως ως μοναχός αναθεματίζει τη μόρφωσή του και αναθυμάται τη φράση "μάθε παιδί μου τα γραμματικά" που του είχε πει κάποτε ο πατέρας του για να προκόψει. Παρομοιάζει τώρα τη ζωή με ένα σωρό απαίδευτων επαγγελματιών και τους βρίσκει όλους καλύτερούς του, ενώ εκείνος "δεν μπορεί να γεμίσει την κοιλιά του με τον Όμηρο".

     *Τί δὲ λοιπόν, ἂν ἔμαθα τοῦ κόσμου τὰ βιβλία,
     *καὶ τὸ ψομὶν ἐπιθυμῶ, πότε νὰ τὸ χορτάσω;

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hans Eideneier, Ptochoprodromos : Einführung, kritische Ausgabe, deutsche Übersetzung
  2. D.-C. Hesseling and H. Pernot, eds., Poèmes Prodromiques en Grec Vulgaire, 1910
  3. «A History οf modern greek literature» του Κωνσταντίνου Δημαρά
  4. "Άτακτα : Ήγουν παντοδαπών εις την Αρχαίαν και την νέαν Ελληνικήν γλώσσαν", του Αδαμάντιου Κοραή, πρώτος τόμος, όπου βρίσκονται το 3ο και 4ο ποίημα αυτοτελή, τα οποία πάντως αναφέρει ως 1ο και 2ο αντίστοιχα

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]