Πρωτόκολλο ανακαλύψεων Cisco

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Πρωτόκολλο ανακαλύψεων Cisco (Cisco Discovery Protocol, CDP) είναι ένα ιδιόκτητο πρωτόκολλο δικτύων στο Επίπεδο ζεύξης δεδομένων, το οποίο αναπτύχθηκε από τη Cisco Systems και υλοποιείται στις περισσότερες συσκευές δικτύων της Cisco. Χρησιμοποιείται για την κοινοποίηση πληροφοριών ανάμεσα σε άμεσα συνδεδεμένες συσκευές Cisco, όπως την έκδοση του λειτουργικού συστήματος και τη διεύθυνση IP. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη Δρομολόγηση κατ' απαίτηση, μια μέθοδο για περίληψη πληροφοριών δρομολόγησης μέσα στις ανακοινώσεις του CDP, ώστε να μην είναι αναγκαίο κάποιο πρωτόκολλο δρομολόγησης σε μικρά δίκτυα.

Οι συσκευές Cisco στέλνουν ανακοινώσεις CDP στον προορισμό multicast 01-00-0c-cc-cc-cc, ο οποίος επίσης χρησιμοποιείται και από άλλα πρωτόκολλα της Cisco, όπως το VTP. Από προεπιλογή, οι ανακοινώσεις CDP αποστέλνονται κάθε 60 δευτερόλεπτα από τις διεπαφές της συσκευής που υποστηρίζουν κεφαλίδες Subnetwork Access Protocol (SNAP), όπως οι διεπαφές Ethernet, Frame Relay και Asynchronous Transfer Mode (ATM). Κάθε συσκευή Cisco που υποστηρίζει το CDP αποθηκεύει τις πληροφορίες που λαμβάνει από άλλες συσκευές σε ένα πίνακα, ο οποίος εμφανίζεται με την εντολή show cdp neighbors. Οι πληροφορίες στον πίνακα CDP ενημερώνονται κάθε φορά που λαμβάνεται μια ανακοίνωση, και μηδενίζεται ο χρόνος κατακράτησης για τη συγκεκριμένη καταχώρηση. Ο χρόνος κατακράτησης (από προεπιλογή: 60 δευτερόλεπτα) καθορίζει τη διάρκεια ζωής μιας καταχώρησης μέσα στον πίνακα. Αν δεν ληφθούν ανακοινώσεις από μια συσκευή πριν τη λήξη του χρόνου κατακράτησης, τότε οι πληροφορίες της συσκευής διαγράφονται από τον πίνακα.

Οι πληροφορίες που περιέχονται στις ανακοινώσεις CDP διαφέρουν ανάλογα με τον τύπο της συσκευής και την έκδοση του λειτουργικού συστήματος που αυτή τρέχει. Αυτές οι πληροφορίες μπορεί να περιέχουν την έκδοση του λειτουργικού συστήματος, το όνομα της συσκευής (hostname), όλες τις διευθύνσεις (π.χ. διευθύνσεις IP) που έχουν ρυθμιστεί από όλα τα πρωτόκολλα που λειτουργούν πάνω στη συγκεκριμένη διεπαφή από την οποία στέλνονται οι ενημερώσεις, το αναγνωριστικό της θύρας από την οποία έρχονται οι ανακοινώσεις, τον τύπο και το μοντέλο της συσκευής, τη ρύθμιση duplex, τον τομέα VTP, το εγγενές VLAN, την κατανάλωση ρεύματος (για συσκευές Power over Ethernet, και άλλες πληροφορίες ανάλογα με τη συσκευή. Οι λεπτομέρειες που περιέχονται σε αυτές τις ανακοινώσεις επεκτείνονται εύκολα χάρη στη δυνατότητα χρήσης της μορφής τύπος-μήκος-τιμή (type-length-value, TLV).

Το Φεβρουάριο του 2006, η Hewlett-Packard αφαίρεσε την υποστήριξη για αποστολή CDP από τα προϊόντα της σειράς Procurve τα οποία κυκλοφόρησαν μετά το Φεβρουάριο του 2006, και από όλες τις επόμενες ενημερώσεις του λογισμικού τους. Η λήψη και επεξεργασία πληροφοριών CDP υποστηρίζεται ακόμα. Η υποστήριξη του CDP αντικαταστάθηκε με το Πρωτόκολλο ανακαλύψεων επιπέδου ζεύξης δεδομένων (Link Layer Discovery Protocol), ένα πρότυπο του IEEE το οποίο υλοποιείται από πολλούς κατασκευαστές και είναι λειτουργικά παρόμοιο με το CDP.[1]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αφαιρούνται τα ιδιόκτητα CDP και FEC στα ProCurve, προστίθεται το πρότυπο LLDP (στα Αγγλικά). [1]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Cisco Discovery Protocol της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).