Προυσίας Β΄ της Βιθυνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Προυσίας Β' της Βιθυνίας)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Προυσίας Β' ο Κυνηγός, ήταν βασιλιάς του ελληνιστικού κράτους της Βιθυνίας, στην Ανατολία, κατά την περίοδο περ. 182 π.Χ.149 π.Χ. Ήταν γιος του Προυσία Α' και της Απάμας A', κόρης του βασιλιά της Μακεδονίας, Δημητρίου Β' του Αιτωλικού.

Ο Προυσίας Β' διαδέχτηκε τον πατέρα του το 182 π.Χ. στο θρόνο της Βιθυνίας. Όπως και ο πατέρας του, αναζήτησε σύζυγο στη Μακεδονία, νυμφευόμενος τελικά μια πριγκίπισσα που λεγόταν επίσης Απάμα, κόρη του βασιλιά Φιλίππου Ε'.

Προυσίας Β'
Δυναστεία:  Ηγεμόνες της Βιθυνίας      
Πατέρας:  Προυσίας Α' Χωλός
Μητέρα:  Απάμα Α'
Σύζυγος:  Απάμα Δ'
Παιδιά:  Νικομήδης Β' Επιφανής
 κόρη

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τη ζωή του λαμβάνουμε σημαντικές πληροφορίες από τον ιστορικό Πολύβιο, ο οποίος σε γενικές γραμμές εκφράζει μεγάλη αποδοκιμασία προς το πρόσωπό του. Τον περιγράφει κακόμορφο και, αν και ήταν έξυπνος, δεν είχε στρατηγικές ικανότητες («όχι περισσότερες από μια γυναίκα», είναι η ακριβής έκφραση του ιστορικού). Γενικά σε διάφορα σημεία περιγράφεται ως θηλυπρεπής και όχι αντάξιος της εικόνας ενός βασιλιά. Παράλληλα είχε κλίση προς τις απολαύσεις, παραμελώντας το πνεύμα και τη μόρφωσή του.[1]

Επαφές με τη Ρώμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την υποταγή της Μακεδονίας στους Ρωμαίους το 168 π.Χ., ο Προυσίας πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην πόλη της Ρώμης, ώστε να μεταφέρει τα συγχαρητήριά του. Ο ιστορικός Πολύβιος καταδικάζει την απεριόριστη δουλοπρέπεια που επέδειξε προς τους Ρωμαίους, αναφέροντας χαρακτηριστικά πως δεν τον θεωρεί άξιο της βασιλικής αξιοπρέπειας, παρά έναν τιποτένιο. Όταν έφτασε στην αυλή του ρωμαϊκή πρεσβεία έτρεξε ο ίδιος να τους υποδεχτεί με τα μαλλιά κουρεμένα, φορώντας λευκά ενδύματα και καπέλο, ακριβώς τα ρούχα που φορούσαν στη Ρώμη οι σκλάβοι που μόλις είχαν απελευθερωθεί. Μπαίνοντας δε στην αίθουσα της Συγκλήτου το 167 π.Χ. στάθηκε στο κατώφλι προσκυνώντας βαθιά τους καθισμένους άρχοντες της Ρώμης. Αντίστοιχη δουλοπρέπεια επέδειξε κατά τη διάρκεια της ακρόασης. Τόσο ο Πολύβιος, όσο κι ο Αππιανός αναφέρουν πως η ανόητη συμπεριφορά του ήταν αυτή που του εξασφάλισε την ανοχή της Ρώμης.[2][3]

Λίγα χρόνια μετά, το 164 π.Χ. στην πόλη της Ρώμης παρουσιάστηκαν πρέσβεις του Προυσία, της Ρόδου και της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Η Σύγκλητος παρείχε ακρόαση σε όλους. Οι απεσταλμένοι της Βιθυνίας παραπονέθηκαν για το βασιλιά της Περγάμου, Ευμένη Β', αφενός επειδή είχε καταλάβει ορισμένα από τα εδάφη τους, αφετέρου επειδή, αντί να συμμορφωθεί με τις προσταγές της Ρώμης, εξακολουθούσε να προσπαθεί να αποκτήσει δύναμη μπλέκοντας στις υποθέσεις των Γαλατών της Μικράς Ασίας. Την ίδια αφήγηση παρουσίασαν και άλλες πόλεις της περιοχής, τονίζοντας τις ανησυχητικές σχέσεις που διατηρούσε ο Ευμένης με το βασιλιά των Σελευκιδών, Αντίοχο Δ'. Οι Ρωμαίοι απέφυγαν να δώσουν σαφή απάντηση, ωστόσο συγκράτησαν τις πληροφορίες αυτές.[4] Την επόμενη χρονιά, ο αδερφός του Ευμένη, Άτταλος, μετέβη προσωπικά στη Ρώμη, με τον έτερο αδερφό του, τον Αθηναίο, προκειμένου να υπερασπιστεί τη θέση του βασιλιά της Περγάμου και να αντικρούσει τις κατηγορίες. Γενικά η αποστολή αυτή κρίθηκε ικανοποιητική και οι απεσταλμένοι έλαβαν τιμές προτού επιστρέψουν στην Ασία. Ωστόσο η Ρώμη έστειλε απεσταλμένους στην Ελλάδα να επιβλέπουν την κατάσταση από κοντά.[5] Το ίδιο σενάριο έλαβε χώρα και πάλι το 159 π.Χ. όταν ο Προυσίας και οι Γαλάτες και πάλι κατηγόρησαν τον Ευμένη στους Ρωμαίους. Για άλλη μια φορά, ο Άτταλος μετέβη στη Ρώμη, για να υπερασπιστεί τον αδερφό του.[6]

Πόλεμος κατά του Αττάλου Β'[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 159 π.Χ. τον Ευμένη Β' διαδέχτηκε ο αδερφός του, Άτταλος Β', ο οποίος εξακολούθησε να βρίσκεται σε διαμάχες με τον Προυσία. Το 156 π.Χ. ο Προυσίας κινήθηκε κατά της Περγάμου. Αφού νίκησε τον Άτταλο μετέβη στο Νικηφόριο, όπου κατέστρεψε πολλά ιερά και απέσπασε μπρούντζινα και μαρμάρινα αγάλματα, ανάμεσα στα οποία και ένα περήφημο άγαλμα του Ασκληπιού. Μετά τις λεηλασίες αυτές μετέφερε το στρατό του στην Ελαία, την οποία προσπάθησε να καταλάβει ανεπιτυχώς. Κατόπιν αποσύρθηκε στα Θυάτειρα, αφού λεηλάτησε το Ναό της Αρτέμιδος στην Ιερά Κώμη. Ομοίως έκαψε ολοσχερώς ένα ναό του Απόλλωνα. Κατά την επιστροφή τα στρατεύματά του υπέφεραν από πείνα και δυσεντερία, κάτι που ο Πολύβιος αποδίδει στη θεϊκή εκδίκηση.[7][8] Ομοίως ο στόλος του βασιλιά της Βιθυνίας καταστράφηκε το 155 π.Χ. εξαιτίας μιας καταιγίδας στην Προποντίδα.[8]

Μετά την ήττα του ο Άτταλος, απέστειλε τον αδερφό του, Αθηναίο, στη Ρώμη για να ενημερώσει τη Σύγκλητο για τα γεγονότα. Οι απεσταλμένοι του Προυσία καθησύχασαν τους Ρωμαίους, οι οποίοι ωστόσο έστειλαν λεγάτους για να διερευνήσουν τις σχέσεις των δύο ανδρών.[7][8] Πάντα το 155 π.Χ. καταφθάνουν στη Ρώμη νέα πως ο Προύσιας αντιμετώπισε με περιφρόνηση τη βούληση της Συγκλήτου, καθώς και για την απρέπειες που διέπραξε στη γύρω περιοχή. Οργισμένοι οι άρχοντες της Ρώμης έστειλαν δέκα λεγάτους προκειμένου να διατάξουν τον Προύσια να θέσει τέρμα στον πόλεμο και να παρέχει στον Άτταλο αποζημίωση για τα δεινά που προξένησε στη χώρα του.[9]

Το 154 π.Χ. ο Άτταλος ήδη από το χειμώνα ξεκίνησε να συγκεντρώνει ισχυρές δυνάμεις. Στα πλαίσια της συμμαχίας τους, οι βασιλείς Αριαράθης Ε' της Καππαδοκίας και Μιθριδάτης Δ' του Πόντου, του έστειλαν ενισχύσεις, επικεφαλής των οποίων τέθηκε ο Δημήτριος, γιος του Αριαράθη. Όσο προετοιμαζόταν δέχτηκε επίσκεψη των δέκα λεγάτων της Ρώμης, οι οποίοι αφού ενημερώθηκαν για την κατάσταση ήρθαν σε επαφή με τον Προυσία, στον οποίο μετέφεραν με πολύ αυστηρό τρόπο τις συστάσεις της Συγκλήτου. Ο βασιλιάς της Βιθυνίας αρνήθηκε τις αξιώσεις τους, με αποτέλεσμα οι Ρωμαίοι να αποκηρύξουν τη συμμαχία τους με τη Βιθυνία. Βλέποντάς τους να αποχωρούν για το στρατόπεδο του Αττάλου ο Προυσίας το μετάνιωσε και έμεινε μετέωρος ως προς το πώς έπρεπε να χειριστεί την κατάσταση.[10]

Αφού συμβούλεψαν τον Άτταλο να μην επιτεθεί, αλλά να ενισχύσει την άμυνα των συνόρων και των χωριών της επικράτειάς του, απέστειλαν μηνύματα σε διάφορες περιοχές της Ιωνίας και του Ελλησπόντου, διατάζοντας τους κατοίκους να σπάσουν τις σχέσεις τους με τη Βιθυνία υπέρ της Περγάμου. Ορισμένοι δε από αυτούς μετέβησαν στη Ρώμη για να ενημερώσουν τις αρχές για τις εξελίξεις.[10]

Σχεδόν ταυτόχρονα κατεύθασε ο Αθηναίος με ογδόντα πλοία, τόσο της Περγάμου όσο και των συμμάχων της. Πλέοντας στον Ελλήσποντο προξένησε καταστροφές σε πόλεις που είχαν ταχθεί με το πλευρό της Βιθυνίας. Τελικά, η Σύγκλητος απέστειλε τρεις λεγάτους επιφορτισμένους με την αποστολή να βάλουν τέλος στον πόλεμο αναγκάζοντας τους δύο βασιλείς να υπογράψουν συνθήκη. Στους όρους της περιλαμβανόταν η συμφωνία να παραχωρήσει ο Προυσίας είκοσι πλοία στον Άτταλο, καθώς και να του καταβάλλει πεντακόσια τάλαντα σε είκοσι χρόνια.[11][12] Τα δύο κράτη θα επέστρεφαν στα σύνορα που κατείχαν πριν την έναρξη του πολέμου. Στον Προύσια επίσης ανατέθηκε η υποχρέωση να επισκευάσει τις ζημιές που είχε προξενήσει στις πόλεις Μήθυμνα, Αιγαί, Κύμη και Ηράκλεια, πληρώνοντας εκατό τάλαντα σε αυτές.[12]

Διαμάχη με το Νικομήδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς ο Προύσιας δεν ήταν καθόλου αγαπητός στους υπηκόους του εξαιτίας της σκληρότητάς του, άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα λαοφιλής ο γιος του, Νικομήδης. Αυτό έπεσε στην αντίληψη του βασιλιά, ο οποίος έστειλε το γιο του να ζήσει στη Ρώμη. Ωστόσο κι εκεί ο νεαρός άνδρας κέρδισε την εύνοια των αρχών. Σκεπτόμενος το συμφέρον του ο Προυσίας έστειλε στη Ρώμη έναν άνδρα που ονομαζόταν Μένας. Τον επιφόρτησε με την αποστολή να βρει το Νικομήδη και μαζί να διεκδικήσουν τη μείωση της πολεμικής αποζημίωσης προς τον Άτταλο. Σε περίπτωση επιτυχίας όλα θα έβαιναν καλώς, ειδάλλως ο Μένας έλαβε τη διαταγή να θανατώσει το Νικομήδη. Για το λόγο αυτό έλαβε συνοδεία 2.000 στρατιώτες.[13]

Από την πλευρά του ο Άτταλος έστειλε στη Ρώμη τον Ανδρόνικο, ο οποίος κατάφερε να αποδείξει ενωπίων των αρχόντων πως το ποσό της αποζημίωσης δεν ήταν μεγαλύτερο από τα λάφυρα που είχε κλέψει ο Προυσίας. Έτσι η ποινή δεν μειώθηκε. Από την πλευρά του ο Μένας, βλέποντας πως ο Νικομήδης ήταν αξιόλογος άνδρας, δεν αποφάσιζε να τον σκοτώσει, ωστόσο δεν μπορούσε να επιστρέψει στη Βιθυνία με άδεια χέρια. Ο Νικομήδης αντιλήφθηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά, και με την υποστήριξη του Ανδρόνικου, συνομώτησαν μεταξύ τους κατά του Προυσία. Συναντήθηκαν νύχτα σε ένα πλοίo σε μια μικρή πόλη της Ηπείρου, όπου και πριν το ξημέρωμα αποφάσισαν πώς θα προχωρήσουν.[13]

Το πρωί ο Νικομήδης βγήκε από το πλοίο φορώντας τα βασιλικά χρώματα και φορώντας διάδημα στο κεφάλι. Ο Ανδρόνικος τον συνάντησε, τον αναγνώρισε ως βασιλιά και του παρείχε συνοδεία 500 ανδρών. Από την πλευρά του ο Μένας, προσποιήθηκε άγνοια μπροστά στους άνδρες του, ωστόσο αφού τους μίλησε τους έπεισε πως συμφέρον της χώρας ήταν η εκθρόνιση του τυραννικού βασιλιά και η άνοδος ενός νεότερου, που επιπλέον είχε την αποδοχή τόσο της Ρώμης, όσο και της Περγάμου. Έτσι ο Νικομήδης κέρδισε και την υποστήριξη των 2.000 ανδρών του Μένα.[14]

Πάντα το 149 π.Χ. ο Άτταλος Β', υποδέχτηκε θερμά το Νικομήδη στην Πέργαμο, διατάζοντας τον πατέρα του, Προυσία, να του παραχωρήσει ορισμένες πόλεις και εκτάσεις. Ο Προύσιας προσβεβλημένος απάντησε πως θα του έδινε αμέσως ολόκληρο το βασίλειο του Αττάλου, καθώς για το Νικομήδη προορίζονταν όλα τα εδάφη που σκόπευε να κατακτήσει όταν ξεκινούσε τον πόλεμο. Κατόπιν έστειλε για άλλη μια φορά αγγελιοφόρους στη Ρώμη. Ο Άτταλος εισέβαλε και πάλι στα εδάφη της Βιθυνίας υπέρ του Νικομήδη. Ο λαός δεν αντιστάθηκε και σιγά σιγά άρχισε να παίρνει το μέρος των εισβολέων. Μην μπορώντας να εμπιστευτεί κανένα, και με φρουρά μόλις 500 ανδρών του γαμπρού του από τη Θράκη, ο Προυσίας κλείστηκε στο φρούριο της Νίκαιας για να περιμένει την αντίδραση της Ρώμης. Ο Ρωμαίος πραίτορας, για να βοηθήσει τους σκοπούς του Αττάλου, άργησε να παρουσιάσει την πρεσβεία στη Σύγκλητο, κι όταν το έκανε οι άρχοντες του έδωσαν την άδεια να επιλέξει ο ίδιος ποιους άνδρες θα έστελνε για να διευθετήσουν το ζήτημα. Εκείνος επέλεξε επίτηδες τρεις άνδρες με σοβαρές αναπηρίες.[15]

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι απεσταλμένοι διέταξαν την παύση των εχθροπραξιών ωστόσο έφυγαν για τη Ρώμη προτού πάρουν το οποιοδήποτε μέτρο. Χάνοντας τις ελπίδες του και μην έχοντας πού να βασιστεί ο Προυσίας επέστρεψε στη Νικομήδεια ελπίζοντας πως θα μπορέσει να την υπερασπιστεί. Τελικά τον πρόδωσε ο ίδιος ο λαός, ο οποίος άνοιξε τις πύλες, ώστε να εισέλθει ο Νικομήδης με το στρατό του. Ο Προυσίας κατέφυγε στο Ναό του Δία, όπου μαχαιρώθηκε από τους άνδρες του Νικομήδη. Με τον τρόπο αυτό ο τελευταίος ανέβηκε στο θρόνο ως Νικομήδης Β' ο Επιφανής.[16]

Χρονολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

 Ηγεμόνες της Βιθυνίας
Βασιλείς

  Βοτείρας
  Βας
  Ζιποίτης Α'
  Νικομήδης Α' Φιλέλληνας
  Ζιποίτης Β'
  Ζιαήλας
  Προυσίας Α' Χωλός
  Προυσίας Β' Κυνηγός
  Νικομήδης Β' Επιφανής
  Νικομήδης Γ' Ευεργέτης
  Νικομήδης Δ' Φιλοπάτωρ
  Σωκράτης Χριστός

  Άλλα πρόσωπα...

Έτος (π.Χ.) Γεγονός
Γέννηση του Προυσία Β' του Κυνηγού, γιου του Προυσία Α' και της Απάμας Α'.
182 π.Χ. Ο Προυσίας Β' διαδέχεται τον πατέρα του στο θρόνο της Βιθυνίας.
Γάμος του Προυσία με την Απάμα, κόρη του βασιλιά της Μακεδονίας, Φιλίππου Ε'.
168 π.Χ. Λαμβάνει χώρα η Μάχη της Πύδνας, γεγονός που σηματοδοτεί την υποταγή της Μακεδονίας στην Ρώμη. Την ίδια χρονιά, ο Προυσίας αυτοαποκαλείται «απελεύθερος της Ρώμης».
167 π.Χ. Ο Προυσίας επισκέπτεται προσωπικά τη Ρώμη.
164 π.Χ. Πρεσβείες της Βιθυνίας, της Ρόδου και της Αχαϊκής Συμπολιτείας υποβάλλουν στη Ρώμη τα παραπονά τους για το βασιλιά της Περγάμου, τον Ευμένη Β'.
163 π.Χ. Ο Άτταλος υπερασπίζεται ενωπίων της Συγκλήτου τον αδερφό του, Ευμένη Β'.
Οι Ρωμαίοι αποφασίζουν να παρακολουθούν από κοντά την κατάσταση.
159 π.Χ. Επαναλαμβάνεται το ίδιο σενάριο.
156 π.Χ. Ξεσπά πόλεμος ανάμεσα στην Πέργαμο και τη Βιθυνία, με τον Προυσία να αναδεικνύεται νικητής και να προβαίνει σε λεηλασίες. Την επιστροφή των ανδρών του δυσχεραίνουν ασθένειες.
155 π.Χ. Ο στόλος του Προυσία καταποντίζεται στην Προποντίδα εξαιτίας καταιγίδας. Ο αδερφός του Αττάλου, Αθηναίος, πείθει τους Ρωμαίους να στείλουν στη Μικρά Ασία αντιπροσωπεία.
154 π.Χ. Ο Άτταλος συγκεντρώνει ισχυρό στρατό τον οποίον ενισχύουν οι βασιλείς της Καππαδοκίας και του Πόντου. Οι Ρωμαίοι παύουν τις καλές τους σχέσεις με τον Προυσία όταν αυτός αρνείται να συμμορφωθεί με τις επιταγές τους. Επιβάλλουν και σε διάφορες μικρασιατικές πόλεις να κάνουν το ίδιο, ενώ ο Αθηναίος επιτίθεται σε εκείνες που δεν το πράττουν. Τελικά κλείνει ειρήνη με όρους που ευννούν την Πέργαμο, αν και δεν υπάρχουν εδαφικές αλλαγές.
Ο γιος του Προυσία, Νικομήδης, κερδίζει το σεβασμό τόσο του λαού όσο και της Ρώμης, σε βάρος του πατέρα του.
149 π.Χ. Ο Προυσίας συνομωτεί ανεπιτυχώς ώστε είτε να χρησιμοποιήσει είτε να θανατώσει το Νικομήδη. Τελικά χάνει τη ζωή του κατά τη διάρκεια επανάστασης την οποία υποστήριξε τόσο ο λαός, όσο και οι πόλεις Ρώμη και Πέργαμος.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαίες Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετάφραση των αρχαίων κειμένων στα αγγλικά:

  1. Πολύβιος, «Ιστορίες», 36.15
  2. Πολύβιος, «Ιστορίες», 30.18
  3. Αππιανός, «Ρωμαϊκή Ιστορία: Μιθριδατικοί Πόλεμοι», 2
  4. Πολύβιος, «Ιστορίες», 30.30
  5. Πολύβιος, «Ιστορίες», 31.1
  6. Πολύβιος, «Ιστορίες», 31.32
  7. 7,0 7,1 Πολύβιος, «Ιστορίες», 32.15 και 32.16
  8. 8,0 8,1 8,2 Διόδωρος ο Σικελιώτης, 31.35
  9. Πολύβιος, «Ιστορίες», 33.7
  10. 10,0 10,1 Πολύβιος, «Ιστορίες», 33.12
  11. Αππιανός, «Ρωμαϊκή Ιστορία: Μιθριδατικοί Πόλεμοι», 3
  12. 12,0 12,1 Πολύβιος, «Ιστορίες», 33.13
  13. 13,0 13,1 Αππιανός, «Ρωμαϊκή Ιστορία: Μιθριδατικοί Πόλεμοι», 4
  14. Αππιανός, «Ρωμαϊκή Ιστορία: Μιθριδατικοί Πόλεμοι», 5
  15. Αππιανός, «Ρωμαϊκή Ιστορία: Μιθριδατικοί Πόλεμοι», 6
  16. Αππιανός, «Ρωμαϊκή Ιστορία: Μιθριδατικοί Πόλεμοι», 7