Προυσίας Α΄ της Βιθυνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Προυσίας Α' της Βιθυνίας)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Prusias I of Bithynia.jpg
Προυσίας Α'
Δυναστεία:  Ηγεμόνες της Βιθυνίας      
Πατέρας:  Ζιαήλας
Μητέρα:  άγνωστη
Σύζυγος:  Απάμα Α'
Παιδιά:  Προυσίας Β' Κυνηγός

Ο Προυσίας Α' ο Χωλός, ήταν βασιλιάς του ελληνιστικού κράτους της Βιθυνίας, στην Ανατολία, στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ., μέχρι το θάνατό του το 182 π.Χ. Ήταν γιος του Ζιαήλα και εγγονός του Νικομήδη Α' του Φιλέλληνα. Ο Προυσίας σύναψε συμμαχία με το βασιλιά της Μακεδονίας, Δημήτριο Β' τον Αιτωλικό, λαμβάνοντας ως σύζυγο την κόρη του, Απάμα.

Βασιλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πόλεμος με το Βυζάντιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα γνωστότερα γεγονότα της βασιλείας του Προυσία Α' ήταν η εμπλοκή του σε πόλεμο με την πόλη του Βυζαντίου προκειμένου να εξαλείψει την επιρροή του στα Στενά. Οι Βυζαντινοί, πιεσμένοι από τους φόρους που έπρεπε να καταβάλλουν στους Γαλάτες που απειλούσαν συνεχώς τα εδάφη τους, υποχρέωναν τα διερχόμενα πλοία να καταβάλλουν χρήματα για να εισέλθουν ή να εξέλθουν από τον Εύξεινο Πόντο. Οι έμποροι και οι ναυτικοί διάφορων ελληνικών πόλεων μετέφεραν τα παράπονά τους στη μεγαλύτερη πλοιοκτήτρια δύναμη της εποχής, τη Ρόδο, η οποία επίσης είχε πληγεί από το φαινόμενο αυτό. Βλέποντας πως οι Βυζαντινοί δεν ήταν πρόθυμοι να κάνουν πίσω, τους κήρυξαν τον πόλεμο συμπαρασύροντας μαζί και τη συμμαχική τους Βιθυνία το 220 π.Χ.[1]

Ο Προυσίας είχε παρεξηγηθεί με τους Βυζαντινούς για μια σειρά από λόγους. Αρχικά του είχαν τάξει την ανέγερση μιας σειράς αγαλμάτων του, κάτι που πρώτα αμέλησαν και κατόπιν ξέχασαν. Επίσης, προσπάθησαν να συμφιλιώσουν με κάθε μέσο το βασιλιά της Περγάμου, τον Άτταλο Α', και τον πρίγκιπα των Σελευκιδών, τον Αχαιό, κάτι που δεν συνέφερε τη Βιθυνία. Τέλος, οι Βυζαντινοί είχαν στείλει στον Άτταλο πρόσκληση συμμετοχής σε κάποιες θρησκευτικές τελετές, ενώ είχαν αγνοήσει τον ίδιο. Οι παραπάνω πικρίες οδήγησαν τον Προυσία στο να καλοδεχτεί την πρόταση των Ροδίων, αναλαμβάνοντας να χτυπήσει τον εχθρό από την ξηρά, όσο η Ρόδος θα εξεστράτευε από τη θάλασσα. [1]

Από την πλευρά τους οι Βυζαντινοί έστειλαν απεσταλμένους στον Άτταλο και τον Αχαιό. Ο πρώτος επιθυμούσε να συνεισφέρει αλλά προς το παρόν είχε περιοριστεί στα πατρογονικά του εδάφη από τον Αχαιό. Ο τελευταίος, ωστόσο, στο απόγειο της δύναμής του κι έχοντας μόλις ανακηρυχθεί βασιλιάς τμήματος της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών, υποσχέθηκε να βοηθήσει το Βυζάντιο, κάτι που θορύβησε τον Προυσία και τη Ρόδο. [1]

Κατά τη διάρκεια των εκστρατειών του ο Προυσίας κατέλαβε στρατηγικής σημασίας εδάφη στο Βόσπορο κι ένα κομμάτι της Μυσίας, το οποίο ήταν για πολλά χρόνια υπό την εξουσία του Βυζαντίου. Οι Ρόδιοι, με ναύαρχο τον Ξενόφαντο, έπλευσαν στον Ελλήσποντο με δέκα πλοία για να διερευνήσουν τις προθέσεις των Βυζαντινών. Οι τελευταίοι από την πλευρά τους έστειλαν μηνύματα στον Αχαιό ζητώντας τη βοήθειά του, ενώ παράλληλα κάλεσαν τον Τιβοήτη από τη Μακεδονία. Ο τελευταίος ήταν θείος του Προυσία από την πλευρά του πατέρα του και μπορούσε κάλλιστα να διεκδικήσει το θρόνο της Βιθυνίας.[1]

Διαβλέποντας πως η μεγαλύτερη ελπίδα των Βυζαντινών ήταν ο Αχαιός, οι Ρόδιοι επινόησαν ένα τέχνασμα για να τους τη στερήσουν. Ο πατέρας του Αχαιού, ο Ανδρόμαχος ήταν αιχμάλωτος στην Αίγυπτο, στην αυλή του βασιλιά Πτολεμαίου Δ'. Οι Ρόδιοι λοιπόν ζήτησαν την απελευθέρωσή του, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα φιλικά αισθήματα και την υποχρέωση του Αχαιού. Από την πλευρά του ο Πτολεμαίος, θεώρησε την ανταλλαγή συμφέρουσα, καθώς βρισκόταν σε πόλεμο με τον Αντίοχο Γ', βασιλιά των Σελευκιδών, και η ενδυνάμωση του Αχαιού, συνέβαλε στην αποδυνάμωσή του εχθρού του. Έτσι η απελευθέρωση του Ανδρομάχου πράγματι έλαβε χώρα, στερώντας από το Βυζάντιο την ελπίδα για ενίσχυση. Πρόσθετο χτύπημα για εκείνους ήταν και ο θάνατος καθ’ οδόν του Τιβοήτη, τη στιγμή που ο Προυσίας εξαπέλυε επίθεση με όλες του τις δυνάμεις, αλλά και τη βοήθεια μισθοφόρων από τη Θράκη.[2]

Ευρισκόμενοι σε πολύ δύσκολη θέση, οι Βυζαντινοί αναζήτησαν έναν τρόπο να βάλλουν τέλος στον πόλεμο διατηρώντας την αξιοπρέπειά τους. Τελικά ο Καύαρος, βασιλιάς των Γαλατών της Θράκης, αναχώρησε για την πόλη ώστε να διαπραγματευτεί συνθήκη και να θέσει τέλος στον πόλεμο. Με την παρέμβασή του ο Προυσίας και το Βυζάντιο κατέληξαν σε συμφωνία, στην οποία όμως δεν συμμετείχε η Ρόδος. Η τελευταία έστειλε πρεσβεία για να υπογράψει την ειρήνη, αλλά και τριήρεις, θέλοντας να αποδείξει πως δεν είχε κανένα πρόβλημα να συνεχίσει τον πόλεμο. [3]

Οι όροι της συνθήκης δέσμευαν τους Βυζαντινούς να μην ζητήσουν ξανά διόδια για τη διέλευση των πλοίων στον Εύξεινο Πόντο, με αντάλλαγμα τη φιλία των Ροδίων και των συμμάχων τους. Ο Προύσιας δεσμεύτηκε να παύσει τις εχθροπραξίες και να επιστρέψει στους Βυζαντινούς τα εδάφη, τα οχυρά, τους φυσικούς πόρους, τους αιχμαλώτους και τους σκλάβους που είχε πάρει υπό την κατοχή του, χωρίς να καταβληθούν λύτρα. [3]

Κατάληψη της Αρίσβας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To 216 π.Χ. οι Γαλάτες τους οποίους ο Βασιλιάς Άτταλος Α' είχε χρησιμοποιήσει στον πόλεμο που διεξήγαγε κατά του Αχαιού, ξεκίνησαν να λεηλατούν πόλεις στον Ελλήσποντο επιδεικνύοντας μεγάλη βαρβαρότητα και τελικά προσπάθησαν να καταλάβουν το Ίλιον. Οι κάτοικοι της Αλεξάνδρειας Τρωάδας, μαχόμενοι με γενναιότητα απώθησαν τους Γαλάτες αποκόπτοντάς τον ανεφοδιασμό τους και χαλώντας τα σχέδιά τους. Ωστόσο, οι Γαλάτες κατείχαν ακόμη την Αρίσβα, στην ευρύτερη περιοχή της Αβύδου, την οποία και χρησιμοποιούσαν ως εφαλτήριο των επιδρομών τους στη γύρω περιοχή. Ο Προύσιας οδήγησε έναν στρατό εναντίον τους και τους κατατρόπωσε. Αφού νίκησε τους άνδρες στη μάχη, δε δίστασε να θανατώσει σχεδόν όλες τις γυναίκες και τα παιδιά που συνελλήφθησαν στο στρατόπεδο των αντιπάλων του, ενώ άφησε τους άνδρες του να πάρουν μαζί ό,τι βρέθηκε εκεί. Με τον τρόπο αυτό γλύτωσαν οι πόλεις του Ελλησπόντου από σοβαρό κίνδυνο, ενώ αποθαρρύνθηκαν φτωχά προετοιμασμένες μελλοντικές εισβολές βαρβάρων στην Ασία.[4]

Συμμαχία με τη Μακεδονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Προυσίας είχε επιλέξει σύζυγο από τη Μακεδονία και συγκεκριμένα την κόρη του Δημητρίου Β' του Αιτωλικού, την Απάμα. Όταν στο θρόνο ανέβηκε ο ετεροθαλής αδερφός της, Φίλιππος Ε', η συμμαχία ανανεώθηκε. Το 202 π.Χ. ο Φίλιππος παραχώρησε στο γαμπρό του τα λιμάνια Κίος και Μύρλεια, τα οποία μετονόμασε σε Προύσα και Απάμεια αντίστοιχα. Ως αντάλλαγμα ο Προυσίας δεσμεύτηκε να επεκτείνει τα εδάφη του σε βάρους του εχθρικού βασιλείου της Περγάμου.[5]

Συμμαχία με τη Ρώμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς ο βασιλιάς των Σελευκιδών, Αντίοχος Γ', επέστρεφε από την εκστρατεία του στις Σάρδεις το 190 π.Χ. έστειλε στον Προυσία πολλαπλά μηνύματα προσκαλώντας τον να συνάψουν συμμαχία. Αρχικά ο Προυσίας σκεφτόταν σοβαρά το ενδεχόμενο αυτό καθώς φοβόταν την επέκταση των Ρωμαίων στη Μικρά Ασία. [6] Ωστόσο, τότε έλαβε ένα γράμμα που έστελναν τα αδέρφια Πόπλιος και Λεύκιος Σκιπίων, στο οποίο των καθησύχαζαν θυμίζοντάς του πως η Ρώμη είχε ως πολιτική να αυξάνει τις επικράτειες των βασιλέων που συμμαχούσαν μαζί της. Επισήμαιναν δε, πως ενώ είχαν νικήσει το βασιλιά Φίλιππο Ε' της Μακεδονίας, του επέτρεψαν να διατηρήσει το θρόνο του, απελευθέρωσαν το γιο του, Δημήτριο, τον οποίο και κρατούσαν όμηρο, ενώ τον απάλλαξαν και από μέρος των χρεών του.[7] Ομοίως είχαν συγχωρέσει τον τύραννο της Σπάρτης, το Νάβι. Προβάλλοντας αυτά τα επιχειρήματα των παρακάλεσαν να μην ταχθεί με το πλευρό του Αντιόχου, και δε θα το μετάνιωνε. Διαβάζοντας το γράμμα ο Προυσίας άλλαξε γνώμη, κι αφού υποδέχτηκε και πρεσβεία των Ρωμαίων, εγκατέλειψε τον Αντίοχο.[6][8]

Πόλεμος με τον Ευμένη Β’[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενοχλημένος από τους όρους Συνθήκη της Απάμειας (188 π.Χ.) η οποία υπογράφτηκε μετά την ήττα του Αντίοχου από τους Ρωμαίους, ο Προυσίας εξέφρασε την αντίθεσή του. Παρείχε δε καταφύγιο το 186 π.Χ. στο σύμμαχο του Αντιόχου και εχθρό των Ρωμαίων, Καρχηδόνιο στρατηγό, Αννίβα. Στο μεταξύ ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στον Προύσια και το βασιλιά της Περγάμου, Ευμένη Β'. Την αρχή φέρεται να έκανε ο Προυσίας, σπάζοντας τη μεταξύ τους συνθήκη.[9] Ο Αννίβας, ο οποίος ήθελε να ενδυναμώσει το βασιλιά ώστε αργότερα να χρησιμοποιήσει το στρατό του κατά των Ρωμαίων, προσφέρθηκε να τον βοηθήσει να κερδίσει πρώτα τους γείτονες βασιλείς.[10]

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Προυσίας υπέφερε από ήττες στη στεριά και γι’ αυτό επέλεξε να μεταφερθεί ο πόλεμος στη θάλασσα. Σε μια κρίσιμη καμπή ήταν ο Αννίβας εκείνος που με ένα έξυπνο σχέδιο του παρείχε τη νίκη. Αρχικά έστειλε αγγελιοφόρο στον Ευμένη με ένα κενό γράμμα, προκειμένου να εντοπίσει σε ποιο πλοίο είχε επιβιβαστεί. Κατόπιν, διέταξε να πετάξουν στα εχθρικά πλοία κεραμικά αγγεία γεμάτα με κάθε λογής ερπετά. Αν και η ιδέα φάνηκε αρχικά στους άνδρες του γελοία, ωστόσο αποδείχτηκε πολύ αποτελεσματική όταν τα φίδια άρχισαν να κυκλοφορούν στη γέφυρα των πλοίων του εχθρού. [9][10]

Το 183 π.Χ. ο Προυσίας εξαπέλυσε επίθεση στις πόλεις Κιέρο και Τίο, καθώς και σε άλλες που ήταν υπό την επιρροή της Ηράκλειας. Στην πρώτη έδωσε το όνομά του, ενώ με την κατάληψη της δεύτερης πέτυχε την περικύκλωση της Ηράκλειας. Κατόπιν πολιόρκησε και την τελευταία, οπότε και πολλοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Ήταν κοντά στην επιτυχία όταν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, κι ενώ σκαρφάλωνε μια σκάλα, ο Προυσίας χτυπήθηκε από μια πέτρα χάνοντας την ισορροπία του. Ως αποτέλεσμα έσπασε το πόδι του. Ο τραυματισμός του οδήγησε σε λύση της πολιορκίας κι ο βασιλιάς επέστρεψε με δυσκολία στη Βιθυνία. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έλαβε το επίθετο «ο Χωλός» εξαιτίας του τραυματισμού του.[11]

Τελικά μέχρι το τέλος του έτους, Ευμένης και Προυσίας υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης.

Θάνατος του Αννίβα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρωμαίος στρατηγός Φλαμινίνος, κατέφτασε την ίδια εποχή στην Αυλή της Βιθυνίας για να διαμαρτυρηθεί για τον πόλεμο με τον Ευμένη, αλλά κυρίως για το ζήτημα του Αννίβα. Στόχος του ήταν να πείσει το βασιλιά είτε να σκοτώσει είτε να παραδώσει τον επιφανή φιλοξενούμενό του. Τελικά ο Προυσίας απέστειλε φρουρούς να περικυκλώσουν το σπίτι όπου κρυβόταν ο Αννίβας. Παρά το γεγονός ότι το οίκημα είχε επτά εξόδους στάθηκε αδύνατο να εξέλθει κανείς χωρίς να γίνει αντιληπτός. Έτσι ο Αννίβας, προκειμένου να στερήσει την ένδοξη νίκη από το Φλαμινίνο, αυτοκτόνησε με δηλητήριο.[12]

Διαδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 182 π.Χ., τον Προυσία Α' διαδέχτηκε ο γιος του από την Απάμα, Προυσίας Β'.

Χρονολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

 Ηγεμόνες της Βιθυνίας
Βασιλείς

  Βοτείρας
  Βας
  Ζιποίτης Α'
  Νικομήδης Α' Φιλέλληνας
  Ζιποίτης Β'
  Ζιαήλας
  Προυσίας Α' Χωλός
  Προυσίας Β' Κυνηγός
  Νικομήδης Β' Επιφανής
  Νικομήδης Γ' Ευεργέτης
  Νικομήδης Δ' Φιλοπάτωρ
  Σωκράτης Χριστός

  Άλλα πρόσωπα...

Έτος (π.Χ.) Γεγονός
Γέννηση του Προυσία Α' του Χωλού, γιου του Ζιαήλα.
π. 228 π.Χ. Ο Προυσίας Α' διαδέχεται τον πατέρα του στο θρόνο της Βιθυνίας.
220 π.Χ. Διεξαγωγή πολέμου ανάμεσα στο Βυζάντιο και τις συνασπισμένες δυνάμεις της Ρόδου και της Βιθυνίας, με αφορμή τα διόδια που πλήρωναν τα διερχόμενα πλοία στους Βυζαντινούς για να προσπελάσουν τον Εύξεινο Πόντο.
216 π.Χ. Ο Προυσίας αποσπά την Αρίσβα από τους Γαλάτες που λεηλατούσαν τη γύρω περιοχή.
202 π.Χ. Ο Φίλιππος Ε' της Μακεδονίας χαρίζει δύο πόλεις στον κουνιάδο του, Προυσία, ανανεώνοντας τη συμμαχία τους.
197 π.Χ. Λαμβάνει χώρα η Μάχη στις Κυνός Κεφαλές, όπου οι Ρωμαίοι συντρίβουν τους Μακεδόνες.
190 π.Χ. Ο Προυσίας αρνείται να συνεργαστεί με τον ηγεμόνα της Συρίας, Αντίοχο Γ' το Μέγα, μετά από παρέμβαση των Ρωμαίων.
188 π.Χ. Ήττα του Αντίοχου από τους Ρωμαίους και υπογραφή της Συνθήκης της Απάμειας.
186 π.Χ. Ο Καρχηδόνιος στρατηγός Αννίβας βρίσκει καταφύγιο στην αυλή του Προυσία και τον βοηθά στο νέο του πόλεμο με τον Ευμένη Β' της Περγάμου.
183 π.Χ. Ο Προυσίας καταλαμβάνει τις πόλεις Κιέρο και Τίο, ενώ πολιορκεί την Ηράκλεια. Η πολιορκία λύνεται όταν ο ίδιος τραυματίζεται σοβαρά. Την ίδια χρονιά οι Ρωμαίοι απαιτούν την παράδοση του Αννίβα, ο οποίος αυτοκτονεί.
182 π.Χ. Θάνατος του Προυσία Α'. Τον διαδέχεται ο γιος του από την Απάμα, πριγκίπισα της Μακεδονίας, Προυσίας Β'.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Πολύβιος, «Ιστορίες», 4.50
  2. Πολύβιος, «Ιστορίες», 4.51
  3. 3,0 3,1 Πολύβιος, «Ιστορίες», 4.52
  4. Πολύβιος, «Ιστορίες», 5.111
  5. Βλ. λήμμα Πρώτος Κρητικός Πόλεμος.
  6. 6,0 6,1 Πολύβιος, «Ιστορίες», 21.11
  7. Αππιανός, «Συριακά», 23
  8. Τίτος Λίβιος, «Ρωμαϊκή Ιστορία», 37.25
  9. 9,0 9,1 Justinus, «Επιτομή των ιστοριών του Πομπήιου Τρόγου», 32.4
  10. 10,0 10,1 Κορνήλιος Νέπως, «De viris illustribus: Περί επιφανών στρατηγών» «ΧΧΧΙΙΙ: Αννίβας», 10 και 11
  11. Μέμνων, «Ιστορία της Ηράκλειας», 19
  12. Τίτος Λίβιος, «Ρωμαϊκή Ιστορία», 39.51

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαίες πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύγχρονες πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Édouard Will, «Histoire politique du monde hellénistique 323-30 av. J.-C.», Seuil, coll. «Points Histoire», Παρίσι, 2003 (ISBN 2-02-060387-X)

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]