Προβέν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 48°33′00″N 03°18′00″E / 48.55000°N 3.30000°E / 48.55000; 3.30000

Προβέν (Provins), Πόλη των Μεσαιωνικών Πανηγυριών(α)
Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ
Άποψη της Προβέν από βορρά (2006)
Χώρα μέλος Flag of France.svg Γαλλία
Τύπος Πολιτισμικό
Κριτήρια (ii,)(iv)
Ταυτότητα #873rev
Περιοχή(β) Ευρώπη και Βόρεια Αμερική

Ιστορικό εγγραφής

Εγγραφή: 2001 ( συνεδρίαση)

α) Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων της Π.Π.Κ.
β) Επίσημη καταχώριση από την ΟΥΝΕΣΚΟ

Η Προβέν (γαλλ. Provins) είναι πόλη στον νομό Σεν-ε-Μαρν (Seine-et-Marne) της περιοχής Ιλ-ντε-Φρανς (Île-de-France) της κεντρικής - βόρειας Γαλλίας. Σύμφωνα με την απογραφή του 2008 έχει 12.264 κατοίκους[1], οι οποίοι αποκαλούνται "Προβινουά(ζ)" (Provinois(es)).[2] Η πόλη διαιρείται σε Άνω - αποκαλείται "Châtel" (κάστρο, φρούριο) και Κάτω - αποκαλείται "Val" (κοιλάδα).[3] Από το 2001 η Προβέν αποτέλεσε ένα από τα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ουνέσκο.

Θέση και ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Προβέν είναι κτισμένη σε ένα βραχώδες οροπέδιο της περιοχής Μπρι (Brie). Η Άνω πόλη σχηματίζει μια προεξοχή ανάμεσα στις κοιλάδες του Ντυρτέν (Durteint) και του Βουλζί (Voulzie). Υπολείμματα της παλαιολιθικής και της νεολιθικής εποχής καταδεικνύουν ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή. Λόγω της φυσικής οχυρής θέσης, οι Ρωμαίοι δημιούργησαν εκεί στρατιωτική εγκατάσταση. Σύμφωνα με κάποιο θρύλο, ο Ρωμαίος στρατηγός Πρόμπους (Probus) διέμεινε εκεί γύρω στο 271 μ.Χ. και επέτρεψε την καλλιέργεια αμπέλου, την οποία είχε απαγορεύσει ο Δομιτιανός. Σύμφωνα με αυτό τον θρύλο, έτσι πήρε και το όνομά της η πρώιμη πόλη: "Probi Vinum".[4]

Τα πρώτα έγγραφα που αναφέρουν την Προβέν είναι του 802 και καταδεικνύουν ότι ήταν τότε σημαντική πόλη[5], καθώς ο Καρλομάγνος απέστειλε στην πόλη ως missi dominici τους Ετιέν, κόμητα των Παρισίων (Étienne, Compte de Paris) και τον Φαρντούφλ (Fardufle), ηγούμενο του Σεν Ντενί (Saint-Denis). Η περίοδος αυτή συμπίπτει με την κατασκευή των πρώτων ισχυρών οχυρώσεων στην πόλη, ενώ λίγο αργότερα η πόλη "κόβει" το δικό της νόμισμα.[3][4] Ύστερα από την κατάλυση της καρολιγγειανής δυναστείας, η Προβέν περιέρχεται υπό την κυριαρχία των Κομήτων της Βερμαντουά (Comtes de Vermandois) από το 936 ως το 1019. Η πόλη αποτελούσε κόμβο σε δύο σημαντικούς συγκοινωνιακούς άξονες: Από την Σουασσόν (Soissons) προς την Τρουά (Troyes) προς βορρά και προς την Σεν (Sens) προς τα νοτιοδυτικά. Λόγω αυτής της γεωστρατηγικής και πολιτικής της θέσης, η Προβέν αποκτά σημαντικές οχυρώσεις κατά τον 11ο και 12ο αιώνα, ιδιαίτερα γύρω από το κάστρο της. Οι οχυρώσεις αυτές επεκτείνονται και τον 13ο αιώνα, καθώς το μέγεθος της πόλης μεγαλώνει: Ο κόμης Τιμπώ ο Δ' της Καμπανίας (Thibaut IV de Champagne) επιβλέπει την κατασκευή των πιο εντυπωσιακών οχυρωματικών έργων που εκτελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα 1226 - 1236, κατά την οποία το τείχος αποκτά ύψος 25 μέτρων. Έχουν σήμερα διατηρηθεί περίπου 1.200 μ. τείχους, το οποίο περιβάλλει την Άνω πόλη, ενώ τα τμήματα που είχαν καταρρεύσει χρησιμοποιήθηκαν ως υλικά κατασκευής ή ανακατασκευής οικιών.[6]

Το 936, στη δασωμένη βαλτώδη περιοχή που περιβάλλει την Άνω Πόλη, κοντά σε ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Σεν Μεντάρ (Saint-Médard) ανευρίσκονται τα λείψανα του Αγίου Αγιούλ (Saint-Ayoul), ηγουμένου της Λερίν (Lérins), τα οποία οι μοναχοί του Σεν Μπενουά καταδιωκόμενοι από τους Νορμανδούς, είχαν ενταφιάσει εκεί. Η ανακάλυψη αυτή γίνεται αιτία για την δημιουργία μιας μονής και την κατασκευή ενός ναού αφιερωμένων στον Σεν Αγιούλ, που με τη σειρά τους οδηγούν στην αποψίλωση των δασών και την δημιουργία της Κάτω πόλης.[4]

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προβέν: Εικόνα από τον Πύργο Σεζάρ

Υπό την κυριαρχία των κομήτων της Καμπανίας (Champagne), κατά το χρονικό διάστημα από το 1019 ως το 1284, η Προβέν θα γνωρίσει την μεγαλύτερη ευημερία της. Δημιουργήθηκαν εκεί εκκλησιαστικά ιδρύματα, τα οποία της προσέδωσαν οικονομικά οφέλη, περίπου είκοσι εκκλησίες, παρεκκλήσια, μονές αλλά και νοσοκομειακά ιδρύματα. Έτσι ενθαρρύνθηκε η παραγωγή υφασμάτων, δερμάτων και σκευών όπως μαχαιροπήρουνα, χάρη στα οποία η πόλη απέκτησε σημαντική φήμη. Αυτό της επέτρεψε να δημιουργήσει τρεις πανηγύρεις (η έννοια της πανήγυρης κατά τον Μεσαίωνα ήταν ισοδύναμη με την έννοια της εμπορικής έκθεσης σήμερα), οι οποίες την έκαναν διάσημη σε ολόκληρη την Ευρώπη: Οι πανηγύρεις της Καμπανίας.[7] Από τον 12ο αιώνα και εντεύθεν τα αρχεία της πόλης, που καταδεικνύουν τόσο την ανάπτυξή της όσο και τις συνέπειες αυτής της ανάπτυξης είναι πλήρως διατηρημένα και αποτελούν σημαντικό τεκμηριωτικό υλικό.[5]

Με απαρχή τον 10ο αιώνα, αρχίζει να κατασκευάζεται ένα νέο δίκτυο δρόμων, λίθινων και χωμάτινων, που σταδιακά αντικατέστησαν τους κακοσυντηρημένους ρωμαϊκούς δρόμους, που ως τότε αποτελούσαν το βασικό οδικό δίκτυο. Με τη διάνοιξη νέων δρόμων, σχηματίστηκε ένα πυκνότερο δίκτυο συνδέσεων μεταξύ σχεδόν όλων των κατοικημένων περιοχών, ενώ υπήρχαν πολλά σταυροδρόμια, μέσω των οποίων ο ταξιδιώτης μπορούσε να προσανατολιστεί ως προς την κατεύθυνσή του. "Κέντρο" του δικτύου αυτού αποτελούσε η Προβέν, γεγονός που εξηγεί γιατί έγινε η "μεσαιωνική πόλη των πανηγύρεων" και ένα από τα κέντρα του ευρωπαϊκού εμπορίου.[8]

Οι δύο πύλες των τειχών κατασκευάστηκαν κατά την διάρκεια της βασιλείας του Φιλίππου του Ωραίου. Φέρουν τα ονόματα "Porte de Jouy" και "Porte Saint-Jean" και αποτελούν εξαίρετα παραδείγματα κατασκευής "βασιλικών" πυλών του 14ου αιώνα.[6] Το 1239 ο Τιμπώ ο Δ', ο οποίος είχε ήδη γίνει βασιλέας της Ναβάρρας (1234) έλαβε μέρος στην Σταυροφορία και επιστρέφοντας στην Προβέν έφερε μαζί του το κόκκινο ρόδο, επονομαζόμενο "Rosa Gallica" ή "Ρόδο της Δαμασκού", το οποίο σήμερα αποκαλείται "ρόδο της Προβέν". Αυτό με ποικίλες διασταυρώσεις έδωσε τις σημερινές ποικιλίες τριαντάφυλλων που είναι διαδεδομένες σε ολόκληρη την Ευρώπη.[3] Σήμερα η οικονομία της Προβέν βασίζεται στην καλλιέργεια αυτού του τύπου τριαντάφυλλου, από το οποίο παράγονται μαρμελάδα από ροδοπέταλα, πολλοί τύποι γλυκών και ένα είδος μελιού (miel Provinois).

Οι πανηγύρεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1175 ο Ανρί "ο Φιλελεύθερος" με διάταγμά του εγγυήθηκε την ελευθερία των πολιτών στην Προβέν. Ως συνέπεια, μεγάλος αριθμός νέων κατοίκων εισέρρευσε στην πόλη και η οικονομική δραστηριότητά τους απέφερε σημαντικά οφέλη σε ολόκληρη την Καμπανία. Οι πανηγύρεις της Καμπανίας άρχισαν να συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό Ευρωπαίων εμπόρων, από την Φλαμανδία, την Λομβαρδία, την Καταλωνία αλλά και από τις ανατολικές ευρωπαϊκές περιοχές. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού τους, οι έμποροι και τα εμπορεύματά τους προστατεύονταν από φρουρά που διέθετε ο κόμης της Καμπανίας. Υπολογίζεται ότι σε κάθε πανήγυρη της Προβέν συνέρρεαν πάνω από 3.000 έμποροι και τεχνίτες από ολόκληρη την Ευρώπη, αριθμός πολύ μεγάλος για την εποχή.

Σε ετήσια βάση διοργανώνονταν στην Προβέν τρεις πανηγύρεις, καθεμία από τις οποίες διαρκούσε επτά εβδομάδες:[9][10] Η πανήγυρη του Αγίου Μαρτίνου λάμβανε χώρα κάθε Νοέμβριο, αυτή του Αγίου Αγιούλ κάθε Σεπτέμβριο και η πανήγυρη της Αναλήψεως κάθε Μάιο. Πολλοί Ευρωπαίοι τραπεζίτες εγκατέστησαν παραρτήματα των ιδρυμάτων τους στην πόλη και οι κόμητες της Καμπανίας "έκοψαν" νόμισμα, το οποίο είχε αντίκρυσμα σε ολόκληρη την Ευρώπη καθ' όλη την διάρκεια του Μεσαίωνα,[7] ονομαζόταν "denier Provinois"[11] και το χρησιμοποιούσαν το Πουατού, ολόκληρη η Νορμανδία, η Πικαρδία, ενώ είχε ισχυρό αντίκρυσμα στην Φλάνδρα, την Αγγλία και το Λάτιο[8] Άλλες τρεις πόλεις της Καμπανίας είχαν, επίσης, παρόμοιες πανηγύρεις, η Τρουά (Troyes), το Μπαρ-συρ-Ομπ (Bar-sur-Aube) και η Λανύ-συρ-Μαρν (Lagny-sur-Marne), η Προβέν όμως είναι η μόνη που διατήρησε την μεσαιωνική της δομή.[5]

Κύρια προϊόντα στο εμπόριο των πανηγύρεων ήταν τα τοπικά, όπως τα μάλλινα της Προβέν, τα δέρματα (κατεργασμένα και ακατέργαστα), τα μεταξωτά υφάσματα, το κρασί, το λάδι, τα αποξηραμένα φρούτα, τα μπαχαρικά κ.ά. Οι έμποροι σχημάτιζαν συντεχνίες (guilds).[8]

Οι πανηγύρεις της Καμπανίας είχαν εμπορικούς κανόνες και άσκησαν σημαντική επιρροή στις μετέπειτα εμπορικές συναλλαγές και πολιτικές: Ακόμη και σήμερα, η μονάδα μέτρησης βάρους των πολυτίμων λίθων και μετάλλων παραμένει η "troy ounce", της οποίας το όνομα προέρχεται από την Τρουά.[9]

Επίδραση των Ναϊτών Ιπποτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Τάγμα των Ναϊτών ιπποτών ιδρύθηκε στους Αγίους Τόπους το 1119 στον απόηχο της Α' Σταυροφορίας από εννέα ιππότες, ένας από τους οποίους ήταν ο Ούγος ντε Παιν (Hugues de Payns), άγνωστης ημερομηνίας γέννησης, καταγόμενος από το Παιν (Paynes) κοντά στην Τρουά αλλά μάλλον γεννημένος ή μεγαλωμένος στην Προβέν και υποτακτικός του κόμητα Ούγου της Καμπανίας ((Hugues de la Champagne). Αυτό είχε ως συνέπεια η Καμπανία να υποστηρίξει σθεναρά το νέο μοναστικό - στρατιωτικό Τάγμα.[12] Οι Ναΐτες αποκτούν σταδιακά πολύ μεγάλη ισχύ, κυρίως λόγω των παπικών διαταγμάτων του Ιννοκέντιου Β', που τους επιτρέπουν να λαμβάνουν δωρεές από ηγεμόνες, να μην πληρώνουν κανενός είδους φόρο ούτε στην Αγία Έδρα, αλλά αντίθετα μπορούν να επιβάλουν φόρους στις περιοχές που ελέγχουν, να εμπορεύονται ελεύθερα, να μην αποδίδουν σε κανέναν οποιοδήποτε πολεμικό λάφυρο. Η οικονομική τους ισχύς, σε συνδυασμό με την εμπιστοσύνη που ενέπνευσαν στους απλούς ανθρώπους με την επινόηση της πιστωτικής επιστολής και της απόλυτης τήρησης των όρων της από πλευράς τους, γίνεται τεράστια. Ένα από τα σημαντικότερα "καπετανάτα" του Τάγματος δημιουργείται στην Προβέν. Οι ιστορικοί αναγνωρίζουν σήμερα ότι η επίδραση των Ναϊτών στην δημιουργία και διατήρηση των πανηγύρεων στην πόλη ήταν καταλυτική, κυρίως επειδή ο απλός κόσμος τους εμπιστευόταν αλλά και επειδή ήταν ο πλουσιότερος οικονομικός παράγοντας στην Ευρώπη της εποχής. Ο βασιλέας Φίλιππος του Βαλουά έδωσε στους Ναΐτες σημαντικά προνόμια σχετικά με τις πανηγύρεις. Αυτό σήμαινε ότι εκτός του ότι μπορούσαν οι ίδιοι να ασχοληθούν με εμπορικές δραστηριότητες, είχαν δικαίωμα να εισπράττουν τέλη επί των αγοραπωλησιών αλλά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, φόρο της δεκάτης.[9] Είναι πιθανόν η ονομασία ενός μνημειακού μεσαιωνικού κτίσματος που υπάρχει και σήμερα στην πόλη, το αποκαλούμενο "Grange aux Dîmes", "Σιταποθήκη της δεκάτης", να οφείλεται σε αυτό το προνόμιο των Ναϊτών. Είναι, επίσης, γενικά παραδεκτό ότι οι έμποροι της εποχής επεδείκνυαν ιδιαίτερη προθυμία στην διεξαγωγή συναλλαγών με τους ιππότες. Δεν πρέπει να είναι τυχαίο ότι η απαρχή της παρακμής της ισχύος της Προβέν συμπίπτει με την διάλυση του Τάγματος από τον Φίλιππο τον Ωραίο προς τα τέλη του 13ου αιώνα.

Η παρακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη αρχίζει να παρακμάζει κατά τα τέλη του 13ου αιώνα. Ο τελευταίος κόμης της Καμπανίας Ροβέρτος Γ' ο Παχύς (Robert III le Gros) επιβάλλει φόρους, τους οποίους η επαγγελματική τάξη της πόλης θεωρεί βαρείς και άδικους. Ξεσπούν αρκετά συχνά ταραχές, με χειρότερη αυτήν του 1279: Ο δήμαρχος Γκιγιώμ ντε Πεντεκόστ (Guillaume de Pentecoste) επεξέτεινε την εργάσιμη ημέρα κατά μία ώρα. Οι εργαζόμενοι προέβησαν σε ένοπλη εξέγερση και σκότωσαν τον δήμαρχο και ολόκληρο το δημοτικό συμβούλιο και λεηλάτησαν τις οικίες τους. Ο βασιλέας απέστειλε στρατό για την καταστολή της εξέγερσης και αφαίρεσε από την πόλη όλα της τα προνόμια. Λίγο αργότερα, η Ιωάννα της Ναβάρρας, την οποία κηδεμόνευε ο βασιλέας, νυμφεύτηκε τον Φίλιππο τον Ωραίο. Με αυτόν τον τρόπο η Προβέν πέρασε στην δικαιοδοσία του γαλλικού στέμματος. Η Προβέν δεν θα ανακτήσει ποτέ πλέον την σημασία που είχε, οι πανηγύρεις της έφθιναν και η παραγωγικότητα των εργαστηρίων της περιορίστηκε σημαντικά. Κύρια δραστηριότητα των κατοίκων γίνεται πλέον η γεωργία.[7]

Μετά τον Μεσαίωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την άσχημη κατάσταση επεξέτεινε ο Εκατονταετής πόλεμος, ο οποίος ενίσχυσε τόσο την αταξία όσο και την φτώχεια: Εμφανίστηκαν ένοπλες συμμορίες που κυνηγούσαν τον έντρομο πληθυσμό αφήνοντας πίσω τους μόνο χαλάσματα και ερείπια. Η Προβέν περιέρχεται στην εξουσία της δυναστείας των Βουρβώνων και πλήττεται επανειλημμένα από λιμούς (1324, 1348, 1391, 1400, 1418, 1421). Τον Αύγουστο του 1592 η πόλη πολιορκήθηκε από τον Ερρίκο τον 4ο. Αντιστάθηκε δεκατρείς ημέρες και αναγκάστηκε σε παράδοση. Τον 15ο αιώνα η πόλη επλήγη από τρεις διαδοχικές σχεδόν καταστροφικές πλημμύρες (1611, 1621, 1637), οι οποίες προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές και ανθρώπινες απώλειες.[13]

Κατά την διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης η πόλη δεν γνώρισε το αιματοκύλισμα της πρωτεύουσας, αλλά αντίθετα δέχθηκε εκκλήσεις λόγω των γεμάτων σιταποθηκών της. Ωστόσο, πολλά θρησκευτικά κτίσματα υπέστησαν ζημιές και πολλά αγάλματα αποκεφαλίστηκαν. Κατά την δίκη του Λουδοβίκου του 16ου, το μέλος της Συνέλευσης που προερχόταν από την Προβέν, ο Κριστόφ Οπουά (Christophe Opoix) ψήφισε υπέρ της εξορίας του βασιλέα.[13]

Το 1821 το αναγεννησιακό κτήριο του Δημαρχείου, στο οποίο στεγαζόταν και η Βιβλιοθήκη, καταστρέφεται από πυρκαϊά. Μαζί του χάνεται μεγάλος αριθμός πολύτιμων χειρογράφων. Το 1870 η πόλη δοκιμάζεται από τις επιτάξεις που γίνονται λόγω του Γαλλογερμανικού πολέμου, ενώ το 1914, κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ύστερα από την Μάχη του Μάρνη τα γερμανικά στρατεύματα φθάνουν σχεδόν ως τα περίχωρα της Προβέν.[4]

Σημερινή εικόνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομία της Προβέν βασίζεται στην καλλιέργεια τριαντάφυλλων και στα προϊόντα που παράγονται από αυτά, κυρίως γλυκά και άλλα προϊόντα ζαχαροπλαστικής, για τα οποία η πόλη είναι διάσημη σε ολόκληρη την Γαλλία. Σημαντικός τομέας είναι, επίσης, και ο τουρισμός, καθώς η πόλη βρίσκεται κοντά στο Παρίσι και, εκτός από τον μεσαιωνικό της χαρακτήρα, διαθέτει πολλά αξιοθέατα.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πύργος του Καίσαρα

Σύμφωνα με το γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού και Επικοινωνιών, στην Προβέν υπάρχουν 64 αρχιτεκτονικά αξιοθέατα.[14] Τα κυριότερα από αυτά είναι:

  • Ο Πύργος του Καίσαρα (Tour César): Κατασκευή του 12ου αιώνα, είναι οκταγωνικός πύργος κατασκευασμένος σε λιθόκτιστη βάση.
  • Η σιταποθήκη της δεκάτης (Grange-aux-Dîmes): Στεγασμένη εμπορική αγορά, κατά την διάρκεια των πανηγύρεων χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη. Σήμερα είναι μουσείο στο οποίο αναπαριστώνται σκηνές από την καθημερινή ζωή του Μεσαίωνα.
  • Η εκκλησία του Αγίου Αγιούλ (L' église Saint-Ayoul): Κτίστηκε στο σημείο όπου ανακαλύφθηκαν τα λείψανα του Αγίου Αγιούλ.
  • Οι υπόγειες στοές (Les souterrains): Το υπέδαφος της παλαιάς πόλης είναι διάτρητο από πολυάριθμες στοές, το συνολικό μήκος των οποίων ανέρχεται σε περίπου 10 χλμ.[15] οι οποίες σε πολλά σημεία εκτείνονται σε δύο επίπεδα και είναι επισκέψιμες. Αρχικά αποτελούσαν τρόπο επικοινωνίας για την διακίνηση μαλλιού (τα μάλλινα υφάσματα της Προβέν ήταν διάσημα κατά τον Μεσαίωνα). Αρχικά, από τις στοές αυτές εξαγόταν ένα είδος "σαπουνοχώματος", που αποκαλούνταν ""terre à foulon", με το οποίο έπλεναν το μαλλί. Για να εμποτιστεί το ύφασμα με αυτό, έπρεπε να το πατούν με τα πόδια, εξ ου και η ονομασία του (foulon=κάποιος που ποδοπατά). Στην συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν και ως αποθηκευτικοί χώροι από τους εμπόρους κατά την διάρκεια των πανηγύρεων. Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα χρησιμοποιήθηκαν ως τόπος συνάντησης της Τεκτονικής Στοάς της Προβέν. Τόσο οι στοές αυτές όσο και η "σιταποθήκη της δεκάτης" αποτελούν κομβικά σημεία της εξέλιξης της πλοκής του μυθιστορήματος του Ουμπέρτο Έκο "Το εκκρεμές του Φουκώ" (Il pendolo di Foucault).
  • Η κολεγιακή εκκλησία του Αγίου Κιριάς (Collégiale Saint-Quiriace): Εμφανίζει την ιδιομορφία να μην ολοκληρωθεί ποτέ ως συνολικό έργο, καθώς το αρχικό σχέδιο, ενώ άρχισε να υλοποιείται, δεν ολοκληρώθηκε επειδή κρίθηκε πολύ δαπανηρό. Η πυρκαϊά του 1662 στο επάνω μέρος κατέστρεψε ένα μέρος του κτίσματος, το οποίο αναστηλώθηκε σχεδόν αμέσως, ενώ αναστηλώσεις του μνημείου έγιναν το 1773, το 1836 και η τελευταία το 1950, για την αποκατάσταση των ζημιών από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1840 ο ναός περιλήφθηκε στον κατάλογο των ιστορικών μνημείων (Monuments Historiques)[16]

Φωτοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα