Πορεία προς τη Ρώμη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πορεία προς τη Ρώμη: Διακρίνονται οι Ντε Βέκκι, Μουσολίνι, Μπάλμπο, Ντε Μπόνο

Πορεία προς τη Ρώμη (Marcia su Roma) ονομάστηκε η πορεία που έκαναν οι μελανοχίτωνες του Μπενίτο Μουσολίνι προς την πρωτεύουσα της Ιταλίας, Ρώμη προκειμένου να καταλάβουν την εξουσία. Η πορεία διήρκεσε από τις 22 ως τις 28 Οκτωβρίου 1922 και κατέληξε στην άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία, στην οποία παρέμεινε επί 21 έτη.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μουσολίνι είχε ιδρύσει το Φασιστικό Κόμμα στην Ιταλία τον Μάρτιο του 1919. Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1919 το Κόμμα υπέστη ήττα και δεν κατάφερε να εκλέξει αντιπρόσωπο στο Κοινοβούλιο. Δεν συνέβη όμως το ίδιο στις εκλογές του 1921, οπότε ο Μουσολίνι εκλέχτηκε μέλος του ιταλικού κοινοβουλίου.

Στην Ιταλία υπήρχε κοινωνική δυσαρέσκεια, που προερχόταν από τον φόβο της μεσαίας τάξης για τη "σοσιαλιστική επανάσταση" αλλά και από τα πενιχρά οφέλη που αποκόμισε η χώρα ύστερα από την Συνθήκη των Βερσαλλιών που τερμάτισε τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η όλη ατμόσφαιρα ήταν ευνοϊκή για την άνοδο του Μουσολίνι και των φασιστών του στην εξουσία.[1] Ήδη οι ομάδες της παραστρατιωτικής οργάνωσης των Μελανοχιτώνων που είχε δημιουργήσει ο Μουσολίνι δρούσαν τρομοκρατικά σε όλη τη χώρα. Στις 3 και 4 Οκτωβρίου του 1922 εισέβαλαν στη Γένοβα, το Λιβόρνο και την Ανκόνα και εγκαθίδρυσαν τοπικές φασιστικές διοικήσεις. Στη χώρα επικρατεί αναταραχή, που προοιωνίζει εμφύλιο πόλεμο, ενώ οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Τζοβάννι Τζιολίττι (Giovanni Giolitti), Ιβανόε Μπονόμι (Ivanoe Bonomi) και Λουίτζι Φάκτα (Luigi Facta) αδυνατούν να ανακόψουν την πορεία προς την αναρχία και την εκτροπή. Στις 22 Οκτωβρίου 1922 οι ηγέτες του φασιστικού κόμματος προετοιμάζουν εξέγερση για τις 28 του μήνα, στην οποία θα λάβουν μέρος ένοπλοι μελανοχίτωνες που θα συγκεντρωθούν στα περίχωρα της Ρώμης και στην συνέχεια θα βαδίσουν κατά της πόλης και θα καταλάβουν στρατηγικά σημεία. Το σχέδιο προέβλεπε ειδικότερα:

  1. Οι φασίστες από ολόκληρη τη χώρα θα συγκεντρωθούν έξω από τη Ρώμη.
  2. Θα καταληφθούν όλα τα σημαντικά δημόσια κτήρια τόσο στα περίχωρα της Ρώμης όσο και στις άλλες μεγάλες πόλεις του Βορρά.
  3. Ο Μουσολίνι θα ζητήσει από τον Βασιλέα την άμεση απομάκρυνση της κυβέρνησης και την άδεια εγκαθίδρυσης νέας, φασιστικής κυβέρνησης.
  4. Οι ένοπλοι μελανοχίτωνες θα βρίσκονται στα περίχωρα της Ρώμης. Αν ο Βασιλέας και η κυβέρνηση δεν αποδέχονταν το αίτημα των φασιστών ηγετών, θα βάδιζαν κατά της Ρώμης και θα καταλάμβαναν την εξουσία με βίαιο τρόπο.[2]

Η πορεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σχέδιο, αν και απλοϊκό, ήταν φιλόδοξο: Οι αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις της Ρώμης ήταν όχι μόνο πολυπληθέστερες, αλλά και πολύ καλύτερα οπλισμένες από τους μελανοχίτωνες, πολλοί από τους οποίους αντί όπλων διέθεταν μόνο γεωργικά εργαλεία. Ο Μουσολίνι υπολόγιζε όμως σε ένα, πολύ ισχυρό, παράγοντα: Τόσο ο πρωθυπουργός Φάκτα (ο οποίος είχε ήδη παραιτηθεί αλλά ο Βασιλιάς είχε παρακαλέσει να παραμείνει για λίγο ακόμη στη θέση του) όσο και ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ' (Vittorio Emanuele III) δεν θα ήθελαν να διακινδυνεύσουν οποιαδήποτε ένοπλη σύρραξη. Στο σημείο αυτό ο Μουσολίνι έπεσε έξω: Είχε απόλυτο δίκιο για τον βασιλιά, όχι όμως και για την πρόθεση του Φάκτα, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να αντισταθεί στα σχέδια του φασίστα ηγέτη. Όταν ο Φάκτα πληροφορήθηκε τις κινήσεις των μελανοχιτώνων έφερε, στις 28 Οκτωβρίου το πρωί, στον βασιλέα ένα διάταγμα με το οποίο η Ρώμη κηρυσσόταν σε κατάσταση πολιορκίας. Αυτό έδινε τη δυνατότητα αντιμετώπισης των φασιστών με την αστυνομία και τον στρατό. Ο βασιλιάς αρνήθηκε να το υπογράψει. Σχετικά με τους λόγους αυτής της άρνησης έχουν εκφραστεί αρκετές απόψεις: Μια άποψη είναι ότι ο βασιλιάς φοβήθηκε μήπως χάσει τον θρόνο του, αρνούμενος να συνεργαστεί με τους φασίστες. Μια άλλη άποψη είναι ότι ο βασιλιάς θέλησε να αποτρέψει εμφύλιο πόλεμο και ήλπιζε να εξουδετερώσει τους φασίστες δίνοντάς τους θέσεις στην εθνική κυβέρνηση συνασπισμού που θα σχημάτιζε.[1][3] Ο βασιλιάς γνώριζε επίσης ότι ο Δούκας της Αόστης και εξάδελφός του ήταν υποστηρικτής των φασιστών και καραδοκούσε να του αρπάξει τον θρόνο, σε περίπτωση που ο ίδιος δεν ενέδιδε στις απαιτήσεις τους.[2]

Η αμφισβήτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, η πορεία προς τη Ρώμη δεν έγινε ποτέ, όπως την περιέγραψε η προπαγάνδα του Μουσολίνι. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος και άλλοι ηγέτες του φασιστικού κόμματος ταξίδεψαν πρώτη θέση από το Μιλάνο ως τη Ρώμη με τρένο. Η πορεία που πραγματοποιήθηκε δεν αποτελείτο από 300.000 μελανοχίτωνες, όπως επαναλάμβανε ο Μουσολίνι σε κάθε ευκαιρία, με τον ίδιο επικεφαλής της καβάλα στο άλογό του, αλλά από μερικές εκατοντάδες ανδρών[4] των οποίων δεν ηγήθηκε καν ο ίδιος αλλά προσωπικότητες όπως οι γηραιοί στρατάρχες Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι (Cesare Maria de Vecchi) και Εμίλιο Ντε Μπόνο (Emilio De Bono), ο Ίταλο Μπάλμπο και ο Μικέλε Μπιάνκι (Michele Bianchi).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]