Πολεμικό ρέκβιεμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Πολεμικό ρέκβιεμ είναι μουσικό έργο το οποίο γράφτηκε από τον Μπέντζαμιν Μπρίτεν το 1961 και πρωτοπαίχτηκε στον Καθεδρικό Ναό του Κόβεντρι τον επόμενο χρόνο. Η επιλογή του ναού αυτού είχε και συμβολική σημασία, αφού είχε καταστραφεί ολοσχερώς στη διάρκεια της Μάχης της Βρετανίας στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το «Πολεμικό Ρέκβιεμ» βασίστηκε σε εννέα ποιήματα του Γουίλφρεντ Όουεν, ποιητή του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, του λεγόμενου Μεγάλου Πολέμου. Σύμφωνα με τον Έντμοντ Μπλάμντεν, στα ποιήματά του o Όουεν μιλά σαν ένας στρατιώτης ο οποίος έχει πλήρη συνείδηση ενός ατόμου που, μέσα στη δίνη του πολέμου, στα χαρακώματα όπου παραμένει τόσες μέρες, θρηνεί όλη αυτή την απώλεια αίματος και πνεύματος, τις ψυχές των νέων ανθρώπων που έχασαν η ζωή τους. Ο ίδιος ο Όουεν μάλιστα υπήρξε ένας από αυτούς, καθώς σκοτώθηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1918, οκτώ μόλις μέρες πριν από τη συνθηκολόγηση.

Ο Μπρίτεν θεωρούσε τον Όουεν μακράν το μεγαλύτερο ποιητή του πολέμου και έναν από τους πιο αυθεντικούς του 20ού αιώνα. Τον θαύμαζε και τον εκτιμούσε ενώ, εξαιτίας του πρόωρου χαμού του, τον παρομοίαζε με τον Τζων Κητς και τον Πέρσι Σέλλεϋ.

Η ποίηση του Όουεν είναι περίεργη και ενδιαφέρουσα. Το νόημα των συγκεκριμένων ποιημάτων που επέλεξε ο Μπρίτεν για το έργο του συνοψίζεται στα λόγια του ποιητή:

Δε με ενδιαφέρει η ποίηση. Το θέμα μου είναι ο πόλεμος και η θλίψη για τον πόλεμο. Παρόλα αυτά, αυτές οι ελεγείες δεν είναι συμφιλιωτικές για αυτήν τη γενιά, αλλά ίσως για την επόμενη. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο ποιητής σήμερα είναι να προειδοποιήσει. Γι’ αυτό το λόγο οι αληθινοί ποιητές πρέπει να λένε την αλήθεια.

Ο συνθέτης εμπνεύστηκε από την ανάθεση του έργου, η οποία του έδωσε πλήρη ελευθερία να επιλέξει τον τύπο του. Η βασική του σύλληψη ήταν να συνθέσει την παραδοσιακή μορφή της «Λειτουργίας για τους νεκρούς», δηλαδή του γνωστού ρέκβιεμ, σε συνδυασμό με τα εννέα ποιήματα του Όουεν, επομένως να έχει χαρακτήρα θλιβερό και πένθιμο.

Το έργο αυτό δεν είναι ένα φιλοβρετανικό έργο ή ένας ύμνος προς τους νεκρούς Βρετανούς στρατιώτες. Αντίθετα, αποτελεί μια δημόσια δήλωση των πεποιθήσεων του Μπρίτεν, ένα ρέκβιεμ για όσους έχασαν άδικα τη ζωή τους, από όποια χώρα κι αν κατάγονταν. Μάλιστα, επέλεξε για σολίστες τρεις συγκεκριμένους: το Βρετανό τενόρο Πίτερ Πίαρς, τη Ρωσίδα σοπράνο Γκαλίνα Βισνέφσκαγια και το Γερμανό βαρύτονο Ντίτριχ Φίσερ-Ντίσκαου, ανθρώπους από διαφορετικές χώρες, οι οποίες μάλιστα είχαν έρθει σε σύγκρουση κατά τη διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων (Μεγάλη Βρετανία & Ρωσία εναντίον Γερμανίας).

Το γεγονός αυτό μας δείχνει ότι δεν είχε στο μυαλό του μόνο τις απώλειες της δικής του πατρίδας, αλλά πρέσβευε τη συμφιλίωση των λαών. Το έργο επίσης έχει το νόημα προειδοποίησης για τις μελλοντικές γενιές (όπως υποστήριζε και ο Όουεν) σχετικά με τον παραλογισμό του πολέμου και της ιδέας να προσπαθούν οι άνθρωποι να επιβληθούν στους υπολοίπους μέσω των όπλων.

Το «Πολεμικό Ρέκβιεμ» αποτελείται από έξι μέρη: “Requiem aeternam”, “Dies irae”, “Offertorium”, “Sanctus”, “Agnus Dei” και “Libera me”. Σε όλη τη διάρκεια του έργου, οι ομάδες των οργάνων εναλλάσσονται κι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Η μοναδική φορά στην οποία ακούγονται ταυτόχρονα είναι στο τελευταίο μέρος, όσο ο τενόρος κι ο βαρύτονος τραγουδούν τον τελευταίο στίχο του ποιήματος “Strange Meeting” (Let us sleep now…”) και η χορωδία το “In Paradisum deducant”.