Πετροκότσυφας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πετροκότσυφας
Ενήλικος αρσενικός πετροκότσυφας στο αναπαραγωγικό πτέρωμα (φωτογραφία με διάκριση)
Ενήλικος αρσενικός πετροκότσυφας στο αναπαραγωγικό πτέρωμα (φωτογραφία με διάκριση)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes)
Οικογένεια: Μυιοθηρίδες (Muscicapidae)
Υποοικογένεια: Μυιοθηρίνες (Saxicolinae) [2]
Γένος: Μοντικόλη [i] (Monticola) (Boie, 1822) M
Είδος: M. saxatilis [ii]
Διώνυμο
Monticola saxatilis (Μοντικόλη η πετραία) [1] [iii]
Linnaeus, 1766

O Πετροκότσυφας [iv] είναι στρουθιόμορφο πτηνό της οικογενείας των Μυιοθηριδών, που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Monticola saxatilis και δεν περιλαμβάνει υποείδη.[3]

Πτηνό προσαρμοσμένο να ζει σε βραχώδεις περιοχές, ο πετροκότσυφας ξεχωρίζει από το όμορφο καλοκαιρινό του πτέρωμα και το μουσικό του κελάηδημα.[4]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους, monticola, είναι σύνθετη λατινική και προέρχεται από τις επί μέρους λέξεις mons -tis «όρος, βουνό» + colere «ζω, κατοικώ, συχνάζω (κάπου)».[5] Επομένως η ακριβής απόδοση του όρου είναι «αυτός που συχνάζει στα βουνά, ο ορεσίβιος». [i]

Η επιστημονική ονομασία του είδους saxatilis έχει, επίσης, λατινική ρίζα και προέρχεται από την λέξη saxum -i «πέτρα» + επίθημα -il -ilis «αυτός που σχετίζεται με, αναφέρεται σε».[6] Η ακριβής απόδοση είναι «αυτός που σχετίζεται με τις πέτρες, ο πετραίος [7] [iii]» [8] που λειτουργεί επιτατικά στην ονομασία του γένους. Τόσο η ονομασία του γένους, όσο και του είδους παραπέμπουν στα βραχώδη ενδιαιτήματα του πτηνού. [i]

Η αγγλική ονομασία του είδους rock thrush σημαίνει «τσίχλα των βράχων» και σχετίζεται, όπως και η ελληνική, με τον οικότοπο του πτηνού.

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε για πρώτη φορά στην Ελβετία από τον Λινναίο ως Turdus saxatilis, το 1766.[9] Μεταφέρθηκε στο σημερινό του γένος, Monticola, από τον Γερμανό ορνιθολόγο Friedrich Boie το 1822. Το γένος αυτό ανήκε παλαιότερα στην οικογένεια των Κιχλιδών (Turdidae).

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πετροκότσυφας είναι πλήρως μεταναστευτικό πτηνό του Παλαιού Κόσμου, δηλαδή δεν απαντάται σε καμμία περιοχή μόνιμα, καθ’ όλη την διάρκεια του έτους. Στην Ευρασία -και κάποιες περιοχές της ΒΔ. Αφρικής- έρχεται τα καλοκαίρια για να φωλιάσει και μεταναστεύει στην Αφρική για να περάσει τον χειμώνα. Ακόμη και οι αναπαραγωγικοί πληθυσμοί του Μαρόκου και της Αλγερίας ταξιδεύουν νοτιότερα στην ήπειρο για να διαχειμάσουν.

Συγκεκριμένα, η αναπαραγωγική του επικράτεια εκτείνεται από τις χώρες που βλέπουν στον Ατλαντικό στα δυτικά (Ιβηρική-Μαρόκο), μέχρι τις ορεινές περιοχές κοντά στην Κίτρινη Θάλασσα στα ανατολικά και, από τα υψίπεδα της Ν. Ρωσίας στα βόρεια, μέχρι το Ν. Ιράν στα νότια. Στην Ευρώπη, η κατανομή του περιορίζεται στα νοτιοκεντρικά και νότια της ηπείρου, κυρίως, από το ύψος της Ν. Πολωνίας, Ν. Ουκρανίας και Β. Σλοβακίας και κάτω στα βόρεια, μέχρι την Ν. Ιβηρική, την Μάλτα και την Ν. Ελλάδα στα νότια, ενώ το ανατολικότερο όριο είναι οι ακτές του Ευξείνου Πόντου. Στην Β. Ευρώπη, ο πετροκότσυφας εμφανίζεται πολύ σπάνια.

Στην Ασία, η κατανομή αρχίζει από την Μικρά Ασία και την Κριμαία στα δυτικά και, διά μέσου της Μέσης Ανατολής, του Καζακστάν, της Ν. Ρωσίας, του Ιράν και του ΒΔ. Πακιστάν φθάνει μέχρι την Έρημο Γκόμπι (Εσωτερική Μογγολία) και την ΒΚ. Κίνα, στα ανατολικά. Τα βόρεια όρια βρίσκονται στην περιοχή των Αλτάι και τις νότιες ακτές της Βαϊκάλης, ενώ τα νότια κατεβαίνουν μέχρι τα Όρη Ζάγκρος στο Ιράν.

Στην Αφρική, τέλος, το είδος αναπαράγεται μεν σε θύλακες στα βορειοδυτικά (Μαρόκο, Β. Αλγερία), ωστόσο η ήπειρος αποτελεί την περιοχή διαχείμασης όλων ανεξαιρέτως των πληθυσμών (Ευρασίας και ΒΔ. Αφρικής). Η μετανάστευση πραγματοποιείται προς τις περιοχές κοντά στον ισημερινό, με μικρούς θύλακες στην Δ. Αφρική και συμπαγή ζώνη στα ανατολικά, κυρίως στην Αιθιοπία, το Ν. Σουδάν και την Τανζανία.[3][9][10]

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πετροκότσυφας είναι τυπικό πλήρως μεταναστευτικό είδος, που πραγματοποιεί πολύ μεγάλα ταξίδια -ιδιαίτερα οι πληθυσμοί της Α. Ασίας- για να βρεθεί στις αφρικανικές επικράτειες διαχείμασης.

Οι πληθυσμοί της Ευρώπης, μεταναστεύουν ανάλογα με το γεωγραφικό μήκος των εδαφών αναπαραγωγής. Έτσι, οι πληθυσμοί της Ιβηρικής και της ΒΔ. Αφρικής, ταξιδεύουν προς την δυτική, κυρίως, Αφρική (Ν. Μάλι, Σιέρρα Λεόνε, Λιβερία, Γκάνα), όπου διαχειμάζουν σε πολύ περιορισμένους, διάσπαρτους θύλακες (ο βορειότερος βρίσκεται στην υποσαχάρια Αλγερία). Οι ανατολικότεροι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί, όπως και οι ασιατικοί, κατευθύνονται κυρίως προς τις χώρες της Κ. και ΑΚ. Αφρικής (Τσαντ, Ν. Σουδάν, Αιθιοπία, Ουγκάντα, βόρειες ακτές της λίμνης Βικτόρια, Κένυα και Τανζανία), όπου σχηματίζουν συμπαγή εδάφη διαχείμασης.

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από το Βέλγιο, την Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Σκανδιναβικές χώρες, το Τόγκο και την Ρουάντα, τις Σεϋχέλλες, την Μιανμάρ και την Ιαπωνία.[11]

Στην Ελλάδα, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ο πετροκότσυφας είναι μεταναστευτικό είδος, έρχεται δηλαδή το καλοκαίρι (μέσα Απριλίου με Οκτώβριο [12]) για να αναπαραχθεί στις ορεινές περιοχές μεγάλου τμήματος της επικράτειας και φεύγει το φθινόπωρο για την Αφρική. Δεν φαίνεται να απαντάται σε Κυκλάδες, Δωδεκάνησα και Κρήτη (;).[13][14] Από την Κύπρο αναφέρεται ως σπάνιο διαβατικό, ιδιαίτερα την άνοιξη.[15]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πετροκότσυφας είναι ένα τυπικό πτηνό μέσου και μεγάλου υψομέτρου, αφού ο κύριος οικότοπος του είδους είναι οι ημιορεινές και ορεινές βραχώδεις τοποθεσίες. Ωστόσο, το υψόμετρο μπορεί να είναι μικρό, ακόμη και κοντά στην θάλασσα, αρκεί να υπάρχουν βράχια στην περιοχή.[4] Ξηρές, βραχώδεις πλαγιές και αλπικά λιβάδια με [12] ή χωρίς [4] διάσπαρτα δένδρα, αποτελούν ιδανικές θέσεις.

Απαντάται, συνήθως μεταξύ 1.500 και 2.500 μέτρων, κατά κανόνα ψηλότερα από τον συγγενικό γαλαζοκότσυφα (Monticola solitarius) [12] Στην Ελλάδα, οι κύριοι οικότοποι περιλαμβάνουν ανοικτές περιοχές με πέτρες και θάμνους, αλλά και αμπελώνες και εκτάσεις με αραιά δένδρα.[13]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χαρακτηριστικό πολύχρωμο πτέρωμα του ενήλικου αρσενικού πετροκότσυφα, κατά την αναπαραγωγική περίοδο

Ο πετροκότσυφας, γενικά, είναι μέσου μεγέθους πτηνό που, μπορεί να μην είναι εύκολο να παρατηρηθεί, λόγω της φύσης του εδάφους όπου απαντάται, αλλά είναι εύκολο να αναγνωριστεί, από τον χαρακτηριστικό συνδυασμό χρωμάτων του πτερώματος -του αρσενικού. Στο είδος εμφανίζεται έντονος φυλετικός διμορφισμός, με τα δύο φύλα να έχουν μεγάλη διαφορά στο -καλοκαιρινό- πτέρωμα. Η ουρά είναι σχετικά κοντή, και το ράμφος λεπτό, οξύληκτο και με γκριζομπλέ χρώμα. Η ίριδα είναι μαύρη και οι ταρσοί με τα πόδια, γκριζοκαφέ. Ο οφθαλμός περιβάλλεται από ανεπαίσθητο ανοικτόχρωμο δακτύλιο.

Το αναπαραγωγικό πτέρωμα του αρσενικού είναι πολύ χαρακτηριστικό, με σαφώς οριοθετημένες περιοχές: τεφροκυανόχρωμο (γκριζογαλανό) κεφάλι, τράχηλο, μανδύα και λαιμό, μαυριδερά φτερά ωμοπλάτης (scapulars), πορτοκαλί-πυρόξανθο στήθος, πλευρές και κάτω επιφάνεια, σκούρες καφέ πτέρυγες και λευκό κάτω τμήμα της ράχης. Τα εξωτερικά πηδαλιώδη φτερά είναι, πορτοκαλί-καφέ, ενώ το ουροπύγιο είναι, επίσης τεφροκυανό, ερχόμενο σε αντίθεση με το λευκό κάτω τμήμα της ράχης, ιδιαίτερα ορατό κατά την πτήση. Κατά το φθινόπωρο, το αρσενικό αρχίζει να χάνει τα λαμπερά του χρώματα, αλλά το στέμμα και ο λαιμός διατηρούν κάποια μπλε απόχρωση.

Ο θηλυκός πετροκότσυφας δεν διαθέτει τα λαμπερά χρώματα του αρσενικού

Το θηλυκό, δεν διαθέτει τα φανταχτερά χρώματα του αρσενικού, ωστόσο ξεχωρίζει από τις χαρακτηριστικές λεπτές, ραβδώσεις στο πτέρωμα, που δίνουν την αίσθηση σκωληκοειδών γραμμών, ιδιαίτερα στο κάτω μέρος του σώματος. Τα εξωτερικά πηδαλιώδη φτερά της ουράς είναι πορτοκαλί-καφέ, όπως του αρσενικού. Το κάτω τμήμα της ράχης δεν είναι λευκό, εκτός από κάποια γηραιά θηλυκά, αλλά πολύ αμυδρά. Κατά το φθινόπωρο, το στέμμα και ο λαιμός δεν διατηρούν κάποια μπλε απόχρωση.

Τα νεαρά άτομα μοιάζουν με τα θηλυκά, αλλά έχουν πιο γκρίζα κάτω επιφάνεια σώματος και ανοικτότερες καφέ πτέρυγες.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (17-) 19 έως 20 εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: 30 έως 35 εκατοστά
  • Βάρος: 42 έως 65 γραμμάρια (μέσο βάρος 50 γραμμάρια, περίπου)

(Πηγές:[16][17][18][4][19][20][21][12][22][23][24])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πετροκότσυφας θα μπορούσε να καταταγεί στα παμφάγα πτηνά με, τόσο ζωϊκή, όσο και φυτική ύλη στο διαιτολόγιό του. Τα συνηθέστερα θηράματα είναι έντομα, μικρές σαύρες, σκουλήκια και αράχνες,[21] αλλά τρέφεται και με καρπούς (berries). Αναζητά την τροφή του στο έδαφος,[20] ή πάνω στην χαμηλή βλάστηση. ξεκινώντας από σταθερό σημείο (perch), από όπου εποπτεύει τον χώρο.[24]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά, ο πετροκότσυφας θεωρείται αρκετά απρόσιτος και συνηθίζει να κρύβεται ανάμεσα στις πέτρες,[4] οπότε είναι πιο εύκολο να τον ακούσει, παρά να τον δει κάποιος,[17] ακόμη, όμως, και αν συμβεί αυτό, αναζητά αμέσως κάλυψη.[20] Κάνει την εμφάνισή του μοναχικά ή σπανιότερα- κατά ζεύγη, στην άκρη ενός βράχου ή στην κορυφή ενός δένδρου, από όπου αρθρώνει το μελωδικό του κελάηδημα. Συνηθίζει να κινεί συνεχώς την ουρά του πάνω-κάτω (tail flicking).[20]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πετροκότσυφας κελαηδάει συνήθως «ακροβολισμένος» στην άκρη ενός βράχου

Το κελάηδημα του πετροκότσυφα είναι δυνατό, πολύ μελωδικό και φλουταριστό, με ενδιαφέρουσες «παραλλαγές». Συνήθως το αρθρώνει από θέση ποσταρίσματος (perch), αλλά μπορεί να ακούγεται και κατά την διάρκεια της πτήσης,[4][25] ιδιαίτερα στην φάση της προσγείωσης. Από απόσταση θυμίζει έντονα το κελάηδημα του κοτσυφιού,[12] ενώ αρκετές φορές μιμείται άλλα πουλιά.[21]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πετροκότσυφες αναπαράγονται σε ηλιόλουστα [21] πετρώδη εδάφη, συχνά με σάρες, σε ορθοπλαγιές, ερείπια και ορυχεία,[21] σε αρκετά μεγάλα υψόμετρα. Η θέση φωλιάσματος είναι τέτοια (βράχια) που, σπάνια υπάρχει ανταγωνισμός ζωτκού χώρου.[24] Η αρχή της αναπαραγωγικής περιόδου είναι γύρω στον Μάιο και η ωοτοκία πραγματοποιείται άπαξ σε κάθε φώλιασμα.[26]

Η φωλιά έχει κυπελοειδές (cup) σχήμα και κατασκευάζεται από το θηλυκό, σε μια κοιλότητα ή σχισμή ενός βράχου.[18] Αποτελείται από ρίζες, χορτάρι, βρύα και βλαστούς, ενώ επιστρώνεται με φρέσκο γρασίδι και ρίζες. Η είσοδός της είναι, συχνά, κρυμμένη πίσω από έναν θάμνο. Η γέννα αποτελείται συνήθως από 4-5 (σπανιότερα 6) αβγά, διαστάσεων 25,9 Χ 19,5 χιλιοστών. Η επώαση πραγματοποιείται μόνον από το θηλυκό και διαρκεί 14-15 ημέρες. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφιλοι, γεννιούνται δηλαδή ανήμποροι και χρειάζονται την προστασία των γονέων τους. Αφήνουν τη φωλιά στις 14-16 ημέρες,[26] ενώ εξακολουθούν να σιτίζονται από τους γονείς για 2 εβδομάδες ακόμη.

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που ο πετροκότσυφας έχει υποστεί μείωση των πληθυσμών του, ιδιαίτερα στις βορειότερες ευρωπαϊκές περιοχές, λόγω καταστροφής των ενδιαιτημάτων του, δεν θεωρείται απειλούμενος σε παγκόσμιο επίπεδο.

Tο είδος, συνολικά, δεν θεωρείται ότι προσεγγίζει τα κατώτατα όρια του κριτηρίου μείωσης για τον παγκόσμιο πληθυσμό της IUCN Red List (δηλαδή, μείωση κατά περισσότερο από 30%, μέσα σε δέκα χρόνια ή τρεις γενεές), και ως εκ τούτου αξιολογείται ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC).[11]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγιες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότερες λόγιες ονομασίες του Πετροκότσυφα είναι τεχνητές και δεν ανταποκρίνονται στην ακριβή μετάφραση από τα λατινικά (βλ. Ονοματολογία και Σημειώσεις), μερικές από τις οποίες είναι: Κόσσυφος ή Πετροκόσσυφος ο χρωματιστός, Κόσσυφος ο βραχόβιος, Κόσσυφος ο υπέρυθρος.[27]

Λαϊκές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο ο Πετροκότσυφας απαντάται και με τις ονομασίες Μεγάλη γυφτούλα, Πετροκοκκινούρα [27] και Πυρροκότσυφας.[12][28]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα taxa, δεν υπάρχει κάποια λόγια ονομασία που να αποδίδει με ακρίβεια την λατινική επιστημονική του πετροκότσυφα. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων υπάρχουν καταγεγραμμένες τεχνητές ονομασίες που δεν είναι μετάφραση των λατινικών όρων, λ.χ. Κόσσυφος ο χρωματιστός (;!) ή Κόσσυφος ο υπέρυθρος (;!) [27] Ωστόσο, αυτή η αδυναμία πρέπει να θεωρηθεί σε μεγάλο ποσοστό δικαιολογημένη, διότι πολλές λατινικές ονομασίες δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν μονολεκτικά, ή, εάν γίνει αυτό, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι αισθητικά αδόκιμο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του είδους Monticola saxatilis, του οποίου η ακριβής λόγια απόδοση είναι Ορεσίβιος ο πετραίος (sic).

Στο παρόν λήμμα προτιμήθηκε η λόγια ονομασία Μοντικόλη η πετραία, ως η πλησιέστερη στην απόδοση από τα λατινικά και ως, επίσης, καταγεγραμμένη στην βιβλιογραφία.[1]

ii. ^  Περιλαμβάνει και το υποείδος Monticola saxatilis coloratus.[29]

iii. ^  Η λέξη πετραίος (, -ον), όχι μόνον υπάρχει στην ελληνική βιβλιογραφία, αλλά ανήκει σε εκείνες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας: «σκιή πετραία» (Ησίοδ.), «ηχώ πετραία» (Κωμ. Αδ.), «Σκύλλην πετραίην» (Ομ. Οδύσ.), «όρνις πετραίος» (Αισχ.) κ.α.[7]

iv. ^  Η «επίσημη» λαϊκή ονομασία που δίνεται από την ΕΟΕ είναι Πυρροκότσυφας.[28]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 ΠΛ: 11, 121
  2. Howard and Moore, p. 674
  3. 3,0 3,1 Howard and Moore, p. 688
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 Bruun, p. 254
  5. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=colere
  6. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=saxatilis
  7. 7,0 7,1 ΠΛΜ: 49, 444
  8. http://www.wordsense.eu/saxatilis/
  9. 9,0 9,1 http://ibc.lynxeds.com/species/common-rock-thrush-monticola-saxatilis
  10. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22708257
  11. 11,0 11,1 http://www.iucnredlist.org/details/22708257/0
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 12,4 12,5 Mullarney et al, p. 272
  13. 13,0 13,1 Όντρια (Ι), σ. 204
  14. Σφήκας, σ. 62
  15. Σφήκας, σ. 77
  16. Flegg, p. 216
  17. 17,0 17,1 Heinzel et al, p. 270
  18. 18,0 18,1 Perrins, p. 164
  19. Όντρια, σ. 204
  20. 20,0 20,1 20,2 20,3 Scott & Forrest, p. 234
  21. 21,0 21,1 21,2 21,3 21,4 Singer, p. 293
  22. http://www.ibercajalav.net
  23. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
  24. 24,0 24,1 24,2 http://www.arkive.org/rufous-tailed-rock-thrush/monticola-saxatilis/
  25. Clement & Hathaway
  26. 26,0 26,1 Harrison, p. 265
  27. 27,0 27,1 27,2 Απαλοδήμος, σ. 48
  28. 28,0 28,1 http://www.ornithologiki.gr
  29. Howard and Moore, p. 688, footnote 5

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Mary Taylor Gray, The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • BirdLife International. 2004. Birds in Europe: population estimates, trends and conservation status. BirdLife International, Cambridge, U.K.
  • Clement, Peter & Hathaway, Ren (2000): Thrushes. Christopher Helm, London. ISBN 0-7136-3940-7
  • IUCN. 2012. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2012.1). Available at: http://www.iucnredlist.org. (Accessed: August 2014).