Περιβαλλοντική αιτιοκρατία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Περιβαλλοντική αιτιοκρατία ή περιβαλλοντικός ντετερμινισμός είναι μια άποψη στη μελέτη της γεωγραφίας, ότι το φυσικό περιβάλλον θέτει όρια στην ανθρώπινη κοινωνική ανάπτυξη. Μια προσέγγιση, του δέκατου ένατου και των αρχών του εικοστού αιώνα, που υποστήριξε ότι οι γενικοί νόμοι που επιζητούνται από τους ανθρωπογεωγράφους θα μπορούν να βρεθούν στις φυσικές επιστήμες. Ως εκ τούτου, η γεωγραφία επικεντρώθηκε στη μελέτη του τρόπου με τον οποίο το φυσικό περιβάλλον επηρεάζει, ή ακόμα και προκαλεί, τον ανθρώπινο πολιτισμό και τις δραστηριότητες.

Η κλασική γεωγραφία αναπτύχθηκε στη διάρκεια του 19ου αιώνα στη Γερμανία, προσανατολισμένη στις ανάγκες της διοίκησης, και της πολιτικής διαχείρισης του χώρου. Μετά την δημοσίευση του μνημειώδους έργου του Κάρολου Δαρβίνου, Η Καταγωγή των Ειδών, εξελίχθηκε από τον Χέρμπερτ Σπένσερ (Herbert Spenser) η θεωρία του κοινωνικού δαρβινισμού. Σύμφωνα με αυτήν, όπως οι φυσικοί οργανισμοί, έτσι και οι ανθρώπινες κοινωνίες χρειάζεται να αγωνιστούν για να επιβιώσουν σε διάφορα περιβάλλοντα.

Με βάση αυτές τις επιρροές, συσχετίζοντας άμεσα το φυσικό περιβάλλον με την ανθρώπινη εξέλιξη, αναπτύχθηκε στη Γερμανία και η γεωγραφική σχολή της περιβαλλοντικής αιτιοκρατίας ή ντετερμινισμού[1]. Η σχολή ενστερνίστηκε την άποψη για την καταλυτική επιρροή των κανόνων της φύσης στη διαμόρφωση της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ότι το φυσικό περιβάλλον καθορίζει με νομοτελειακό τρόπο τις ανθρώπινες δραστηριότητες, και τα ανθρώπινα επιτεύγματα είναι αποτελέσματα των φυσικών συνθηκών.

Αυτή ήταν μια μονόπλευρη θεώρηση: άλλοι παράγοντες όπως η ιστορία και ο πολιτισμός δεν λαμβάνονταν υπόψη. Ο χώρος, σύμφωνα με τη γερμανική σχολή, είναι η βασική μεταβλητή που επηρεάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά αλλά και την οργάνωση και λειτουργία της κοινωνίας [2]. Συνακόλουθα, υποστηρίχθηκε και η αναγκαστική εξελικτική προσαρμογή του ανθρώπου στις αλλαγές του φυσικού περιβάλλοντος.

Βασικός διαμορφωτής της σχολής, ο Φρίντριχ Ράτσελ (Friedrich Ratzel), αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές σχέσεις ως φυσικές σχέσεις και τις εντάσσει στη φυσική γεωγραφία. Στην Γερμανική κλασική σχολή, η φύση θεωρήθηκε ως ο βασικός παράγοντας για την εξέλιξη της ανθρώπινης δράσης. Ο χώρος επιδρά πάνω στον άνθρωπο καθορίζοντας τη πορεία του με φυσικό τρόπο έτσι ώστε να επιβιώνει ο ισχυρότερος.

Επίσης, η τάση της Γερμανικής σχολής να αποτελεί εφαρμοσμένη γεωγραφία, προσανατολισμένη στη διοίκηση και την πολιτική, έφερε το αποτέλεσμα οι έννοιες χώρος και ο τόπος να εξαρτώνται από την εδαφικότητα των κρατών και των διοικητικών διαιρέσεών τους. Για τους Γερμανούς γεωγράφους, ο χώρος ως μέτρο ανάλυσης είναι η επικράτεια του κράτους. Το κράτος είναι ένα όλον, μια οντότητα, ένας ζωντανός οργανισμός που χρειάζεται χώρο για να αναπτυχθεί, τον ζωτικό χώρο (Λέμπενσράουμ, Lebensraum)[3]. Η θεωρία αυτή χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τους ναζιστές για να δικαιολογήσει την βίαιη επεκτατικότητα έναντι άλλων χωρών.

Ο περιβαλλοντικός ντετερμινισμός απορρίφθηκε από τη γαλλική γεωγραφική σχολή η οποία υποστήριξε ότι το φυσικό περιβάλλον είναι μόνο ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν την ανθρώπινη δραστηριότητα. Η γαλλική σχολή, διαμόρφωσε μια άποψη που ονομάστηκε πιθανοκρατία ή ποσιμπιλισμός, σύμφωνα με την οποία η σχέση φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος δεν είναι μηχανικά προκαθορισμένη αλλά μια σχέση ανοιχτή, όπου όλα τα ενδεχόμενα είναι πιθανά[1].

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Λεοντίδου 2008: 59
  2. Λεοντίδου 2011: 73
  3. Λεοντίδου 2011: 74

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Λεοντίδου, Λίλα. 2008. «Η γεωγραφία στον κόσμο: Από τις “εθνικές σχολές” στην παγκοσμιοποίηση». Στο Λεοντίδου, Λ. (επιμ.). Ευρωπαϊκές γεωγραφίες, τεχνολογία και υλικός πολιτισμός. ΕΑΠ, Πάτρα.
  • Λεοντίδου, Λίλα. 2005/2011 (8η έκδοση). Αγεωγράφητος Χώρα. Ελληνικά είδωλα στους επιστημολογικούς αναστοχασμούς της ευρωπαϊκής γεωγραφίας. εκδόσεις Προπομπός. Αθήνα.