Πατριάρχης Μόσχας Νίκων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Πατριάρχης Νίκων

Ο Νίκων (ρωσικά: Ни́кон, παλαιά ρωσικά: Нїконъ, κατά κόσμον Νικίτα Μίνιν, Никита Минин), ήταν ο έβδομος Πατριάρχης της Ρωσικής Εκκλησίας. Ήταν μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Ρωσικής Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας γενικότερα, και η σημαντικότατη περίοδος της Πατριαρχίας του σημαδεύτηκε από πολλές μεταρρυθμίσεις, αλλά και από το ανακύψαν σχίσμα των Παλαιοπίστων ή Ρασκόλνικων.

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στις 7 Μαΐου 1605 στο Βαλμάνοβο του Νίζνι Νόβγκοροντ της Ρωσίας. Καταγόταν από φτωχή και ταπεινή οικογένεια και η φτώχεια του διέπλασε έναν σκληρό χαρακτήρα. Έφυγε από το σπίτι του για να ξεφύγει από την απάνθρωπη μητριά του. Έλαβε μικρή μόρφωση, αλλά διακρίθηκε σύντομα για τα πνευματικά και φυσικά του προσόντα.

Έδειξε κλίση προς το μοναχισμό, αλλά τελικά παντρεύτηκε και χειροτονήθηκε κληρικός στο μικρό χωριό Κολύσεβο. Αργότερα πήγε στη Μόσχα. Από το γάμο του απέκτησε τρία παιδιά, όταν όμως τα έχασε, έπεισε τη γυναίκα του να καρεί μοναχή και κατόπιν ασπάστηκε και αυτός το μοναχισμό, παίρνοντας το όνομα Νίκων. Αρχικά βρέθηκε στη Μονή του Κοζεζέρσκι, της οποίας έγινε και ηγούμενος το 1643. Το 1646 γνώρισε τον Τσάρο Αλέξιο Μιχαήλοβιτς, ο οποίος τέθηκε υπό την πνευματική και ψυχολογική του επιρροή. Συνδέθηκε με τη Μονή του Σωτήρος (Νοβοσπάσκιι) στη Μόσχα, στην οποία ανέλαβε ηγετικά καθήκοντα. Το 1649 εξελέγη αρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ. Διατήρησε όμως τις σχέσεις του με τον Τσάρο, πράγμα το οποίο ίσως εξηγεί και την εκλογή του ως Πατριάρχη τον Αύγουστο του 1652.

Το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νίκων έτρεφε απεριόριστο θαυμασμό προς τα βυζαντινά πρότυπα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας και επιχείρησε εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση αυτή. Στις μεταρρυθμίσεις που επιχείρησε είχε τη στήριξη του Τσάρου.

Aleksey Kivshenko: Ο Πατριάρχης Νίκων και ο Επιφάνιος Σλαβινέτσκι αναθεωρούν λειτουργικά κείμενα

Καταρχήν ξεκίνησε την αναθεώρηση ορισμένων λειτουργικών κειμένων. Εστράφη προς τα ελληνόφωνα Πατριαρχεία της Ανατολής και τους Έλληνες λογίους, με τους οποίους διαβουλεύτηκε για την ανανέωση της λατρείας και της παράδοσης προς την κατεύθυνση των ελληνικών προτύπων. Επείσθη ακόμη και για το γεγονός ότι η ρωσική εκκλησιαστική εικονογραφία είχε απομακρυνθεί αρκετά από τα ορθόδοξα πρότυπα και είχε επηρεαστεί σοβαρά από το πολωνικό μπαρόκ. Έφτασε στο σημείο μάλιστα να συγκαλέσει Σύνοδο, η οποία αποφάσισε την επιστροφή στα ελληνικά πρότυπα. Απαγόρευσε αυστηρά το κτίσιμο κωνικών ναών, κατά το πρότυπο του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Βασιλείου στη Μόσχα, και κατεδάφισε πολλούς από αυτούς που είχαν ήδη κτιστεί, προκειμένου να επιβάλει την επιστροφή στο «παλαιο-βυζαντινό» πρότυπο. Έκτισε πολλά νέα μοναστήρια και τα προίκισε με πλούσιες βιβλιοθήκες.

Μερικοί ιστορικοί, αναφερόμενοι στην εξουσία που ασκούσε εκείνη την εποχή ο Νίκων, μιλούν ακόμη και για «ρωσικό εθνικό Παπισμό». Ακολούθησε σκληρές μεθόδους προς τους αντιπάλους του, ακόμη και με κατ' οίκον έρευνες και συλλήψεις. Οι μέθοδοι αυτοί, η στροφή του προς την ελληνόφωνη Ορθοδοξία και η επιρροή του προς τον Τσάρο, προκάλεσαν την αντίδραση εθνικιστικών και ανθελληνικών μοναστικών κύκλων. Οι αντιδράσεις ήταν οξείες και κατέληξαν στο σχίσμα των Ρασκόλνικων, το οποίο κλόνισε και τη σχέση του Νίκωνος με τον Τσάρο Αλέξιο, ο οποίος ψυχράνθηκε απέναντί του. Μόλις το αντελήφθη αυτό ο Νίκων, το 1658, έβγαλε δημόσια τα πατριαρχικά του ενδύματα και αποσύρθηκε στη Μονή της Αναστάσεως, χωρίς να δώσει εξηγήσεις.

Η απόσυρσή του μεγάλωσε το χάσμα μεταξύ των δύο ανδρών και δημιούργησε πατριαρχικό ζήτημα, καθώς υπήρξε de facto χηρεία του Θρόνου. Δύο χρόνια μετά, το 1660, συγκλήθηκε Σύνοδος, η οποία αποφάσισε ότι πρέπει να γίνει εκλογή νέου Πατριάρχη. Εσωτερικές αντιπαραθέσεις επιμήκυναν τη χηρεία του Θρόνου για ακόμη 6 χρόνια. Το 1666 συνεκλήθη Μείζων Σύνοδος, με τη συμμετοχή και των Πατριαρχών Αλεξανδρείας (Παΐσιου) και Αντιοχείας Μακάριο, οι οποίοι εκπροσωπούσαν και τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως και Ιεροσολύμων. Η Σύνοδος επικύρωσε τις μεταρρυθμίσεις του Νίκωνος, αλλά καθαίρεσε τον ίδιο από τον Πατριαρχικό Θρόνο, ονομάζοντάς τον «μοναχό Νίκωνα».

Ακολούθως εγκλείστηκε στη Μονή Θεραπόντωφ. Ο Τσάρος Αλέξιος πέθανε το 1676 και το 1681 επετράπη στο Νίκωνα να επιστρέψει στη Μόσχα. Κατά το ταξίδι της επιστροφής, ο Νίκων πέθανε στις 17 Αυγούστου 1681 κοντά στον ποταμό Κοτορόσλ.

Η προσωπικότητα του Νίκωνα θεωρείται σύμβολο ανεξαρτητοποίησης της Ρωσικής Εκκλησίας από το κράτος.