Παλάτι του Μονακό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το Παλάτι του Μονακό και η Πλατεία του Παλατιού (γαλ:Place du Palais)

Το παλάτι του Μονακό αποτελεί την επίσημη κατοικία του Πρίγκηπα του Μονακό από το 1297. Βρίσκεται στην κορυφή του βράχου του Μονακό, ατενίζοντας την Μεσόγειο από ύψος 60 μέτρων, και είναι ταυτόχρονα η καρδιά και η ψυχή του Πριγκιπάτου.

Χτισμένο το 1191, αρχικά για να γίνει φρούριο της Δημοκρατίας της Γένοβας, το κτίσμα αυτό γνώρισε στη διάρκεια της ιστορίας του βομβαρδισμούς και πολιορκίες από αρκετές ξένες χώρες. Από το τέλος του 13ου αιώνα, αποτελεί την κατοικία του Οίκου Γκριμάλντι, οικογένειας που κατέλαβε την τοποθεσία το 1297. Οι Γκριμάλντι κυβερνούσαν το πριγκιπάτο ως φεουδαρχικοί άρχοντες και από τον 17ο αιώνα ως πρίγκιπες-βασιλείς.

Ενώ οι Ευρωπαίοι βασιλείς χτίζουν πολυτελή παλάτια Αναγεννησιακού ρυθμού ή μπαρόκ, η γεωπολιτική κατάσταση οδηγεί στην οχύρωση του παλατιού. Η κατάληψη του τόπου από τους Γκριμάλντι είναι ολίγον ασυνίθειστη, σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές βασιλικές οικογένειες, λόγω της απουσίας δευτέρων παλατιών όπως και της στενότητας του χώρου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πως αυτή η κατοικία κατοικήθηκε για παραπάνω από επτά αιώνες από την πριγκιπική οικογένεια.

Στη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα, το παλάτι και οι ένοικοί του γίνονται σύμβολα του «γκλάμουρ» (glamour) και του «τζετ σετ» (jet-set) που γίνονται συνώνυμα της πολυτέλειας του Μόντε Κάρλο και της Κυανής Ακτής. Αποτέλεσμα αυτής της θεατρικότητας είναι, το 1956, ο γάμος της Αμερικανίδας star του κινηματογράφου Γκρέις Κέλι με τον Ρενιέ Γ΄ του Μονακό και ο τίτλος της châtelaine που λαμβάνει μετά από αυτόν. Σήμερα, το παλάτι αποτελεί την κατοικία του Αλβέρτου Β΄, πρίγκηπα του Μονακό.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παλάτι βρίσκεται σε έναν μοναδικό και θεαματικό γεωλογικό χώρο, ένα βράχο ύψους μεγαλύτερου των 60 μέτρων, στο κέντρο μιας πόλης χτισμένης σε σχήμα αμφιθεάτρου απέναντι από την Μεσόγειο Θάλασσα, στους πρόποδες των Άλπεων. Χτίστηκε στην τοποθεσία ενός Μεσαιωνικού φρουρίου χτισμένου από τους Γενουάτες το 1215.

Από τον 14ο στον 16ο αιώνα, η πρόσοψη στην πλατεία ενισχύθηκε με μία λότζια. Η γαλαρία του Ηρακλή, η αίθουσα του Θρόνου και η αυλή των τιμών δημιουργήθηκαν κατά την Αναγέννηση του 15ου αιώνα. Οι σημερινοί άρχοντες έχτισαν μια νέα πτέρυγα που περιλαμβάνει τα δωμάτιά τους, το μουσείο των σουβενίρ της ναπολεόντιας περιόδου και τα αρχεία του πριγκιπικού παλατιού.

Γέννηση ενός φρουρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εναέρια άποψη του Παλατιού.

Η ιστορία του Μονακό είναι αρχαιότερη της ρωμαϊκής κατάληψης του 122. Το φυσικό του λιμάνι εξασφάλιζε εκείνη την εποχή συνεχή ροή επισκεπτών που προέρχονταν από την Βύβλο, την Τύρο και την Σιδώνα. Αργότερα οι Φοίνικες έρχονται για να εμπορευτούν μετάξι, λάδι και μπαχαρικά. Αυτοί είναι που θα φέρουν σε αυτό το τμήμα της Μεσογείου την δοξασία του θεού τους Μελκάρτ που αργότερα θα γίνει γνωστός από τους Ρωμαίους ως Hercules Monoikos. Από αυτό το όνομα οι Ρωμαίοι θα μετονομάσουν την πόλη σε Portus Hercules Moneici, που στη συνέχεια εξελίχτηκε στο σημερινό της όνομα Μονακό.[1]

Ένας φρουρός του πριγκιπικού παλατιού.

Η έδρα των πριγκίπων του Μονακό έχει εγκατασταθεί στον βράχο του Μονακό ως φρούριο το 1191 όταν το λιμάνι περνάει στον έλεγχο της Δημοκρατίας της Γένοβας. Ο χώρος και τα περίχωρά του δίνονται στους Γενουάτες από τον αυτοκράτορα Ερρίκο Δ΄ με προϋπόθεση αυτοί να προστατεύουν τις ακτές από την πειρατεία. Αρκετά εδάφη παραχωρούνται με αυτό τον τρόπο στους νέους άρχοντες από τον ύπατο του Πέιγ και το Αββαείο του Σαιν Πον.[2] Το 1215, ξεκινάνε τα έργα του νέου φρουρίου, που αποτελείται από ένα αμυντικό τείχος που προστατεύεται από μία κουρτίνα, που αποτελείται από τέσσερεις πύργους. Αυτό το σύνολο αποτελεί την καρδιά του σημερινού παλατιού.[2]

Τον 12ο αιώνα η Γένοβα κατέχει μια σημαντική θέση στην ευρωπαϊκή πολιτική. Οι Γενουάτες είναι ένα έθνος πλούσιων εμπόρων, που συχνά είναι και τραπεζίτες άλλων κρατών-εθνών. Πάντως, οι τελευταίοι διασπάστηκαν όταν ο Αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β΄ αμφισβήτησε την εξουσία του Πάπα Ιννοκέντιου Δ΄. Δύο φατρίες σχηματίστηκαν : οι Γουέλφοι, που στήριζαν τον Πάπα και οι Γιβελίνοι, πιστοί στο αυτοκρατορικό στέμμα. Στο πλευρό των Γουέλφων, βρίσκουμε μία από τις οικογένειες πατρικίων της Γένοβας, τους Γκριμάλντι. Σε όλη την διάρκεια του 13ου αιώνα, τα δύο στρατόπεδα συγκρούονται. Στο τέλος του αιώνα, οι Γιβελίνοι βγαίνουν νικητές και εκδιώκουν από την Γένοβα τους αντιπάλους τους, ανάμεσά τους και οι Γκριμάλντι που εγκαθιστώνται τότε στην περιοχή που σήμερα είναι γνωστή υπό το όνομα Κυανή Ακτή. Αρκετά Κάστρα Γκριμάλντι μαρτυρούν την δυναμική παρουσία κλαδιών αυτής της οικογένειας στην ευρύτερη περιοχή.

Το φρούριο Γκριμάλντι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θρύλος αναφέρει πως στις 8 Ιανουαρίου 1297, ο Φραγκίσκος Γκριμάλντι, γνωστός και ως "ο Πονηρός", καταφέρνοντας να περάσει ως ένας Φραγκισκανός μοναχός που ζητάει άσυλο για την νύχτα, καταφέρνει έτσι να μπει στο φρούριο για να μπορέσει να ανοίξει την πόρτα στους στρατιώτες του. Καταλμβάνουν τότε το φρούριο.[σημ. 1] Από τότε, το κτίριο έγινε η έδρα των Γκριμάλντι. Αυτό το γεγονός έχει αποτυπωθεί στο άγαλμα του Φραγκίσκου Γκριμάλντι που βρίσκεται μπροστά από το παλάτι. Γι´αυτό τον λόγο, το οικόσημο του Οίκου Γκριμάλντι και του Πριγκιπάτου αναπαριστούν δύο μοναχούς που κρατούν από ένα σπαθί ο καθένας και οι δυο τους κρατάνε το έμβλημα του Μονακό.

Ο Κάρολος Γκριμάλντι, γιος του ξαδέρφου Φραγκίσκου Γκριμάλντι, που διοικεί το Μονακό την περίοδο 1331-1357 επεκτείνει σε σημαντικό βαθμό το φρούριο προσθέτοντας δύο μεγάλα κτίρια. Το ένα, κολημένο στα ανατολικά τείχη, και το δεύτερο απέναντι από την θάλασσα. Αυτές οι επεκτάσεις αλλάζουν τη φυσιογνωμία του φρουρίου μεταμορφώνοντάς το σε οχυρωμένη οικία.[3] Πάντως οι οχυρώσεις συνεχίζουν να κρατούν τη χρησιμότητά τους για τα επόμενα τριάντα χρόνια, το φρούριο αρχικά θα χαθεί και στη συνέχεια θα επανακτηθεί από τους Γκριμάλντι σε βάρος των Γενουατών. Το 1341, οι Γκριμάλντι καταλαμβάνουν το Μοντόν και το Ροκμπρύν σταθεροποιώντας έτσι την εξουσία και την δύναμή τους στην περιοχή. Ως συνέχεια, ενισχύουν την άμυνα του λιμανιού όπως και του φρουρίου του βράχου.

Στη διάρκεια των επόμενων αιώνων, οι Γκριμάλντι υποχρεώνονται να αμυνθούν από τις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις των ξένων δυνάμεων. Το φρούριο βομβαρδίζεται συχνά, καταστρέφεται και επισκευάζεται. Σταδιακά, οι Γκριμάλντι υπογράφουν συμμαχίες με το Βασίλειο της Γαλλίας που έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση και την προστασία της θέσης τους. Έτσι, έχοντας πλέον ασφάλεια, οι άρχοντες του Μονακό νιώθουν την ανάγκη να διαθέτουν μια κατοικία αντάξια της εξουσίας και του πρεστίζ τους.

Στη διάρκεια του 15ου αιώνα, το φρούριο και ο Βράχος συνεχίζουν να επεκτείνονται και φιλοξενεί φρουρά 400 στρατιωτών. Η αργή μετάλλαξη της οχυρωμένης οικίας σε παλάτι ξεκινά στη διάρκεια αυτής της περιόδου. Αρχικά, υπάρχει το κτίσμα που κατασκευάστηκε από τον Λαμπέρτο Γκριμάλντι, άρχοντα του Μονακό από το 1458 μέχρι το 1494, και που συνεχίστηκε από τον γιό του Ιωάννη Β΄. Αυτή η περίοδος βλέπει να λαμβάνει χώρα μία επέκταση του ανατολικού τμήματος του φρουρίου με ένα κεντρικό κτίριο τριών ορόφων, που προστατεύονται από ψυλά τείχη που συνδέονται από τους πύργους της Sainte-Marie, του Milieu και του Midi. Μία λότζια χτίζεται σε επίπεδο δύο ορόφων, με έξι τόξα ανά όροφο.

Από το φρούριο στο Παλάτι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης του σημερινού παλατιού:
A: Είσοδος • B: λότζια • C: διοικητικά γραφεία του κράτους • D: παρεκκλήσι • E: πισίνα • F: πύργος Toussaint • G: serravalle • H: πύργος του Midi • K: πύργος του Milieu • M: πύργος Sainte-Marie • N: διοικητικά γραφεία και καταλύματα των υπηρετών...
Το παλάτι κατά τον 17ο αιώνα

Λουσιέν Α΄ (1505–1523)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον θάνατο του Ιωάννη Β΄, ο αδερφός του Λουσιέν τον διαδέχεται. Η ειρήνη αποδεικνύεται σύντομης διάρκειας καθώς τον Δεκέμβριο του 1506, 14 000 Γενουάτες στρατιώτες πολιορκούν το Μονακό και το κάστρο του. Στη διάρκεια πέντε μηνών, 1500 Μονεγάσκοι και μισθοφόροι υπερασπίζονται τον Βράχο πριν κατορθώσουν την νίκη τον Μάιο του 1507. Ο Λουσιέν ξεκινά τότε διπλωματικές διαδικασίες με την Γαλλία και την Ισπανία με απώτερο στόχο την διαφύλαξη της ευάλωτης διαδικασίας του κρατιδίου. Ο Λουσιέν ξεκινά άμεσα επισκευές των ζημιών που προκλήθηκαν από τους βομβαρδισμούς του οχυρωμένου παλατιού.[4] Προσθέτει επίσης μια πρόσθετη πτέρυγα στα αριστερά του κεντρικού κορμού του κτιρίου που φιλοξενεί σήμερα τα διοικητικά γραφεία του κράτους.

Τουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πλούτη αυτού του Παλατιού είναι ανοιχτά για τους τουρίστες (ανοιχτά καθημερινά από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο, από τις 9:30 μέχρι και τις 18 και τον Οκτώβριο, από τις 10 μέχρι τις 17) :

  • Τα « Μεγάλα Διαμερίσματα » του 17ου αιώνα (με σημαντικότερες την γαλαρία του Ηρακλή, την γαλαρία ιταλικού ρυθμού, το σαλόνι ρυθμού Λουδοβίκου ΙΕ΄, το σαλόνι Μαζαρίν, την αίθουσα του θρόνου όπως και το παρεκκλήσι της Παλατίν).
  • Ο « Πύργος Sainte-Marie » όπου κυματίζει η σημαία που καταδεικνύει την παρουσία ή μη του πρίγκηπα στο Παλάτι,
  • Ο « Πύργος του Ρολογιού »
  • Η αυλή των Τιμών και η σκάλα της του 17ου αιώνα, όπως και οι λαμπρές τοιχογραφίες Γενουατών καλλιτεχνών του 16ου αιώνα.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • The Grimaldis of Monaco, Phyllida Hart-Davis, New York, St. Martin's Press.
  • Monaco, David C. King, Cultures of the world, Marshall Cavendish, 2008, ISBN 978-0-7614-2567-0.
  • Great Palaces, Albert Lisimachio, Londres, Hamlyn Publishing Group Ltd, 1969, ISBN 0600-01682-X.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Θρύλος που αμφισβητείται από συγκεκριμένους ιστορικούς.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Phyllida Hart-Davis.
  2. 2,0 2,1 Le palais des princes de Monaco, sur www.palais.mc, consulté le 15 novembre 2009.
  3. harvsp Albert Lisimachio, 1969, p.203.
  4. harvsp Albert Lisimachio, 1969, p.204.

Εξωτερικός Σύνδεσμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]