Ο θαλασσόλυκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Θαλασσόλυκος είναι ένα μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Τζακ Λόντον, το οποίο εκδόθηκε το 1904.

Η πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βαν Βέυντεν, ένας άνθρωπος των γραμμάτων, ήταν ένας από τους επιβάτες του πλοίου "Μαρτινέζ" που ναυάγησε στα ανοιχτά του Σαν Φρανσίσκο. Αργότερα τον ανέσυραν από τα παγωμένα νερά οι άντρες ενός περαστικού πλοίου, του "Στοιχιού", που πήγαινε να ψαρέψει φώκιες στις θάλασσες της Ιαπωνίας. Καπετάνιος του "Στοιχιού" ήταν ο Λύκος Λάρσεν, ο θαλασσόλυκος, ένας βάρβαρος και πρωτόγονος ναυτικός, που ωστόσο του άρεσε να φιλοσοφεί που και που με έναν δικό του τρόπο.

Ο Λύκος Λάρσεν πληροφόρησε τον Βαν Βέυντεν ότι δεν επρόκειτο να τον ξεμπαρκάρει στην ακτή αλλά ότι θα τον κρατούσε στο καράβι για καμαρότο. Πάνω στο καράβι ο Βαν Βέυντεν έμαθε από τους ναύτες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της απάνθρωπης συμπεριφοράς του Λύκου Λάρσεν.

Ο σκληρός τρόπος του Λύκου Λάρσεν απέναντι στο πλήρωμα του καραβιού, ξεσήκωσε ανταρσία εναντίον του. Και όταν για μια στιγμή η ανταρσία επικράτησε, ο Λύκος Λάρσεν βρέθηκε πεταμένος στη θάλασσα, όπως και ο υποπλοίαρχος. Αλλά το πλήρωμα δεν είχε υπολογίσει τη σκυλίσια αντοχή του Λύκου, που όταν βρέθηκε στα παγωμένα νερά συνήλθε, αρπάχτηκε από το παλαμάρι, σκαρφάλωσε στο καράβι και ύστερα από γερή πάλη κατάφερε να πνίξει την ανταρσία. Επειδή άρχισαν να συναντούν κοπάδια από φώκιες, ο Λύκος δεν έβαλε τους στασιαστές στα σίδερα γιατί τους χρειαζόταν αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι το ξέχασε. Επειδή, μάλιστα, δεν είχε πια υποπλοίαρχο, προβίβασε τον Βαν Βέυντεν παρά τις διαμαρτυρίες του ότι δεν είχε ιδέα από ναυσιπλοΐα.

Τρία μέλη του πληρώματος που μισούσαν τον Λύκο Λάρσεν κατόρθωσαν να το σκάσουν με μία βάρκα, ελπίζοντας ότι γρήγορα θα έφταναν στις ακτές της Ιαπωνίας. Ο Λύκος έγινε έξω φρενών και βάλθηκε να τους ανακαλύψει οπωσδήποτε. Ερευνώντας το πέλαγος διέκρινε μια βάρκα, που δεν άργησε να την πλησιάσει. Δεν ήταν όμως αυτή που ζητούσε, αλλά μία άλλη με πέντε ναυαγούς, ανάμεσα στους οποίους και μία γυναίκα. Ο Λάρσεν δεν ενδιαφέρθηκε πια για τους δραπέτες, αφού αντί για τρεις είχε βρει πέντε. Αλλά αν τύχαινε να τους συναντήσει, θα τους σκότωνε. Η απόφαση αυτή εξαγρίωσε τον Βαν Βέυντεν σε σημείο που δήλωσε στον Λύκο ότι αν σήκωνε χέρι εναντίον τους, αυτός θα τον σκότωνε.

Ύστερα από τη δήλωση αυτή, όλοι περίμεναν ότι ο Λύκος θα ριχνόταν πάνω στον Βαν Βέυντεν. Και τα έχασαν όταν άκουσαν τον ατρόμητο καπετάνιο τους να λέει στον καλομαθημένο Βέυντεν: "Αν σου υποσχεθώ ότι δεν θ' απλώσω χέρι επάνω τους, μού υπόσχεσαι κι εσύ να μη με σκοτώσεις;". Και είναι αλήθεια ότι όταν σε λίγο βρήκανε τους δραπέτες να χαροπαλεύουν με τα μανιασμένα κύματα, ο Λύκος Λάρσεν "τήρησε" την υπόσχεση του. Δεν άπλωσε χέρι πάνω τους και τους άφησε να τους καταπιεί η φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Η ύπαρξη όμως μια γυναίκας επάνω στο καράβι του Λύκου Λάρσεν, και μάλιστα μιας συγγραφέως και όμορφης, δεν άφησε ανεπηρέαστο τον Βαν Βέυντεν...

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Ο Θαλασσόλυκος", Κλασσικά Εικονογραφημένα, Εκδόσεις Ατλαντίς, Νο 1013