Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς
Смерть Ивана Ильича.
«Ναι, τους βασανίζω», σκέφτηκε. Ήθελε να της πει ακόμα «συγχώρα με» ρωσ. (πρόστι), μα είπε: άστα να να πάνε (προπούστι).
Συγγραφέας Λέων Τολστόι
Είδος Νουβέλα
Πρώτη έκδοση 1886

Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς είναι νουβέλα του Τολστόι, που εκδόθηκε στη Ρωσία το 1886 όπου κρίνεται η ζωή μπροστά στον θάνατο. Στο έργο αυτό, των πενήντα οκτώ σελίδων και δώδεκα ενοτήτων, ο Τολστόι δίνει μια καταπληκτική περιγραφή της αναστάτωσης και της εσωτερικής κρίσης που προκαλεί στον άνθρωπο η παρουσία του θανάτου. Περιέχει στοιχεία από την κρίση που προκάλεσε ο φόβος του θανάτου στον ίδιο τον συγγραφέα.


Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς και σαν σύλληψη και σαν εκτέλεση είναι ένα αριστούργημα, που το κατατάσσουν στα μεγάλα δημιουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο ρεαλισμός του Τολστόι μέσα σ΄ αυτό φτάνει στη μεγαλύτερη τελειότητα. Το κύριο πρόσωπο στο σύνθετο χαρακτήρα του και στη κίνηση της ψυχικής του ζωής αποτελεί, μαζί με τις κοινωνικές καταστάσεις που τον περιβάλλουν, μια παράσταση καταπληκτική για την πληρότητα της, τον πλούτο και την αλήθεια της ζωής. Η ιδέα και τα αισθήματα που θέλει να προκαλέσει ο συγγραφέας προβάλλονται με τη μεγαλύτερη λαγαράδα και δύναμη.[1]


Ύστερα από το γεύμα, κατά τι επτά το βράδυ, μπήκε στο δωμάτιο η Πρασκόβια Φιοντόροβνα (σύζυγος). Φορούσε βραδινή τουαλέτα, λες και θα πήγαινε σε χορό. Τα πελώρια στήθη της φούσκωναν μέσα από τον κορσέ και τα μάγουλά της ήταν πασαλειμένα πούντρες. Άρχισε να δικαιολογείται πως τάχα αυτή δεν ήθελε να πάει στο θέατρο, μα δε γινόταν αλλιώς, γιατί το θεωρείο ήταν κρατημένο από τον Περιστρώφ (ο ανακριτής και μέλλων γαμπρός τους). Πρόβαλε στο δωμάτιο και η κόρη του. Ήταν στολισμένη, με μισόγυμνο το νεανικό της κορμί. Το δικό του κορμί τού προξενούσε τόσα βάσανα, ενώ εκείνη το δικό της τ΄ έδειχνε σε όλους. Ήταν γερή, δυνατή, ίσως ερωτευμένη, και αγανακτούσε γι αυτή την αρρώστια, τον πόνο και το θάνατο που στέκονταν εμπόδιο στην ευτυχία της. Τελικά είμαστε μόνοι.[2]

Τα χαρακτηριστικά και ο χαρακτήρας του Ιβάν Ιλίτς μέσα στο κείμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιβάν Ιλίτς ήταν le phenix de la famille (το καμάρι της οικογένειας· γαλλ. στο κείμενο), έτσι τον λέγανε. Δεν ήταν ούτε τόσο ψυχρός και δειλός όσο μεγάλος, ούτε τόσο ριψοκίνδυνος, όσο ήταν μικρός. Ήταν κάτι ανάμεσα στους δυο τους, δηλαδή ένας άνθρωπος έξυπνος, ζωηρός, ευχάριστος και αξιοπρεπής. Σπούδασε στη νομική σχολή μαζί με τον μικρότερο αδελφό του. Από παιδί ποτέ δεν υπήρξε κόλακας, ούτε κι΄αργότερα σαν μεγάλωσε. Μα από τα πρώτα του νεανικά βήματα τον τραβούσαν, όπως τραβάει το φως τις πεταλουδίτσες, οι άνθρωποι που είχαν ανώτερη θέση στην κοινωνία. Αφομοίωνε τους τρόπους τους, τις αντιλήψεις τους για τη ζωή και έπιανε φιλία μαζί τους. Όταν ο Ιβαν Ιλίτς αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο και του έδωσε ο πατέρας του χρήματα για να φτιάξει ό,τι χρειαζόταν, παράγγειλε τη στολή του στου Σάρμερ και κρέμασε στο μπρελόκ του ένα μετάλλιο με την επιγραφή «Respice finem» (να προβλέπεις το τέλος - λατ. στο κείμενο).[3]

Κριτική ανάλυση από την Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ (1958)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λέων Τολστόι σε πίνακα του Ιλιά Ρέπιν.

Η νουβέλα «Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς (1884-1886)» κατέχει κεντρική θέση στη δημιουργία του Τολστόι των χρόνων 1880-1890.

Το θέμα της - η εξιστόρηση του τέλος ενός δικαστή- ο Τολστόι το καθορίζει σαν «περιγραφή του απλού θανάτου ενός απλού ανθρώπου». Το βασικό νόημα του έργου βρίσκεται στους συλλογισμούς που κάνει ο άρρωστος πάνω σ΄όλη την περασμένη ζωή, καθώς και το συμπέρασμά του πως η «ευπρεπής, εύθυμη ευχάριστη ζωή» είναι χειρότερη κι΄από τη φρίκη του θανάτου.

Οι κοινωνικοί θεσμοί, που τυλίγουν σαν ιστός αράχνης τη ζωή τού Ιβάν Ιλίτς με την υποκρισία και την ψευτιά, ξεριζώνοντας από μέσα του καθετί το ανθρώπινο, αποτελούν την αιτία του δράματος που ζει στις στερνές του μέρες ο άρρωστος. Σ΄αυτή τη στέρεα, τη συγκεκριμένη και σ΄όλο το βάθος τοποθέτηση του ζητήματος, βρίσκεται η γενικότερη σημασία της νουβέλας, που αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά έργα της παγκόσμιας ρεαλιστικής λογοτεχνίας.

Σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του Τολστόι, ένας τέτοιος άνθρωπος (αδιάφορο αν είναι ο εισαγγελέας Ιβάν Ιλίτς ή ο έμπορος Μπριεχούνωφ [4] ή ο ευγενής Νιεχλιούντωφ) [5][6] μπορεί ν΄αρχίσει μια καινούργια «αληθινή ζωή», αρκεί μονάχα να κατανοήσει πως όλη η περασμένη του ζωή είναι «κάτι άλλο».

Στις σελίδες της είναι τοποθετημένο ένα πρόβλημα που θα πάρει αργότερα την πρώτη θέση σε όλη την πνευματική δημιουργία του Τολστόι: η αναγέννηση των ανθρώπων εκείνων που, ενώ ανήκουν στις προνομιούχες τάξεις, αντιλαμβάνονται την κοινωνική αδικία, την ηθική ποταπότητα και την ψευτιά του περιβάλλοντός τους. Σε διάφορες περιγραφές της ρήξης του κεντρικού ήρωα με το κοινωνικό περιβάλλον, φανερώνονται σε όλη τους την οξύτητα και οι χτυπητές αντιφάσεις του Τολστόι. Δηλαδή από τη μια πλευρά μάς παρουσιάζει τον κεντρικό ήρωα, αυτόν που «φωτίστηκε», να κόβει κάθε δεσμό με την τάξη του εξαιτίας της ψευτιάς, της διαφθοράς και της σκληρότητάς της. Από την άλλη, γίνεται φανερή η προσπάθεια του συγγραφέα να το αναγάγει σε γενικότερο πρόβλημα.

Αποσπάσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Διαρκώς το ίδιο πράγμα. Πότε μια πνοή ελπίδας και πότε η απέραντη άβυσσος της απελπισίας. Και συνέχεια εκείνος ο πόνος κι εκείνη η αγωνία. Διαρκώς το ίδιο, το ίδιο. Η μοναξιά του φαίνεται μαρτυρική. Θέλει κάποιον να φωνάξει κοντά του, μα είναι σίγουρος πως με τη συντροφιά των άλλων θάναι χειρότερα.
-Οι εικόνες της περασμένης του ζωής ξαναζωντάνευαν η μια πίσω από την άλλη. Πάντα άρχιζε από την πρόσφατη εποχή και σιγά- σιγά βυθιζόταν στα παλιά, στα παιδικά του χρόνια. Εκεί σταματούσε. Αν ερχόταν στο μυαλό του η εικόνα της κομπόστας δαμάσκηνο που του σύσταιναν να τρώει τώρα, ο νους του πετούσε στα ωμά, ρυτιδιασμένα δαμάσκηνα που έτρωγε παιδί ακόμα. Θυμόταν την εξαιρετική τους νοστιμάδα και τα σάλια που γέμιζε το στόμα του μόλις έφτανε στο κουκούτσι και συνάμα η γεύση εκείνη γινόταν αφορμή να ξετυλιχτεί ολόκληρη αλυσίδα από αναμνήσεις εκείνης της εποχής.»
Αυτόθι, σελ. 43 και 52 σε μτφ. Νίκου Αλεξίου.
«Χώρια από τις σκέψεις για τις μεταθέσεις και τις πιθανές υπηρεσιακές μεταβολές που προκάλεσε στο καθένα τους
το άκουσμα αυτού του θανάτου, αυτό το ίδιο το γεγονός του χαμού ενός κοντινού φίλου και γνώριμου, έκανε, όπως συμβαίνει πάντα, να αισθανθούν όσοι τον πληροφορηθήκανε ένα είδος χαράς που δεν ήταν εκείνοι στη θέση του.
«Για φαντάσου, αυτός πέθανε κι΄εγώ ζω!».
Έτσι σκέφθηκε ή αισθάνθηκε ο καθένας. «Τώρα τη θέση του Στάμπελ ή του Βίνκοφ σίγουρα θα την πάρω εγώ», σκέφθηκε ο Φεντόρ Βασίλιεβιτς. Ο προβιβασμός αυτός σημαίνει για μένα οκτακόσια ρούβλια αύξηση, χώρια τα έξοδα παραστάσεως».
-«Κατρακυλούσα ολοένα, ολοένα, κι εγώ είχα την εντύπωση πως σκαρφαλώνω, πως καταχτάω τη ζωή! Ναι, για την κοινή γνώμη ανέβαινα, μα στη πραγματικότητα η ζωή γλιστρούσε κάτω από τα πόδια μου... Και τώρα, ξόφλησα! Τώρα- ο θάνατος!»
Λέων Τολστόι Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς, σελ. 2 και 50 σε μτφ. Νίκου Αλεξίου.

Η στάση των δευτερευόντων προσώπων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον μαρτυρικό θάνατο του Ιβάν Ιλίτς αντιπαρατάσσεται η στάση των ανθρώπων που τον περιστοιχίζουν τις τελευταίες του μέρες - των δευτερευόντων προσώπων της νουβέλας. Όλη τους η στάση υπογραμμίζει τα κοινά τυπικά χαρακτηριστικά της ζωής του, της ίδιας ζωής που έκανε κι ο Ιβάν Ιλίτς ως την ημέρα που αρρώστησε. Ο Πιότρ Ιβάνοβιτς νιώθει για μια στιγμή φρίκη, καθώς μαθαίνει τα βάσανα του άλλου, μα γρήγορα αποδιώχνει τις ζοφερές σκέψεις. Ο Σβαρτς κοιτάζει παιχνιδιάρικα, «στέκεται παραπάνω π΄αυτά και δεν επηρεάζεται από καταθλιπτικές εντυπώσεις». Η πρώτη σκέψη των συναδέλφων τού πεθαμένου, είναι οι πιθανές μεταβολές στην υπηρεσία τους. όλοι τους σκέφτονται έτσι, μα κανένας δεν το λέει. Γενικά στη στάση των προσώπων του περιβάλλοντος του Ιλίτς, στις ματιές και χειρονομίες τους, φανερώνεται το ψέμα που κινούνται μέσα του κι΄αποκαλύπτεται αμείλικτα ή αντίθεση ανάμεσα στις εσωτερικές σκέψεις και στα λόγια τους.

Ο απλός μουζίκος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιλίτς που πεθαίνει βρίσκει κάποια ανακούφιση μονάχα όταν κουβεντιάζει με το μουζίκο υπηρέτη του Γεράσιμο, τον μόνο άνθρωπο που λυπάται τον ετοιμοθάνατο. Ο Γεράσιμος δε λέει ψέματα, κι έτσι δεν αναγκάζει τον Ιλίτς να λέει κι΄αυτός. Η χαρά της ζωής, η δύναμη κι η ομορφιά της καθρεπτίζεται στον απλό μουζίκο, που δεν προσποιείται τίποτα.

Η σκέψη για την ηθική υπεροχή του απλού λαού, που είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα όλης της δημιουργία του Τολστόι, είναι διάχυτη και στο Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμα φορά πως μονάχα στο λαό διατηρείται η φυσική σχέση με τη ζωή, η ηθικά καθαρή. Παράλληλα, στη νουβέλα γίνεται ένα ανελέητο ξεσκέπασμα της κοινωνίας εκείνης της εποχής. Το ξεσκέπασμα αυτό, μαζί με την έντονη και γεμάτη ειλικρίνεια κριτική του Τολστόι, μαρτυρεί τη δύναμή του ως συγγραφέα που βλέπει την τάξη του από την πλευρά του λαού.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μάρκος Αυγέρης, «Εισαγωγικό σημείωμα», σ. 8 Εκδόσεις Χ. Μιχαλακέα και Σία, 1959.
  2. Αυτόθι σ. 47
  3. Αυτόθι, σ. 11
  4. Λέων Τολστόι, Αφέντης και δούλος
  5. Λέων Τολστόι, Ανάσταση (μυθιστόρημα)
  6. Λέων Τολστόι, Το Πρωινό ενός Τσιφλικά

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ «ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ» Από την Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, εκδ. Μιχαλακέα και Σία 1958, σσ. 9-11

Ελληνικές εκδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]