Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εξώφυλλο της Γερμανικής έκδοσης του 1930

Το βιβλίο Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας (Das Unbehagen in der Kultur, "Η Δυσφορία μέσα στον Πολιτισμό")[1] γράφτηκε από το Σίγκμουντ Φρόυντ το 1929 και πρωτοεκδόθηκε το 1930 στα γερμανικά. Είναι ένα από τα σημαντικότερα και πιο πολυδιαβασμένα έργα του Φρόυντ.[2]

Πίνακας περιεχομένων

[Επεξεργασία] Περιεχόμενα

Σε αυτό το δημιουργικό βιβλίο, ο Ζίγκμουντ Φρόιντ ασχολήθηκε με τα βασικά προβλήματα μεταξύ του πολιτισμού και του ατόμου. Το πρωταρχικό πρόβλημα είναι απόρροια της αναζήτησης του ατόμου για ελευθερία και της αντίθετης απαίτησης του πολιτισμού για κομφορμισμό και καταπάτησης των ενστίκτων. Πολλά από τα πρωτόγονα ένστικτα της ανθρωπότητας (όπως η επιθυμία για δολοφονία και η σεξουαλική επιθυμία) έχουν αρνητικές επιπτώσεις για τη ζωή σε μια κοινότητα. Ως αποτέλεσμα, ο πολιτισμός δημιουργεί νόμους που απαγορεύουν τις δολοφονίες, το βιασμό, και τις εξωσυζυγικές σχέσεις, και έχει βαρύτατες ποινές για όσους δεν υπακούν σε αυτούς τους νόμους. Αυτή η διεργασία, γράφει ο Φρόυντ, είναι βασικό γνώρισμα του πολιτισμού και έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργεί αισθήματα δυσφορίας στους πολίτες.

Η θεωρία του Φρόυντ βασίζεται στην ιδέα πως οι άνθρωποι έχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ένστικτα που δεν αλλάζουν. Τα περισσότερο γνωστά είναι η επιθυμία για σεξ, και η τάση για βίαιη αντίσταση εναντίον της κυβέρνησης και των σεξουαλικών ανταγωνιστών, που εμποδίζουν την ικανοποίηση των ενστίκτων του ατόμου. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με βάση τη μεγιστοποίηση της ικανοποίησής τους, και αυτό γίνεται με την ικανοποίηση των ενστίκτων.

[Επεξεργασία] Σύνοψη

Ο Φρόυντ αρχίζει το έργο του καταπιασμένος με μια πιθανή πηγή ενός θρησκευτικού συναισθήματος που στο προηγούμενο βιβλίο του, Το Μέλλον μιάς Παραπλάνησης (The Future of an Illusion), δεν ενασχολήθηκε αρκετά: το ωκεάνιο αίσθημα (oceanic feeling) της πληρότητας, της έλλειψης ορίων, της αιωνιότητας.[3]

Ο ίδιος ο Φρόυντ δεν μπορεί να ζήσει αυτό το αίσθημα διάλυσης, μα σημειώνει πως πράγματι υπάρχουν διαφορετικές ψυχολογικές υγιείς καταστάσεις (π.χ. αγάπη) όπου τα σύνορα μεταξύ του εγώ και του αντικειμένου χάνονται, θαμπώνουν, ή διαλύονται. Ο Φρόυντ κατηγοριοποιεί αυτό το ωκεάνιο αίσθημα ως μια επιστροφή (regression) σε μια παλιότερη κατάσταση συνείδησης πριν το εγώ διαφοροποιηθεί από τον κόσμο των αντικειμένων. Ο Φρόυντ παραμένει στην παλιότερη άποψή του πως η ανάγκη από την οποία προέρχεται το θρησκευτικό αίσθημα δεν είναι άλλη από την "μειονεκτικότητα και ανάγκη του βρέφους για τον πατέρα"[4], και γράφει πως "φαντάζομαι πως το ωκεάνιο αίσθημα συνδέθηκε με τη θρησκεία αργότερα", δηλαδή οτι δεν είναι μια πραγματική θρησκευτική εμπειρία παρόλο που σίγουρα πολλοί άνθρωποι την ζουν σαν να ήταν έτσι.

Το δεύτερο κεφάλαιο εξηγεί πώς η θρησκεία είναι μία από τις πολλές συναισθηματικές καταστάσεις που δημιουργούνται από την ανάγκη του ατόμου να ξεφύγει από τις δυσκολίες που υπάρχουν στον κόσμο. Το εγώ του παιδιού δημιουργείται πάνω από το ωκεάνιο αίσθημα όταν το παιδί καταλαβαίνει πως στον πραγματικό κόσμο υπάρχουν και αρνητικές καταστάσεις από τις οποίες θέλει να κρατηθεί μακρυά. Αλλά την ίδια ώρα που το εγώ ελπίζει να ξεφύγει από τη στεναχώρια, χτίζει τον εαυτό του έτσι ώστε να μπορεί να συμπεριφερθεί με τρόπο ώστε να εξασφαλίσει την ευτυχία, και αυτά είναι τα δίδυμα ζητούμενα της αρχής της ευχαρίστησης (Pleasure principle (psychology)) όταν το εγώ κατανοήσει πως πρέπει επίσης να ικανοποιήσει και την αρχή της πραγματικότητας (Reality principle). Ο Φρόυντ ισχυρίζεται πως "ο σκοπός της ζωής είναι απλά το πρόγραμμα της αρχής της ευχαρίστησης"[5] και το υπόλοιπο κεφάλαιο είναι μια εξερεύνηση των διάφορων στρατηγικών που οι άνθρωποι έχουν μεταχειριστεί ώστε να λάβουν ευχαρίστηση από τον κόσμο ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να μειώσουν τη δυσαρέσκεια. Ο Φρόυντ λέει πως υπάρχουν τρεις κύριες πηγές δυσφορίας που προσπαθούμε να νικήσουμε: την δικιά μας ύπαρξη μέσα στον πόνο και την πραγματικότητα του επικείμενου θανάτου, τις άγριες και καταστροφικές πτυχές του φυσικού κόσμου, και την ενδημική δυστυχία που υπάρχει σε ένα κόσμο όπου αναγκαζόμαστε να μοιραζόμαστε τη ζωή μας με άλλους ανθρώπους στα πλαίσια μιάς κοινωνίας. Ο Φρόυντ θεωρεί πως αυτή η τελευταία πηγή δυστυχίας "δημιουργεί τον περισσότερο πόνο, σε σχέση με τις άλλες πηγές"[6], και το υπόλοιπο βιβλίο ασχολείται με την πάλη μεταξύ την ενστικτώδη αναζήτηση της ευτυχίας από τα άτομα και την πραγματικότητα της κοινωνικής ζωής.

Το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου καταπιάνεται με ένα βασικό παράδοξο του πολιτισμού: είναι ένα εργαλείο που έχουμε φτιάξει για να προστατευτούμε από τη δυστυχία, κι όμως είναι η μεγαλύτερη πηγή δυστυχίας. Πολλοί άνθρωποι γίνονται νευρωτικοί επειδή δεν μπορούν να αντέξουν στις επιταγές που η κοινωνία επιτάσει προς ικανοποίηση πολιτιστικών ιδεατών. Ο Φρόυντ εξηγεί πως οι σύγχρονες ανακαλύψεις της επιστήμης ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, έτσι κι έτσι όσον αφορά στη χαρά των ανθρώπων. Ρωτά σε τί χρησιμεύει η κοινωνία αν δεν μας κάνει χαρούμενους, αλλά παραδέχεται πως ο πολιτισμός πρέπει να μειώσει λίγο την ευχαρίστησή μας έτσι ώστε να πραγματοποιήσει τον σκοπό του, δηλαδή να μπορούν οι άνθρωποι να ζουν όλοι μαζί ειρηνικά, το οποίο καταφέρνει κάνοντας τα άτομα υπηκόους μιάς ανώτερης κοινωνικής εξουσίας. Ο πολιτισμός χτίζεται πάνω στα ανθρώπινα ιδεατά του ελέγχου, της ομορφιάς, της υγιεινής, της τάξης, και ειδικά για την εκτέλεση των ανώτερων πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου. Ο Φρόυντ κάνει μια αναλογία μεταξύ της ανάπτυξης του πολιτισμού και της λιμπιντικής ανάπτυξης του ατόμου, κάτι που επιτρέπει στον Φρόυντ να μιλήσει για τον πολιτισμό με καθαρά δικούς του, Φρουδικούς, όρους: υπάρχει (στον πολιτισμό) πρωκτικός ερωτισμός που αναπτύσσεται σε ανάγκη για τάξη και καθαριότητα, μια μετουσίωση των ενστίκτων σε χρήσιμο έργο, όπως και μια βίαιη καταπάτηση των ενστίκτων. Αυτό το τελευταίο είναι που θεωρεί ο Φρόυντ ως το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του πολιτισμού, και αν δεν μετριαστεί με κάποιο τρόπο, τότε "είναι σίγουρο πως σοβαρές διαταραχές θα υπάρξουν"[7]. Άρα ο πολιτισμός δημιουργεί δυστυχία και ψυχοπαθολογία στα μέλη του μέσω της καταστολής των ενστίκτων.

Στο τέταρτο κεφάλαιο ο Φρόυντ προσπαθεί να φιλοσοφίσει πάνω στην αναπτυξιακή ιστορία του πολιτισμού, που υπέθεσε πως συνέπεσε με τη δίποδη βάδιση του ανθρώπου. Αυτό το στάδιο ακολουθείται από την υπόθεση του Φρόυντ στο βιβλίο του Τοτέμ και Ταμπού ότι η ανθρώπινη κουλτούρα έχει μέσα της ένα αρχαίο Οιδοιπόδιο δράμα των αδελφών που συνεργάζονται για να δολοφονήσουν το πατέρα τους, και τη μετέπειτα δημιουργία μιας κουλτούρας κανόνων για να μετριάσουν τα ένστικτα. Τελικά με τον καιρό η αγάπη για ένα και μόνο σεξουαλικό αντικείμενο διαχέεται σε όλη την κουλτούρα και όλη την ανθρωπότητα στη μορφή μιας "αραιής αγάπης δίχως σκοπό". Ο Φρόυντ δεν δέχεται την ιδέα πως αυτή η παθητική και άνευ όρων αγάπη για τα πάντα είναι το άκρον άωτον της ανθρώπινης αγάπης και σκοπού. Ο Φρόυντ λέει πως ενώ η αγάπη είναι ουσιώδης για να ενωθούν οι άνθρωποι μαζί σε ένα πολιτισμό, την ίδια ώρα ο πολιτισμός δημιουργεί νόμους, περιορισμούς, και ταμπού έτσι ώστε να καταπιέσει το ίδιο αυτό ένστικτο, και ο Φρόυντ αναρωτιέται μήπως δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά σεξουαλική επιθυμία σε αυτό που ονομάζεται "λίμπιντο".

"Η ψυχοαναλυτική έρευνα μας έχει δείξει πως είναι ακριβώς αυτές οι απογοητεύσεις της σεξουαλικής ζωής που οι άνθρωποι που είναι γνωστοί ως νευρωτικοί δεν μπορούν να αντέξουν"[8]. Έτσι ο Φρόυντ αρχίζει το πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου, που εξερευνά τους λόγους γιατί η αγάπη δεν μπορεί να είναι η απάντηση, και καταλήγει πως υπάρχει μια πραγματική και βασική επιθετική τάση μέσα σε όλα τα ανθρώπινα πλάσματα. Κι ενώ το ένστικτο της αγάπης (ο έρως) μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την κοινωνία για να ενώσει τα μέλη της μαζί, το επιθετικό ένστικτο πάει αντίθετα σε αυτό και πρέπει είτε να κατασταλλεί είτε να βρει άλλο στόχο όπως π.χ. μια άλλη εχθρική κουλτούρα. Έτσι ο Φρόυντ παραδέχεται πως υπάρχει μια αγιάτρευτη κακία μέσα στις καρδιές των ανθρώπων, και οτι ο πολιτισμός υπάρχει κυρίως για να ελέγχει και να καταπιέζει αυτά τα ένστικτα.

Στο έκτο κεφάλαιο, ο Φρόυντ συνοψίζει την ανάπτυξη της λιμπιντικής του θεωρίας και εξηγεί γιατί δεν πρέπει να χωριστεί σε δυο ξεχωριστά ένστικτα: το αντικείμενο-ένστικτο του έρωτα και το εγώ-ένστικτο του θανάτου. Αυτή η "νέα" ιδέα της επιθυμίας του θανάτου στην πραγματικότητα έχει μια μακρά αναπτυξιακή ιστορία στα γραπτά του Φρόυντ, όπως τις μελέτες του για τον ναρκισισμό και το σαδομαζοχισμό. Ο Φρόυντ παραδέχεται πως μπορεί να είναι δύσκολο να γίνει δεκτή η άποψή του περί μιας ανθρώπινης φύσης που είναι επίρρεπής προς το θάνατο και την καταστροφή, αλλά γράφει πως η καταπάτηση αυτού του ενστίκτου είναι το πραγματικό αίτιο πίσω από την ανάγκη του πολιτισμού για όρια στις ατομικές ελευθερίες. Η ζωή και ο πολιτισμός, λοιπόν, γεννιούνται και αναπτύσσονται μέσα από μια αιώνια πάλη μεταξύ αυτών των δύο διαπροσωπικών δυνάμεων της αγάπης και του μίσους.

Ο Φρόυντ ξεκινά το έβδομο κεφάλαιο εξηγώντας καθαρά πώς η καταπάτηση του ενστίκτου του θανάτου δημιουργεί νεύρωση στους ανθρώπους: η φυσική επιθετικότητα του παιδιού καταπατείται από την κοινωνία (και τον τοπικό της αντιπρόσωπο, τον πατέρα) και αλλάζει κατεύθυνση προς τα μέσα, εσωτερικεύεται, και πηγαίνει προς το εγώ. Αυτές οι επιθετικές ενέργειες γίνονται το υπερ-εγώ ως η κοινωνική/ηθική συνείδηση, που τιμωρεί το εγώ και για τα λάθη που έπραξε (με το αίσθημα της μετάνοιας) αλλά και για τις αμαρτίες που απλά φαντάστηκε οτι θα μπορούσε να κάνει (με το αίσθημα της ενοχής). Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να υποστούν τη δημιουργία αυτών των συναισθημάτων της ενοχής, γιατί τα επιθετικά τους ένστικτα πρέπει να δαμαστούν αν ελπίζουν να μοιραστούν την αγάπη που η πολιτισμένη κοινωνία έχει διαθέσιμη για τα μέλη της. Η ενοχή και η νευρωτική καταπάτηση των ενστίκτων είναι απλά η τιμή που πληρώνουμε για να μπορούμε να ζούμε μαζί σε οικογένειες και κοινότητες.

Η ένοχη συνείδηση είναι το αντίτιμο που πληρώνει το άτομο για να είναι μέλος σε μια πολιτισμένη κοινωνία, αλλά συχνά αυτή η ενοχή παραμένει ασυνείδητη και το άτομο απλά αντιλαμβάνεται κάποια γενική ανησυχία ή "δυσφορία". Ο Φρόυντ επίσης υποθέτει πως μαζί με το ατομικό υπερ-εγώ ίσως να υπάρχει και ένα "πολιτισμικό υπερ-εγώ" που κατά κάποιο τρόπο λειτουργεί ως η συνείδηση της κοινωνίας, και η άποψή του είναι η ίδια που λέει και στους νευρωτικούς του ασθενείς: οτι πρέπει να μειώσει τις απαιτήσεις του στο ασθενές εγώ. Ο Φρόυντ τελειώνει το βιβλίο του αναλύοντας τις ιδέες του για τον έρωτα και το θάνατο και τις διαφορές τους: "Όταν μια ενστικτώδης επιθυμία καταπατείται, τα λιμπιντικά της στοιχεία γίνονται συμπτώματα, και τα επιθετικά της στοιχεία γίνονται το αίσθημα της ενοχής"[9], και καταπιάνεται με το ερώτημα πώς η αιώνια μάχη μεταξύ αυτών των δυο ουράνιων δυνάμεων θα επηρεάσει την ανθρωπότητα.

[Επεξεργασία] Ιστορική θέση

Αυτό το έργο θα πρέπει να το δούμε σε σχέση με τα ιστορικά γεγονότητα της εποχής του: ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος αναμφίβολα επηρέασε τον Φρόυντ και είχε επιρροή στην κεντρική του παρατήρηση σχετικά με τις πιέσεις μεταξύ του ατόμου και του πολιτισμού. Μέσα σε μια χώρα που ακόμη προσπαθούσε να ορθοποδήσει μετά από ένα απάνθρωπα βίαιο πόλεμο, ο Φρόυντ ανέπτυξε τις σκέψεις του που είχε δημοσιεύσει δύο χρόνια νωρίτερα στο βιβλίο του Το Μέλλον μιάς Αυταπάτης (The Future of an Illusion, 1927), όπου επιτέθηκε στην οργανωμένη θρησκεία ως μια μαζική νεύρωση. Ο Φρόυντ, ένας ομολογημένος περήφανος άθεος, είπε πως η θρησκεία έχει ηρεμήσει πολλά αντικοινωνικά ένστικτα και έχει δημιουργήσει ένα αίσθημα κοινότητας γύρω από κοινά σύνολα πίστεως, με αποτέλεσμα να βοηθά το πολιτισμό. Ωστόσο την ίδια ώρα η οργανωμένη θρησκεία επίσης αναγκάσει το άτομο να υποστεί ένα τεράστιο ψυχολογικό κόστος κάνοντάς το για πάντα υπόδουλο στην πρωταρχική πατερική εικόνα (father figure) που συμβολίζεται με τον Θεό.

[Επεξεργασία] Παραπομπές

  1. Αν και η ελληνική μετάφραση δεν αποδίδει επακριβώς τον γερμανικό τίτλο, έχει επικρατήσει με αυτόν τον τύπο τουλάχιστον από το 1974. Ο ίδιος ο Φρόυντ επιθυμούσε αρχικά να ονομάσει το έργο Das Unglück in der Kultur (Η δυστυχία στον πολιτισμό) (Freud, 1994, σ.7).
  2. Gay, 1989, 722
  3. Η ιδέα του "ωκεάνιου αισθήματος" ήταν του Ρομάν Ρολάντ (Romain Rolland) και τη βρίσκουμε στην αλληλογραφία του με τον Φρόυντ, βασισμένη στις μελέτες του για τον Ανατολικό Μυστικισμό. Σε αυτή την αλληλογραφία ο Ρολάντ γράφει πως θα ήθελε να μάθει την ανάλυση του Φρόυντ για αυτή την ιδέα, και η απάντηση δόθηκε μέσα από αυτά τα βιβλία. Ο Φρόυντ γράφει πως το όνομα ωκεάνιο αίσθημα του δόθηκε από έναν "ανώνυμο φίλο".
  4. Strachey 2001, pg. 72
  5. Strachey 2001, pg. 76
  6. Strachey 2001, pg. 77
  7. Strachey 2001, pg. 97
  8. Strachey 2001, pg. 108
  9. Strachey 2001, pg. 139

[Επεξεργασία] Βιβλιογραφία

  • Freud, Sigmund, Civilization and Its Discontents, W. W. Norton & Company; Reissue edition (July, 1989), ISBN 0-393-30158-3
  • Freud, Sigmund, "Civilization and Its Discontents", London: Penguin, 2002. ISBN 978-0=141-18236-0
  • Gay, Peter (1989), Peter Gay, επιμ., The Freud Reader, W. W. Norton & Company, ISBN 0-393-95806-X 
  • Strachey, J. (2001) ‘’The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud, Volume XXI (1927-1931)’’, London, Vintage. ISBN 978-0-09-942676-9
  • Freud, Sigmund (1994). Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας. Αθήνα: Επίκουρος. ISBN 960-7105-14-1. 

[Επεξεργασία] Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Wikipedia-logo.png Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Civilization and Its Discontents της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
Πλοήγηση
Συμμετοχή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες