Οστπολιτίκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Βίλλυ Μπραντ (αριστερά) και ο Βίλλυ Στοφ στην Ερφούρτη το 1970, κατά την πρώτη συνάντηση του Καγκελάριου με τον Ανατολικογερμανό ομόλογό του

Η Οστπολιτίκ (Ostpolitik: Ανατολική πολιτική στα γερμανικά), είναι ένας όρος που αναφέρεται στην πολιτική "αλλαγής μέσω επαναπροσέγγισης" που εφαρμόστηκε από τον καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας, Βίλλυ Μπραντ. Σκοπός της ήταν η εξομάλυνση των σχέσεων με τις χώρες του ανατολικού μπλοκ, συμπεριλαμβανομένης και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Ο ορθότερος όρος είναι στην πραγματικότητα η Neue Ostpolitik (Νέα ανατολική πολιτική), σε αντιπαράθεση με την πολιτική που ασκούσαν μέχρι το 1969 οι Χριστιανοδημοκρατικές κυβερνήσεις. Οι Χριστιανοδημοκράτες του Κόνραντ Αντενάουερ προσπάθησαν να αγνοήσουν και να απομονώσουν το κομμουνιστικό καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες του Μπραντ προσπάθησαν να επιτύχουν μεγαλύτερη ελευθερία για τους Ανατολικογερμανούς και σε ένα βαθμό επίτευξη συνεργασίας μεταξύ των δυο χωρών.

Σκοπός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία ήταν διαιρεμένη μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Δυτική) και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Ανατολική). Αρχικά, και οι δύο κυβερνήσεις υποστήριξαν ότι αντιπροσώπευαν το σύνολο του γερμανικού έθνους. Ωστόσο αργότερα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία δήλωσε ότι ήταν η μόνη δημοκρατικά νόμιμη γερμανική κυβέρνηση. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η κομμουνιστική κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε πλέον ένα κοινό γερμανικό έθνος, καθώς η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας αποτελούσε πια ένα «σοσιαλιστικό» έθνος.

Οι Χριστιανοδημοκράτες κυριαρχούσαν στις Ομοσπονδιακές κυβερνήσεις από το 1949 έως το 1969. Αυτές οι κυβερνήσεις αρνήθηκαν να έχουν οποιαδήποτε επαφή με την κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας λόγω του αντιδημοκρατικού χαρακτήρα της. Παράλληλα το Δόγμα Χάλσταϊν προέβλεπε ότι η ΟΔΓ θα διακόπτει διπλωματικές επαφές με κάθε χώρα που συνάπτει διπλωματικές σχέσεις με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η πρώτη εφαρμογή του Δόγματος Χάλσταϊν ήταν το 1957, όταν η ΟΔΓ απέσυρε την αναγνώριση της Γιουγκοσλαβίας, αφού προηγουμένως η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση αποδέχτηκε πρεσβευτή της ΛΔΓ. Τη δεκαετία του 1960 κατέστη προφανές ότι η πολιτική αυτή δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει επ' άπειρο. Όταν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία σύνηψε διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ το 1965, τα αραβικά κράτη διέκοψαν τις σχέσεις με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και ξεκίνησαν διπλωματικές επαφές με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Ακόμη και πριν από την εκλογή του ως καγκελαρίου, όντας δήμαρχος του Δυτικού Βερολίνου, ο Βίλλυ Μπραντ υποστήριζε πολιτικές που θα μπορούσαν να μειώσουν τις εντάσεις μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών κάτι που θα ήταν προς το συμφέρον του διασυνοριακού εμπορίου. Η νέα Οστπολιτίκ έκρινε ότι το Δόγμα Χάλσταϊν δεν συνέβαλε στην υπονόμευση του κομμουνιστικού καθεστώτος αλλά ούτε και βελτίωσε την κατάσταση των Γερμανών στη ΛΔΓ. Ο Μπραντ πίστευε ότι η συνεργασία με τους κομμουνιστές θα προωθήσει τις γερμανικές εμπορικές και όχι μόνο σχέσεις κάτι που μακροπρόθεσμα θα υπονόμευε την κομμουνιστική κυβέρνηση.

Ωστόσο, τόνισε ότι η νέα Οστπολιτίκ του, δεν μειώνει στο ελάχιστο τους στενούς δεσμούς της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας με τη Δυτική Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Πράγματι, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η ακλόνητη στάση του Δόγματος Χάλσταϊν θεωρήθηκε πράγματι ότι είναι επιζήμια για τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Πολυάριθμοι αμερικανοί σύμβουλοι και φορείς χάραξης πολιτικής, κυρίως ο Χένρυ Κίσινγκερ, ζητούσαν από μέρους της Βόννης μεγαλύτερη ευελιξία. Την ίδια στιγμή, άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης εισήλθαν σε μια περίοδο πιο τολμηρής πολιτικής απέναντι στην Ανατολή.

Πραγματοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χαλάρωση των εντάσεων με την Ανατολή που οραματίστηκε η Οστπολιτίκ, άρχισε αναγκαστικά με τη Σοβιετική Ένωση, το μόνο κράτος του Ανατολικού Συνασπισμού, με το οποίο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία είχε επίσημες διπλωματικές σχέσεις (παρά τα προαναφερθέντα υπό το Δόγμα Χάλσταϊν). Το 1970 ο Μπραντ υπέγραψε τη Συνθήκη της Μόσχας με θέμα τη διακοπή χρήσης βίας και την αναγνώριση των τρεχουσών ευρωπαϊκών συνόρων. Αργότερα τον ίδιο χρόνο, ο Μπραντ υπέγραψε τη Συνθήκη της Βαρσοβίας, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Πολωνίας. Η Συνθήκη της Βαρσοβίας επανέλαβε κατ 'ουσίαν τη Συνθήκη της Μόσχας, και ιδίως επανέλαβε την αναγνώριση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας σχετικά με τη γραμμή Όντερ-Nάισε. Ακολούθησαν Συνθήκες και με άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Η πλέον αμφιλεγόμενη συμφωνία ήταν η βασική συνθήκη του 1972 με την Ανατολική Γερμανία, για τη θέσπιση επίσημων σχέσεων μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών, για πρώτη φορά μετά το διαχωρισμό. Η κατάσταση περιπλέκεται όμως από το μακροχρόνιο αίτημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας να εκπροσωπεί ολόκληρο το γερμανικό έθνος. Ο Καγκελάριος Μπραντ προσπάθησε να εξομαλύνει αυτό το σημείο, επαναλαμβάνοντας τη δήλωση του 1969 ότι, παρόλη την ύπαρξη δύο γερμανικών κρατών, δεν είναι δυνατό να αντιμετωπίζουν το ένα το άλλο ως διαφορετικά έθνη.

Η κυβέρνηση Μπραντ, όντας ένας συνασπισμός των Σοσιαλδημοκρατών και των Ελευθέρων Δημοκρατών, έχασε έναν αριθμό βουλευτών στην αντιπολίτευση των Χριστιανοδημοκρατών, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη θεμελιώδη συνθήκη. Τον Απρίλιο του 1972 φαίνεται ότι ακόμη και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης Ράινερ Μπάρζελ, είχε αρκετή υποστήριξη για να γίνει ο νέος καγκελάριος, όμως στην κοινοβουλευτική ψηφοφορία χάνει για δύο ψήφους. Αργότερα διαπιστώθηκε ότι η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε χρηματίσει τους δυο Χριστιανοδημοκράτες βουλευτές ώστε να καταψηφίσουν τον Μπάρζελ. Νέες γενικές εκλογές το Νοέμβριο του 1972 έδωσαν τη νίκη στη κυβέρνηση Μπράντ, και στις 11 Μαΐου 1973, το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο ενέκρινε τη θεμελιώδη συνθήκη.

Σύμφωνα με τη θεμελιώδη συνθήκη, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας αντάλλαξαν πρεσβευτές, υπό την πολιτική ονομασία των "μόνιμων αντιπροσωπειών". Η αμοιβαία αναγνώριση άνοιξε την πόρτα της ένταξης στα Ηνωμένα Έθνη και για τις δύο χώρες, καθώς ο ισχυρισμός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας ότι αντιπροσωπεύει το σύνολο του γερμανικού έθνους έπαψε να ισχύει κατ' ουσίαν από την στιγμή της αναγνώρισης της Ανατολικής ομολόγου.

Συμφωνίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτές είναι οι συμφωνίες της Δυτικής Γερμανίας οι οποίες έχουν την Οστπολιτίκ ως κύριο ή δευτερεύον πολιτικό στόχο.

  • Συμφωνία Άδειας, 17 Δεκεμβρίου 1963
  • Συνθήκη της Μόσχας, 12 Αυγούστου 1970
  • Συνθήκη της Βαρσοβίας, 7 Δεκεμβρίου 1970
  • Συμφωνία Τεσσάρων Δυνάμεων, 3 Σεπτεμβρίου 1971
  • Συμφωνία Τράνζιτ, 17 Δεκεμβρίου 1971
  • Θεμελιώδης Συνθήκη, 21 Δεκεμβρίου 1972
  • Συνθήκη της Πράγας, 11 Δεκεμβρίου 1973

Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]