Οργανισµός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Οργανισμός Προγνωστικών
Αγώνων Ποδοσφαίρου A.E.
Είδος

Ανώνυμη Εταιρεία (

ΧΑΑ: ΟΠΑΠ)
Ίδρυση 1958
Έδρα Αθήνα
Διοίκηση Emma Delta Hellenic Honding Limited
Υπηρεσίες Αθλητικά στοιχήματα
Κύκλος εργασιών €5,140 δις (2010)[1]
Κέρδη €696,6 εκατ. (2010)[1]
Πρόσωπα Flag of the Czech Republic.svg Καμίλ Ζίγκλερ (Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος)
Υπάλληλοι 1,000 (end 2010)[1]
Ιστότοπος opap.gr

Ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ) είναι μια ελληνική εταιρεία διοργάνωσης και διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών. Εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής. Για πολλά χρόνια αποτέλεσε το δημόσιο μονοπώλιο τυχερών παιχνιδιών και εξακολουθεί να διαθέτει το αποκλειστικό δικαίωμα  στη διοργάνωση και διαχείριση τυχερών παιχνιδιών στην Ελλάδα[2] εκτός διαδικτύου.[3]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη δεκαετία του '50 ξεκίνησε μια προσπάθεια αναβάθμισης του ελληνικού αθλητισμού και βελτίωσης των υποδομών του. Στα πλαίσια αυτά συγκροτήθηκε το 1957 η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού (ΓΓΑ). Για την εξεύρεση πόρων για τη χρηματοδότηση της ωρίμασε η ιδέα της χρήσης εσόδων από τη διεξαγωγή παιχνιδιών προγνωστικών αγώνων ποδοσφαίρου, όπως γινόταν ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Με αυτόν το σκοπό ιδρύθηκε ο ΟΠΑΠ 1958 ως Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, υπαγόμενο στη ΓΓΑ. Ταυτόχρονα με την ίδρυση του θεσμοθετήθηκε με βασιλικό διάταγμα το πρώτο παιιχνίδι που εισήγαγε ο ΟΠΑΠ, το ΠΡΟ-ΠΟ (από τα αρχικά ΠΡΟγνωστικά ΠΟδοσφαίρου), το οποίο οργανώθηκε στα πρότυπα του αντίστοιχο ιταλικό Τότο Κάλτσιο.[4]

Το ΠΡΟ-ΠΟ ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Μάρτιο του 1959, λίγους μήνες πριν από το ξεκίνημα της Α' Εθνικής Κατηγορίας Ποδοσφαίρου και μέρος των εσόδων του συνεισέφερε στη χρηματοδότηση της νεοσύστατης κατηγορίας. Αρχικά δεν υπήρχαν αποκλειστικά πρακτορεία και τα παιχνίδια παίζονταν σε συνεργαζόμενα ψιλικατζίδικα, γαλακτοπωλεία κλπ ενώ γεωγραφικά η διεξαγωγή του παιχνιδιού περιοριζόταν στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πειραιά. Από τον Μάιο ξεκίνησε, με αργούς ρυθμούς, η ίδρυση πρακτορείων και σε μεγάλες πόλεις της επαρχίας.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ΠΡΟ-ΠΟ γνώρισε την επιτυχία από την αρχή και εν μέρει αυτό οφείλεται στην έντονη διαφημιστική εκστρατεία. Τη δεκαετία του '60 το παιχνίδι γνώρισε διάφορες βελτιώσεις όπως η διανομή κερδών στα δελτία με 11 σωστές προβλέψεις. Ο ΟΠΑΠ απέκτησε παρουσία σε περίπου 70 πόλεις και το 1966 είχε φτάσει τα 795 πρακτορεία. Παραλληλα μετακόμισε σε νέα γραφεία στην οδό Πανεπιστημίου, απέναντι από την Εθνική Βιβλιοθήκη.

Τον Μάρτιο του 1965 ο ΟΠΑΠ λειτούργησε το δεύτερο παιχνίδι του, το «6 από 36», προσαρμογή ενός αντίστοιχου γερμανικού, η ίδρυση του οποίου προβλεπόταν στο ίδιο Βασιλικό Διάταγμα με το ΠΡΟ-ΠΟ. Σε κάθε δελτίου υπήρχαν 36 αγώνες και οι παίκτες καλούνταν να προβλέψουν τους έξι που θα έρχονταν ισόπαλοι με τα περισσότερα γκολ. Το παιχνίδι είχε θετική αποδοχή αρχικά αλλά γρήγορα τα δελτία του μειώθηκαν και τον Απρίλιο του 1966 αποφασίστηκε η διακοπή του.[4] Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το ΠΡΟΠΟ να είναι το μοναδικό παιχνίδι και για τις επόμενες δεκαετίες.

Περίοδος της Δικτατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την περίοδο της Δικτατορίας, ο ΟΠΑΠ γνώρισε εντυπωσιακή ανάπτυξη, βοηθούμενος από την προβολή που έδινε το καθεστώς στον αθλητισμό. Τα πρακτορεία του από 900 στην αρχή της περιόδου έφτασαν τα 2000 και τα έσοδα του το 1974 ανήλθαν στα 1,3 δισεκατομμύρια δραχμές από 176 εκατομμύρια το 1966. Σε αυτή τη διόγκωση συνέβαλε η αύξηση του ποσοστού κέρδους των πρακτορείων από 5% σε 10%, η εισαγωγή των ομαδικών συστημάτων και η κλήρωση αξιόλογων δώρων (αυτοκίνητα, ταξίδια κλπ) σε όλους τους συμμετέχοντες που ήδη είχε ξεκινήσει από το 1965.[4]

Μεταπολίτευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη Μεταπολίτευση οι εντυπωσιακοί ρυθμοί επέκτασης του ΟΠΑΠ συνεχίστηκαν. Το 1981 τα πρακτορεία του είχαν φθάσει τα 2952 και τα έσοδα του τα 7,3 δισ. δραχμές. Παράλληλα η διαχείριση των χορηγήσεων του έγινε πιο διαφανής και υπόκειταν σε κοινοβουλευτικό έλεγχο. Τα χρήματα του ΟΠΑΠ συνεισέφεραν στη δημιουργία εκατοντάδων γηπέδων, κλειστών γυμναστηρίων και άλλων αθλητικών χώρων σε όλη την επικράτεια, ενώ οι χορηγίες του σταμάτησαν να περιορίζονται στον αθλητισμό και επεκτάθηκαν και στον πολιτισμό. Στα τέλη της δεκαετίας τα πρακτορεία του είχαν φθάσει τις 4,000 και τα έσοδα του είχαν ξεπεράσει τα 53 δισ. δραχμές. Το 1987 ψηφιστηκε και η λειτουργία δύο νέων παιχνιδιών, του ΛΟΤΤΟ και του ΠΡΟΤΟ, για τη διεξαγωγή των οποίων αναβαθμίστηκε σημαντικά και η μηχανοργάνωση του οργανισμού.

Είσοδος στο χρηματιστήριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την επόμενη δεκαετία η ανάπτυξη του οργανισμού συνεχίστηκε με υψηλούς ρυθμούς. Χαρακτηρίστηκε από τη λειτουργία πολλών νέων παιχνιδιών, ξεκινώντας από το ΛΟΤΤΟ το 1990 και το ΠΡΟΤΟ το 1992 και ακολούθησαν τα ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ το 1996 και το ΤΖΟΚΕΡ το 1997. Το 2000 ήταν μια σημαντική χρονιά στην ιστορία του ΟΠΑΠ καθώς ξεκίνησε η λειτουργία του Πάμε Στοίχημα, η πρώτη μορφή νόμιμου αθλητικού στοιχήματος στην Ελλάδα. Το παιχνίδι θα εξελισσόταν γρήγορα στο πιο κερδοφόρο του ΟΠΑΠ.

Το 1999 ο ΟΠΑΠ μετατράπηκε σε Ανώνυμη Εταιρία με ονομασία ΟΠΑΠ Α.Ε. και η διάρκειά της με τη μορφή αυτή ορίστηκε στα 100 χρόνια. Το 2001 έγινε εισαγωγή του στο Χρηματιστήριο Αθηνών, με νόμο σύμφωνα με τον οποιο το Δημόσιο μπορούσε να διαθέσει σε επενδυτές μέχρι 49% του μετοχικού κεφαλαίου. Αρχικά διατέθηκε το 5% των μετοχών και ακολούθησαν επιπλέον πωλήσεις πακέτων μετοχών του Δημοσίου το 2002, το 2003 και το 2005, με το ποσοστό του να μειώνεται στο 33,6%.[5] Το 2003 με βάση διακρατική συμφωνία μεταξύ του ελληνικού δημοσίου και της Κυπριακής Δημοκρατίας, η ΟΠΑΠ Α.Ε. ίδρυσε την OPAP Cyprus Ltd., που είναι κυρίως υπεύθυνη για την οργάνωση, λειτουργία και διαφήμιση των παιχνιδιών της εταιρίας στην Κύπρο.

Με βάση στοιχεία για το 2007 και κατάταξη βάσει πωλήσεων (τζίρου) ήταν η τρίτη μεγαλύτερη ελληνική εταιρεία, μετά τα Ελληνικά Πετρέλαια και τη ΔΕΗ [6]. Το 2012 η εταιρία έκλεισε με κύκλο εργασιών ύψους 3,972 δις ευρώ και κέρδη 505 εκατομμύρια ευρώ.

Ιδιωτικοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 11 Οκτωβρίου 2013 το Δημόσιο πούλησε το υπόλοιπο ποσοστό του στον οργανισμό, ύψους 33% του μετοχικού κεφαλαίου, θέση την οποία κατέλαβε το επενδυτικό σχήμα Emma Delta, που κατέβαλε στον τέως δεσπόζοντα μέτοχο ΤΑΙΠΕΔ (που εκπροσωπούσε το Ελληνικό Δημόσιο) το ποσό των 622 εκατομμυρίων ευρώ για την απόκτηση των εν λόγω μετοχών .

To 2014 ξεκίνησε η λειτουργία της ηλεκτρονικής στοιχηματικής πλατφόρμας του Οργανισμού. Οι παίκτες πλέον μπορούν να στοιχηματίσουν (ποντάρουν) διαδικτυακά, για το παιχνίδι Πάμε Στοίχημα, και με μεγαλύτερη ευκολία να συμμετέχουν στα ζωντανά παιχνίδια που προσφέρονται.

Τα παιχνίδια του ΟΠΑΠ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • ΠΡΟ-ΠΟ (Από την 1η Μαρτίου 1959)
  • 6 από 36 (Ξεκίνησε στις 28 Μαρτίου 1965, καταργήθηκε ένα χρόνο αργότερα)
  • ΛΟΤΤΟ (Από τις 5 Δεκεμβρίου 1990)
  • ΠΡΟΤΟ (Από τις 10 Ιουνίου 1992)
  • ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ (Από τις 3 Μαρτίου 1996)
  • ΤΖΟΚΕΡ (Από τις 16 Νοεμβρίου 1997)
  • ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ (Από τις 20 Ιανουαρίου 2000)
  • SUPER 3 (Από τις 25 Νοεμβρίου 2002)
  • EXTRA 5 (Από τις 25 Νοεμβρίου 2002)
  • ΚΙΝΟ (Από τις 4 Οκτωβρίου 2004)
  • RACES (Από τις 22 Μαρτίου 2011)
  • GO LUCKY (Από τις 22 Μαρτίου 2011)
  • ΣΚΡΑΤΣ (Από τις 7 Μαΐου 2014)

Το πρώτο δελτίο ΠΡΟ-ΠΟ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο δελτίο ΠΡΟ-ΠΟ (1/3/1959)

Το πρώτο δελτίο ΠΡΟ-ΠΟ κυκλοφόρησε την 1η Μαρτίου 1959 και περιελάμβανε 12 αγώνες καθώς και επιπλέον 2 αναπληρωματικούς, τα αποτελέσματα των οποίων θα είχαν ισχύ μόνο σε περίπτωση διακοπής, αναβολής ή ματαίωσης κάποιου ή κάποιων από τους 12 κύριους αγώνες. Επιλέχθηκαν αναμετρήσεις από την τελική φάση του Πανελληνίου πρωταθλήματος 1959, από αγώνες Β' κατηγορίας των Ε.Π.Σ. Αθήνας, Ε.Π.Σ. Πειραιά και Ε.Π.Σ. Μακεδονίας, καθώς και από το πρωτάθλημα Ιταλίας.

Είχαν συμπληρωθεί 213.670 στήλες και υπήρξε μόνο ένας νικητής που κατάφερε να πετύχει και τις 12 σωστές προβλέψεις. Επρόκειτο για τον Νίκο Πάσσαρη, κάτοικο Αθήνας. Κέρδισε 228.360 δραχμές, ποσό εξαιρετικά υψηλό για τα δεδομένα της εποχής. Επίσης υπήρξαν και 48 παίκτες με 11 σωστές επιτυχίες, οι οποίοι μοιράστηκαν το ποσό των 6.757,50 δραχμών. [7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]