Οράς Βερνέ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αυτοπροσωπογραφία του Οράς Βερνέ (1835, Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη)
«Ιούδας και Θάμαρ» (1840). Πίνακας του Οράς Βερνέ. Συλλογή Ουάλας, Λονδίνο

Ο Οράς Βερνέ (Horace Vernet, 1789 – 1863) ήταν Γάλλος ζωγράφος, γεννημένος στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Ήταν απόγονος διάσημης οικογένειας ζωγράφων και γιος του ζωγράφου Κάρολου Βερνέ (Carle Vernet, 1758 – 1835). Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους οριενταλιστές καλλιτέχνες στη Δυτική Ευρώπη.

Από το 1828 ως το 1833, ο Βερνέ διετέλεσε διευθυντής της Ακαδημίας της Γαλλίας στη Ρώμη. Από πολύ νωρίς επηρεάστηκε από τις διδαχές του Κλασικισμού και τα ρομαντικά έργα του Βικτόρ Ουγκό και του Λόρδου Βύρωνα, όπως ήταν «Ο Γκιαούρ» (1827) του Βύρωνα. Το 1833 έκανε το πρώτο ταξίδι του στην Αλγερία, μαζί με τον Άγγλο ζωγράφο Ουίλιαμ Ουάιλντ (William Wylde), χώρα που πολλές φορές ξαναεπισκέφτηκε. Η παραμονή του στην Αλγερία επηρέασε καθοριστικά το ζωγραφικό έργο του.

Ο ανιψιός του Frederic Goupil – Fresquet, με τον οποίο ο Βερνέ είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα, την Αίγυπτο και το Μαρόκο, έγραψε μια περιγραφή του ταξιδιού τους «Το Ταξίδι στην Ανατολή με τον Οράς Βερνέ στα 1839 και 1840» (Le Voyage en Orient avec Horace Vernet en 1839 et 1840). Ο Βερνέ φιλοτέχνησε περισσότερους από 500 πίνακες και λιθογραφίες.

Αραβικός οριενταλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βερνέ είχε αναπτύξει στενές σχέσεις με τον ισλαμικό κόσμο και ήταν θιασώτης του αραβικού τρόπου ζωής. Το 1848, σε μια ομιλία του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Παρισιού, υποστήριξε την άποψη πως η τέχνη έπρεπε να απαλλαγεί από την ψευδοκλασική ενδυματολογική μόδα που κληρονόμησε από την Αναγέννηση και να υιοθετήσει τα ρούχα των σύγχρονων Αράβων, που μοιάζουν μ’ αυτά που φορούσαν οι Εβραίοι των βιβλικών χρόνων.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1830, ο Βερνέ είχε υιοθετήσει τις αραβικές ενδυμασίες στους πίνακές του με βιβλικό ή θρησκευτικό περιεχόμενο, όπως «Η Ρεβέκα στο Πηγάδι» (που εκτέθηκε στο Σαλόν το 1835). Στο ίδιο πλαίσιο κινούνταν και άλλα δέκα έργα του με βιβλικές σκηνές, που σχεδόν όλα τους περιστρέφονταν γύρω από το θέμα της αποπλάνησης.

Το σπουδαιότερο έργο «οριενταλιστικής» έμπνευσης του Βερνέ, που αποδίδει με αυθεντικότητα το αισθησιακό περιβάλλον της Ανατολής, είναι ο πίνακας «Ιούδας και Θάμαρ» (1840, Συλλογή Ουάλας, Λονδίνο), όπου η Χαναναία Θάμαρ εικονίζεται μεταμφιεσμένη σε πόρνη, με το ένα στήθος της γυμνωμένο και ξεγύμνωτο τον ένα μηρό της, με υποκριτικά μισοκαλυμμένο το πρόσωπό της που μόνο τα προκλητικά μάτια της φαίνονται, να προσπαθεί να αποπλανήσει τον πεθερό της Ιούδα. Το ίδιο «ανατολίτικο» περιβάλλον κυριαρχεί και στους πίνακες «Ο Ιωσήφ προδίδεται από τα αδέλφια του» (1853) και «Το πανωφόρι του Ιωσήφ» (1853).

Οι αντιδράσεις απέναντι στην «οριενταλιστική» θεωρία και το ζωγραφικό έργο του Βερνέ υπήρξαν έντονα εχθρικές. Το έργο του αμφισβητήθηκε ενόσω ακόμη ζούσε, ιδίως από τον Μπωντλαίρ, ο οποίος του καταλόγισε έλλειψη ενότητας στις συνθέσεις του, ενώ ο Θεόφιλος Γκωτιέ αντέδρασε βίαια στο γεγονός ότι ο Βερνέ απεμπολούσε στους πίνακές του τη «βιβλική σοβαρότητα».

Υμνητής της αποικιοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Οράς Βερνέ έγινε κυρίως γνωστός ως ζωγράφος στρατιωτικών θεμάτων. Λόγω των βοναπαρτικών ιδεών του αποκλείστηκε από το Σαλόν του 1822, όπου παρουσίασε το «Πρόχωμα του Κλισύ» (Μουσείο του Λούβρου), θέμα που αναφερόταν στην άμυνα του Παρισιού. Ο Καρολος Ι΄ εκτίμησε τη δουλειά του και του παρήγγειλε μια οροφή για το Λούβρο: «Ο Ιούλιος Β΄ σε συζήτηση με τον Μπραμάντε, τον Ραφαήλ και τον Μιχαήλ Άγγελο».

Μετά το ταξίδι του στην Αλγερία το 1833, ο Βερνέ έγινε ο υμνητής των γαλλικών αποικιακών κτήσεων. Ο Λουδοβίκος Φίλιππος του ανέθεσε να φιλοτεχνήσει μεγάλες συνθέσεις από την πολιορκία της Κωνσταντίνης για την Πινακοθήκη των Μαχών στο Ανάκτορο των Βερσαλλιών. Ο Βερνέ απεικόνισε επίσης την «Κατάληψη του σπιτιού του Αμπντ ελ-Καντέρ» (1845), τη «Μάχη του Ιλύ» (Isly) (1846) κ. ά. Ο ρόλος του Βερνέ ως επίσημου ζωγράφου της Βασιλικής Αυλής δεν ατόνησε με τη δεύτερη Αυτοκρατορία, όταν φιλοτέχνησε την προσωπογραφία του Ναπολέοντος Γ' και την εκστρατεία της Κριμαίας.

Ανάμεσα στις εκατοντάδες των έργων του περιλαμβάνονται: «Ο Μαζέπα και οι λύκοι» (1826, Μουσείο Καλβέ), «Πολωνός Προμηθέας» (1831), «Ο Άραβας παραμυθάς» (1833), «Ο Άγγελος του Θανάτου» (1851, Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη), «Οδόφραγμα στην Οδό Σουφλό στις 24 Ιουνίου 1848» κ. ά.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Gerard – Georges Lemaire: “The Orient in Western Art” (English edition), pp. 180 - 181 & 347, Koenemann, 2005.
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, λήμμα «Βερνέ, Οράς Βερνέ», τόμος 14, σελ. 116, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 1996.


Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα