Ομοιοπαθητική

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Σάμουελ Χάνεμαν, ιδρυτής της ομοιοπαθητικής

Η Ομοιοπαθητική, από τις λέξεις όμοιον και πάθος, είναι μια μέθοδος εναλλακτικής ιατρικής που βασίζεται στην αρχή των ομοίων και τον κανόνα της απειροελάχιστης δόσης[1], έχοντας ως κεντρικό αξίωμα πως «τα όμοια θεραπεύονται με τα όμοια» (similia similibus curantur). Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Ομοιοπαθητική (European Committee for Homeopathy), που αποτελείται από εκπροσώπους οργανώσεων ομοιοπαθητικών γιατρών, ορίζεται ως «ένα σύστημα πρακτικής ιατρικής, με σκοπό τη μεθοδολογική βελτίωση της υγείας ενός οργανισμού, μέσω της χορήγησης φαρμακολογικά δοκιμασμένων και κατάλληλα επεξεργασμένων[2] ουσιών που επιλέγονται ανά περίπτωση, σύμφωνα με το νόμο των ομοίων»[3]. To Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κλασικής Ομοιοπαθητικής ορίζει την ομοιοπαθητική ως «θεραπευτική τέχνη και ιατρική επιστήμη»[4]. Οι βασικές αρχές της ομοιoπαθητικής προτάθηκαν για πρώτη φορά το 1796, από τον Γερμανό γιατρό Σάμουελ Χάνεμαν (1755-1843) και η πρώτη χρήση του όρου ομοιοπαθητική, από τον ίδιο, χρονολογείται το 1807[5]. O όρος αποδίδεται επίσης στον Ιπποκράτη[6]. Θα πρέπει φυσικά να αναφερθεί ότι η ομοιοπαθητική θεωρείται ευρύτερα ως ψευδοεπιστήμη.

Κατά τις αρχές του 19ου αιώνα, η ομοιοπαθητική αντιμετωπίστηκε ως ένα εναλλακτικό και συχνά προτιμότερο θεραπευτικό σύστημα, σε σύγκριση με άλλες επίπονες και επικίνδυνες ιατρικές πρακτικές που εφαρμόζονταν, ωστόσο από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά από σημαντικές ανακαλύψεις που σημειώθηκαν στον τομέα της ιατρικής, έχει υποστεί έντονη κριτική και αμφισβήτηση, χαρακτηριζόμενη ενίοτε από τους επικριτές της ως ψευδοεπιστήμη[7]. Υποστηρίζεται πως βασικές αρχές της δεν μπορούν να επαληθευτούν στα πλαίσια της επιστημονικής μεθοδολογίας, ενώ ορισμένες από τις υποθέσεις της παραβιάζουν γνωστούς φυσικούς νόμους. Οι επικριτές της ομοιοπαθητικής υποστηρίζουν πως τα αποτελέσματά της δεν διαφοροποιούνται από τη γνωστή επίδραση των εικονικών φαρμάκων (placebo) ενώ πολυάριθμες συστηματικές ανασκοπήσεις κλινικών δοκιμών της έχουν πραγματοποιηθεί, συχνά με αντικρουόμενα αποτελέσματα, χωρίς να επιβεβαιώνεται με οριστικό τρόπο πως αποτελεί αποτελεσματική θεραπεία για κάποια ιατρική πάθηση[8]. Ο Χάνεμαν έθεσε τα θεμέλια της ομοιοπαθητικής, υποστηρίζοντας πως όλες οι ασθένειες αντιμετωπίζονταν αποτελεσματικότερα εφόσον οι ασθενείς έκαναν χρήση φαρμάκων που προκαλούσαν όμοια συμπτώματα με αυτά των ασθενειών, όταν χορηγούνταν σε υγιείς οργανισμούς. Αργότερα, διατύπωσε την «αρχή της απειροελάχιστης δόσης», θεωρώντας πως η μείωση της συγκέντρωσης ενός φαρμάκου δεν προκαλεί ανάλογη εξασθένιση της επίδρασής του, εφόσον κατά την σταδιακή αραίωση του «δυναμοποιείται» μέσα από μία διαδικασία σταδιακής αραίωσης και βίαιης δόνησης του διαλύματος. Οι βασικές αρχές της ομοιοπαθητικής, όπως διατυπώθηκαν από τον Χάνεμαν, αναφέρονται συχνά ως «Κλασσική Ομοιοπαθητική», στα πλαίσια της οποίας ο ασθενής λαμβάνει ένα μόνο φάρμακο, και δίδεται ικανός χρόνος στον οργανισμό του ασθενούς να ανταποκριθεί. Υπό τον όρο ομοιοπαθητική συμπεριλαμβάνονται και άλλοι τρόποι εφαρμογής των ομοιοπαθητικών φαρμάκων, όπως για παράδειγμα η Ισοπαθητική, η Πλουραλιστική ομοιοπαθητική, η Πολυφαρμακία, κ.α.

Η ομοιοπαθητική παραμένει δημοφιλής σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και στην Ινδία[9][10], ενώ λιγότεροι είναι οι υποστηρικτές της στις ΗΠΑ[11]. Στη Γαλλία, στην Ολλανδία και στο Βέλγιο, καταγράφονται τα υψηλότερα ποσοστά του πληθυσμού που χρησιμοποιεί συμπληρωματικά την ομοιοπαθητική[10]. Το 1997, το 29% του πληθυσμού της Ευρώπης χρησιμοποιούσε ομοιοπαθητικές θεραπείες, ενώ τα ομοιοπαθητικά φάρμακα κάλυπταν περίπου το 1% των πωλήσεων της Ευρωπαϊκής φαρμακοβιομηχανίας[12]. Xώρες της κεντρικής και βόρειας Αμερικής, της Ασίας και της Ευρώπης έχουν αναγνωρίσει επίσημα την ομοιοπαθητική, ως σύστημα υγείας ή διακριτή ειδικότητα της ιατρικής. Ορισμένες από αυτές έχουν ενσωματώσει πλήρως την ομοιοπαθητική στο εθνικό σύστημα υγείας τους (κυρίως η Βραζιλία, η Ινδία, το Μεξικό, το Πακιστάν, η Σρι Λάνκα και το Ηνωμένο Βασίλειο), ενώ σε αρκετές χώρες ισχύουν νομικοί περιορισμοί, επιτρέποντας την πρακτική εφαρμογή της μόνο από αλλοπαθητικούς γιατρούς[13][14].

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ομοιοπαθητική αναπτύχθηκε ως μία εναλλακτική θεραπευτική πρακτική έναντι των συχνά επικίνδυνων εφαρμογών της Ιατρικής της εποχής, οι οποίες στηρίζονταν ακόμα στις ιδέες του Ιπποκράτη περί των τεσσάρων χυμών (αίμα, φλέγμα, κίτρινη και μαύρη χολή) που ρυθμίζουν την ανθρώπινη υγεία. Οι πρακτικές της κλασικής ιατρικής, περίπου μέχρι το 19ο αιώνα, επεδίωκαν την εξισορρόπηση των τεσσάρων χυμών, με μεθόδους που προκαλούσαν για παράδειγμα αιμορραγία, διάρροια ή εμετούς του ασθενούς για την αποβολή του θεμελιώδους υγρού που βρισκόταν εκτός ισορροπίας. Η ομοιοπαθητική επινοήθηκε από τον Γερμανό γιατρό Σάμουελ Χάνεμαν (Samuel Hahnemann) στα τέλη του 18ου αιώνα. Οι απαρχές της χρονολογούνται περίπου το 1790, σε μία περίοδο κατά την οποία ο Χάνεμαν ανέλαβε τη μετάφραση της Materia medica του William Cullen. Διαφωνώντας με την περιγραφή των θεραπευτικών ιδιοτήτων της κινίνης, όπως παρουσιάζονταν στο έργο του Cullen, επιχείρησε να την επαληθεύσει χορηγώντας την ουσία στον εαυτό του. Παρατήρησε πως τα συμπτώματα που προκαλούσε σε υγιείς οργανισμούς, ήταν όμοια με τις διαταραχές για τις οποίες χορηγούνταν ως θεραπεία, καταλήγοντας στην «αρχή των ομοίων», σύμφωνα με την οποία τα όμοια θεραπεύονται με όμοια (similia similibus curantur). Μαζί με άλλους γιατρούς που ασπάζονταν τις απόψεις του, ο Χάνεμαν προχώρησε σε μία συστηματική καταγραφή των επιδράσεων διαφορετικών ουσιών σε υγιείς οργανισμούς, προκειμένου να είναι σε θέση να καθορίσει το φάρμακο που χρειαζόταν να χορηγηθεί ανά περίπτωση. H πρώτη δημοσίευση πάνω στην αρχή των ομοίων καταγράφεται το 1796[15] στα πλαίσια μίας — κυρίως θεωρητικής — πραγματείας του Χάνεμαν. Η πρώτη ολοκληρωμένη δημοσίευση των θεωριών του, υπήρξε το σύγγραμμα με τίτλο Όργανο της ορθολογικής θεραπευτικής τέχνης (Organon der rationellen Heikunst, 1810), στο οποίο περιέχονται 294 αφορισμοί μέσα από τους οποίους ανέπτυξε βασικές αρχές του συστήματος της ομοιοπαθητικής. Τον επόμενο χρόνο δημοσίευσε το σύγγραμμα Καθαρή ιατρική ύλη (Materia Medica Pura), στο οποίο περιέλαβε όλες τις ουσίες που ο ίδιος και οι οπαδοί του είχαν επαληθεύσει στον εαυτό τους ή σε άλλους.

Exposition de la doctrine médicale homoeopathique, ou Organon de l'art de guérir, Paris: J.-B. Baillière, 1845. Εξώφυλλο γαλλικής έκδοσης του Οργάνου.

Τα επόμενα χρόνια, ο Χάνεμαν εξέλιξε τη θεωρία του εισάγοντας την ιδέα πως χρησιμοποιώντας τις φαρμακευτικές ουσίες σε πολύ μικρές έως απειροελάχιστες δόσεις, ήταν δυνατό να ενισχυθεί η δραστικότητά τους μέσα από μια διαδικασία «δυναμοποίησής» τους, κατά την οποία οι ουσίες σταδιακά αραιώνονταν, ενώ το διάλυμα αναταρασσόταν μετά από κάθε αραίωση. Ο Χάνεμαν στράφηκε στη μείωση των δόσεων προκειμένου να αποφευχθούν ανεπιθύμητες επενέργειές τους μέσω της μείωσης της τοξικότητάς τους. Αρχικά δεν υποστήριζε πως ενισχυόταν η δράση των ουσιών, αντιθέτως πίστευε πως εξασθενούσε, λιγότερο ωστόσο από το αναμενόμενο. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίστηκε πως οι ασθενείς οργανισμοί χαρακτηρίζονταν από μία ανώμαλη ευαισθησία στα φάρμακα, ώστε να χρειάζονται μικρότερες δόσεις[16]. H ιδέα της δυναμοποίησης προτάθηκε περίπου το 1825 και καθώς φαίνεται υπήρξε άρηκτα συνδεδεμένη με το διαδεδομένο δόγμα του βιταλισμού (ή της «ζωτικής δύναμης»), της πεποίθησης δηλαδή πως οι λειτουργίες ενός ζωντανού οργανισμού καθορίζονται από μία μη φυσική εσωτερική δύναμη. Ήδη από την εποχή της έκδοσης του Οργάνου, ο Χάνεμαν ασπαζόταν την πεποίθηση πως οι ασθένειες οφείλονταν σε «διαταραχές της άυλης δύναμης (η ζωτική αρχή) που προσδίδει ζωή στο ανθρώπινο σώμα» και πως για την ομοιοπαθητική, η θεραπεία είναι αποτέλεσμα της αντίδρασης της ζωτικής δύναμης στο κατάλληλα επιλεγμένο φάρμακο[17]. Ισχυρίστηκε πως η «δυναμοποίηση» μπορούσε να απελευθερώσει ένας είδος ενέργειας, που ο ίδιος θεωρούσε άυλη και πνευματική[18] και τελικά ερμηνεύτηκε ως εκείνο το χαρακτηριστικό που διαχωρίζει τα ομοιοπαθητικά φάρμακα από συνήθη διαλύματα.

Την περίοδο του θανάτου του Χάνεμαν, η ομοιοπαθητική είχε ήδη γνωρίσει σημαντική διάδοση, τόσο στη Γερμανία και στη Γαλλία, όπου εφαρμόστηκε από τον ίδιο, όσο και σε χώρες όπως η Αγγλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Ρωσία. Από νωρίς διαδόθηκε επίσης στην Αμερική, όπου για πρώτη φορά παρουσιάστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες από τον Δανό γιατρό Χανς Γκραμ το 1825, γνωρίζοντας γρήγορη εξάπλωση. Από τα τέλη του 19ου αιώνα η ομοιοπαθητική περιθωριοποιήθηκε, κυρίως εξαιτίας των σημαντικών ανακαλύψεων που σημειώνονταν στον τομέα της ιατρικής και ειδικότερα σε σχέση με το ρόλο των μικροβίων, ωστόσο η εφαρμογή της διαδόθηκε εκ νέου από τα μέσα του αιώνα. Από την εποχή του Χάνεμαν, η ομοιοπαθητική υπέστη ελάχιστες τροποποιήσεις στην πορεία του χρόνου. Σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση της είχε επίσης ο Αμερικανός γιατρός Τζέιμς Τάιλερ Κεντ (1849-1916), γνωστός για τα τρία σημαντικότερα συγγράμματά του, Διαλέξεις πάνω στη φιλοσοφία της Ομοιοπαθητικής, Διαλέξεις για την Ομοιοπαθητική Φαρμακολογία (Materia Medica) και Συμπτωματολόγιο της Ομοιοπαθητικής Φαρμακολογίας (Repertory of the Homeopathic Materia Medica).

Αρχές της ομοιοπαθητικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ομοιοπαθητική, ως σύστημα υγείας, βασίζεται στην υπόθεση πως η θεραπεία μιας ασθένειας μπορεί να επιτευχθεί με χρήση φαρμακευτικών ουσιών που είναι ικανές να προκαλέσουν τα συμπτώματα της ασθένειας, όταν χορηγηθούν σε έναν υγιή οργανισμό. Η αρχή αυτή ονομάζεται «νόμος των ομοίων» ή «κανόνας των ομοίων» και κατά τους ομοιοπαθητικούς γιατρούς επαληθεύεται εμπειρικά. Η σύνδεση ενός φαρμάκου με ένα ευρύ φάσμα συμπτωμάτων, επιτυγχάνεται μέσα από μία διαδικασία «απόδειξής» του (ή «επαλήθευσης», αγγλ. proving), που συνίσταται στη χορήγησή του σε υγιείς οργανισμούς, καταγράφοντας εμπειρικά όλα τα συμπτώματά που επιφέρει. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τον κανόνα των ομοίων, εφόσον ο καφές έχει επαληθευτεί πως προκαλεί συμπτώματα αϋπνίας, μπορεί υπό προϋποθέσεις να χορηγηθεί για τη θεραπεία προβλημάτων αϋπνίας. Μία απόδειξη θεωρείται πλήρης όταν οι ουσίες έχουν το εν λόγω αποτέλεσμα χορηγούμενες σε ολόκληρο το φάσμα των δόσεων (τόσο τοξικές όσο και απειροελάχιστες), ενώ κρίνεται αναγκαία η καταγραφή όλων των παρατηρούμενων συμπτωμάτων, σε πνευματικό, ψυχικό και φυσικό επίπεδο, συνεπώς για την ομοιοπαθητική η κλασική τοξικολογία δεν είναι πλήρης[19]. Εφαρμόζεται αποκλειστικά σε υγιείς οργανισμούς, προκειμένου να μην συνδυαστούν συμπτώματα μίας ασθένειας με την επενέργεια του φαρμάκου. Με αυτό τον τρόπο, πιστεύεται ότι εξασφαλίζεται η γνώση της δράσης κάθε ουσίας στη συνολική υγεία του οργανισμού.

Δεύτερη βασική και αμφιλεγόμενη αρχή της ομοιοπαθητικής είναι η υπόθεση πως μία ουσία μπορεί να έχει ισχυρά θεραπευτικά αποτελέσματα όταν αραιωθεί σταδιακά σε απειροελάχιστες δόσεις και εφόσον μεταξύ κάθε αραίωσης το διάλυμα αναταράσσεται βίαια, διαδικασία που στην ομοιοπαθητική ορολογία απαντάται ως «δυναμοποίηση» (potentization ή dynamization). Ο Χάνεμαν επιχείρησε να την εξηγήσει, συγκρίνοντάς τη με την παραγωγή θερμότητας ή τη μαγνήτιση υλικών μέσω της τριβής, διαδικασίες που δεν ήταν τότε πλήρως κατανοητές[20]. Οι υποστηρικτές της ομοιοπαθητικής πρεσβεύουν πως όσο μεγαλύτερη είναι η δυναμοποίηση, δηλαδή η αραίωση συνοδευόμενη από τη βίαιη ανατάραξη του διαλύματος, τόσο αυξάνει η θεραπευτική δύναμη της διαλυμένης ουσίας[21]. H επιλογή του ποσοστού αραίωσης δεν ακολουθεί κάποιον αυστηρό κανόνα και η εμπειρία ή η παρατήρηση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο[22].

Σύμφωνα με ένα τρίτο αξίωμα της ομοιοπαθητικής, οι θεραπείες είναι αποτελεσματικότερες όταν επιλέγονται με βάση τα συνολικά χαρακτηριστικά συμπτώματα και όχι αποκλειστικά εκείνα της ασθένειας[23]. Αυτή η ολιστική και συγχρόνως εξατομικευμένη αντιμετώπιση συνεπάγεται πως ακόμα και αν σε δύο ασθενείς γίνεται η ίδια διάγνωση, ενδέχεται να χορηγηθεί διαφορετικό ομοιοπαθητικό φάρμακο που θα ανταποκρίνεται στα ιδιαίτερα διανοητικά, ψυχικά και σωματικά συμπτώματα του κάθε οργανισμού. Ουσιώδες σημείο της ομοιοπαθητικής είναι η πεποίθηση πως η θεραπευτική αγωγή οφείλει να αποσκοπεί στην ίαση του ατόμου μάλλον παρά της νόσου, δηλαδή δεν αναγνωρίζονται ασθένειες αλλά ασθενείς οργανισμοί.

Κριτική και επιστημονική έρευνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H κριτική της κλασικής ιατρικής απέναντι στην ομοιοπαθητική υπήρξε σταθερή και σκληρή[23]. Εστιάζει εν γένει στο γεγονός πως καμία από τις βασικές αρχές της δεν αποτελεί έναν αυστηρό επιστημονικό νόμο, ικανό να ελεγχθεί στα πλαίσια της επιστημονικής μεθοδολογίας που υπακούουν η κλασική ιατρική και άλλες επιστήμες ή στην απουσία ενός καλά ορισμένου μηχανισμού που να εξηγεί τη θεραπευτική δύναμη που της αναγνωρίζουν οι υποστηρικτές της. Επιπλέον, οι αρχές της δεν εμφανίζουν λογική συνάφεια μεταξύ τους[24]. Για αυτούς τους λόγους, η ομοιοπαθητική χαρακτηρίζεται ενίοτε ως ψευδοεπιστήμη[7] ή «παθολογική επιστήμη»[25]. Ο νόμος των ομοίων αποτελεί μία υπόθεση της ομοιοπαθητικής, κατά μία άποψη ανακόλουθη, η οποία σύμφωνα με τους υποστηρικτές της μπορεί να επαληθευτεί εμπειρικά. Εγγενής αδυναμία της ομοιοπαθητικής θεωρείται εν γένει η αοριστία των προβλέψεών της[26]. Η εξατομίκευσή της δεν επιτρέπει πάντα την ίδια αντιμετώπιση μίας ασθένειας αγνοώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε οργανισμού, γεγονός που συνεπάγεται ένα βαθμό υποκειμενικότητας εκείνου που εφαρμόζει την ομοιοπαθητική θεραπεία[26]. Για τον ίδιο λόγο εκφράζεται αμφισβήτηση ως προς την αξιοπιστία των κλινικών δοκιμών της ομοιοπαθητικής, καθώς η δοκιμή ενός συγκεκριμένου ομοιοπαθητικού φαρμάκου για μία δεδομένη ασθένεια δε συμβαδίζει με την εξατομίκευση της ομοιοπαθητικής πρακτικής[27]. Αμφισβήτηση έχει εκφραστεί όχι μόνο σε ό,τι αφορά το θεωρητικό περιεχόμενο και τις αρχές της ομοιοπαθητικής, αλλά και στα αποτελέσματά της, τα οποία ερμηνεύονται στα πλαίσια της τυπικής επενέργειας των εικονικών φαρμάκων (φαινόμενο placebo). Κριτική ασκείται επίσης στο γεγονός πως η ομοιοπαθητική εστιάζει μάλλον στα συμπτώματα μίας ασθένειας παρά στις βαθύτερες αιτίες της[28].

Συνολικά, η έρευνα για την αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής εκτείνεται σε τρεις διακριτούς τομείς: σύγκριση μεταξύ ομοιοπαθητικών και εικονικών φαρμάκων, μελέτες για την αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής με συγκεκριμένες κλινικές δοκιμές και μελέτες για τη διερεύνηση βιολογικών αποτελεσμάτων ουσιών σε εξαιρετικά υψηλές αραιώσεις.

Κλινικές δοκιμές και μετα-αναλύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν δημοσιευτεί πολυάριθμες ανασκοπήσεις κλινικών δοκιμών που έχουν πραγματοποιηθεί για τη μελέτη της αποτελεσματικότητας της ομοιοπαθητικής στη θεραπεία συγκεκριμένων ασθενειών, ορισμένες από τις οποίες επιβεβαιώνουν με επιφύλαξη ενδείξεις θετικών αποτελεσμάτων της ομοιοπαθητικής ενώ άλλες δεν διαχωρίζουν την επενέργειά της από αυτή που παρατηρείται με εικονικά φάρμακα. Ενδεικτικά, μετα-αναλύσεις[29] δοκιμών αναφέρουν ισχυρές ενδείξεις πως η κλασική ομοιοπαθητική δεν προφυλάσσει από τις ημικρανίες και τις κεφαλαλγίες[30], όπως υποστηριζόταν, και πως το ομοιοπαθητικό φάρμακο Arnica montana δεν προσφέρει ανακούφιση από μυϊκούς πόνους[31]. Άλλες αναφέρουν ενδείξεις θετικών αποτελεσμάτων της ομοιοπαθητικής στη θεραπεία της αλλεργικής ρινίτιδας[32], ενώ ανάλογες ενδείξεις για τη γρίπη θεωρούνται λιγότερο ισχυρές[33]. Αρκετές ανασκοπήσεις, όπως αυτές για τις περιπτώσεις του άσθματος, της αρθρίτιδας ή ρευματικών ασθενειών δεν καταλήγουν σε σαφή συμπεράσματα, θεωρώντας τα ευρήματα ανεπαρκή[23]. Υποστηρικτές της ομοιοπαθητικής ισχυρίζονται πως απαιτείται μεγαλύτερο βάθος χρόνου για τις δοκιμές ομοιοπαθητικών φαρμάκων[27]. Μία διπλά τυφλή δοκιμή που πραγματοποιήθηκε σε βάθος χρόνου δώδεκα μηνών, εξετάζοντας τα αποτελέσματα της ομοιοπαθητικής σε περιπτώσεις χρόνιας κεφαλαλγίας, κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν υπάρχει ένδειξη οποιασδήποτε επενέργειάς της[34].

Το 2005, μετα-ανάλυση διαφόρων κλινικών ερευνών που πραγματοποιήθηκε — τα ευρήματα της οποίας δημοσιεύτηκαν στην ιατρική επιθεώρηση Lancet — κατέληξε στο συμπέρασμα πως τα αποτελέσματα της ομοιοπαθητικής δεν διαχωρίζονται από εκείνα εικονικών φαρμάκων (placebo)[35], ενώ ανάλογες ενδείξεις έχουν παρουσιάσει και άλλες προγενέστερες μελέτες. Υποστηρικτές της ομοιοπαθητικής αμφισβητούν συχνά την ποιότητα των μετα-αναλύσεων[36], επισημαίνοντας μεταξύ άλλων πως οι κλινικές μελέτες, όπως πραγματοποιούνται στα πλαίσια της κλασικής ιατρικής, είναι ακατάλληλες για τον έλεγχο της ομοιοπαθητικής, εξαιτίας της εξατομίκευσης της ομοιοπαθητικής θεραπείας. Παρόλα αυτά, ορισμένες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως υπάρχουν ενδείξεις για αποτελέσματα της ομοιοπαθητικής πάνω από το επίπεδο των placebo[37]. Σύμφωνα με τον δρ. Peter Fisher, διευθυντή έρευνας του Βασιλικού Νοσοκομείου Ομοιοπαθητικής του Λονδίνου, «αν και είναι εμφανή [τα θετικά αποτελέσματα της ομοιοπαθητικής], η επίδρασή της ήταν συχνά μικρή»[38].

Συνολικά, οι ενδείξεις για την αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής σε συγκεκριμένες κλινικές περιπτώσεις κρίνονται ανεπαρκείς, άνισης ποιότητας και γενικά λιγότερο ποιοτικές σε σχέση με τις αντίστοιχες έρευνες της κλασικής ιατρικής[23]. Το 2002, μία συστηματική ανασκόπηση των διαθέσιμων μετά-αναλύσεων κατέληξε στο συμπέρασμα πως συνολικά αποτυγχάνουν να προσφέρουν ισχυρές ενδείξεις υπέρ της ομοιοπαθητικής[39]. Παρά τις πολυάριθμες δοκιμές, έχει αποδειχθεί δύσκολο να εξαχθεί μία ξεκάθαρη κλινική ένδειξη για την αποτελεσματικότητά της[40]. Σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Συμπληρωματικής και Εναλλακτικής Ιατρικής των ΗΠΑ, δεν επιβεβαιώνεται με οριστικό τρόπο πως αποτελεί αποτελεσματική θεραπεία για κάποια ιατρική πάθηση, ενώ αποτελεί κοινή αναφορά των περισσότερων ανασκοπήσεων πως είναι δύσκολο ή αδύνατο να αντληθούν σαφή συμπεράσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής[8].

Συστηματικές ανασκοπήσεις κλινικών δοκιμών της ομοιοπαθητικής[41]
Συγγραφείς Τύποι ομοιοπαθητικής[42]/σύγκριση με Σύνολο δοκιμών Συμπεράσματα
Kleijnen et al.[43] (1991) Όλοι/placebo, κλασική ιατρική 107 CCTs Τα ευρήματα είναι θετικά αλλά ανεπαρκή για την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων.
Linde et al.[44] (1997) Όλοι/placebo 89 RCTs Τα αποτελέσματα δεν είναι συμβατά με την υπόθεση πως η ομοιοπαθητική είναι στο σύνολό της φαινόμενο placebo, ωστόσο προέκυψαν ανεπαρκείς ενδείξεις από τη μελέτη σχετικά με το αν η ομοιοπαθητική είναι αποτελεσματική για οποιαδήποτε μεμονωμένη κλινική περίπτωση. Περαιτέρω μελέτη είναι αναγκαία.
Walach[45] (1997) Όλοι/placebo, κλασική ιατρική 41 RCTs Τα αποτελέσματα της ομοιοπαθητικής δεν είναι σημαντικά διαφορετικά από το φαινόμενο placebo.
Linde and Melchart[46] (1998) Κλασική/placebo, κλασική ιατρική 32 RCTs Τα αποτελέσματα τυχαίων ελέγχων υποδεικνύουν πως η εξατομικευμένη ομοιοπαθητική υπερβαίνει τη δράση των εικονικών φαρμάκων. Η ένδειξη ωστόσο δεν είναι πειστική εξαιτίας μεθοδολογικής ανεπάρκειας και ασυνεπειών.
Cucherat et al.[47] (2000) Όλοι/placebo 17 RCTs Υπάρχει ένδειξη πως οι ομοιοπαθητικές θεραπείες είναι περισσότερο αποτελεσματικές από τα placebo, ωστόσο η αξία της ένδειξης είναι μικρή εξαιτίας της κακής ποιότητας στη μεθοδολογία των δοκιμών. Οι μελέτες υψηλότερης μεθοδολογικής ποιότητας ήταν πιθανότερο να είναι αρνητικές.
Shang A et al.[35] (2005) Όλοι/placebo 110 RCTs Πόλωση είναι εμφανής σε placebo-ελεγχόμενες δοκιμές τόσο στην ομοιοπαθητική όσο και στη συμβατική ιατρική. Όταν αυτή λήφθηκε υπόψη στην ανάλυση, υπήρχε ασθενής ένδειξη για συγκεκριμένη επενέργεια των ομοιοπαθητικών φαρμάκων, αλλά ισχυρή ένδειξη για την επενέργεια των συμβατικών παρεμβάσεων. Το αποτέλεσμα αυτό είναι συνεπές με την υπόθεση πως τα κλινικά αποτελέσματα της ομοιοπαθητικής είναι φαινόμενα placebo.
  • CCT = Μη τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές, RCT = Τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές

Δυναμοποίηση και ομοιοπαθητικά φάρμακα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι υψηλές αραιώσεις των ομοιοπαθητικών φαρμάκων, πάνω από το όριο που θέτει ο αριθμός του Αβογκάντρο[48], αποτελούν κεντρικό σημείο στο οποίο εστιάζει η κριτική απέναντι στην ομοιοπαθητική, καθώς σε πολύ υψηλές αραιώσεις, όπως αυτές που εφαρμόζονται σε πολλά ομοιοπαθητικά φάρμακα, δεν αναμένεται να υπάρχουν μόρια της αρχικής δραστικής ουσίας[49][50]. Ήδη από το 1846, ο γιατρός Σερ Τζον Φορμπς διατύπωσε τη θέση πως οι απειροελάχιστες δόσεις της ομοιοπαθητικής θεραπείας — τις οποίες ο ίδιος χαρακτήριζε «παράλογες» — είναι αδύνατο να έχουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα στην αντιμετώπιση μιας ασθένειας, ενώ υπήρξε επίσης από τους πρώτους που υπέδειξε το ενδεχόμενο η δράση της ομοιοπαθητικής να μην διαφέρει από εκείνη που προέρχεται από την απουσία οποιασδήποτε θεραπευτικής αγωγής[51]. Κατά την ομοιοπαθητική δεν υπάρχει όριο στη δυναμοποίηση ενός φαρμάκου, συνεπώς η δραστικότητά του μπορεί να αυξηθεί απεριόριστα[52] παρά την απουσία μορίων της αρχικής διαλυμένης ουσίας. Η υπόθεση αυτή παραβιάζει τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε σήμερα τις επιστήμες της φυσικής και της χημείας[52]. Εφόσον τα ομοιοπαθητικά φάρμακα πολύ υψηλών αραιώσεων δεν περιέχουν οποιαδήποτε ποσότητα της αρχικής δραστικής ουσίας, θεωρείται αδύνατο να διαθέτουν οποιαδήποτε θεραπευτική ιδιότητα, αποδίδοντας κατ' επέκταση οποιαδήποτε επενέργεια τους σε γνωστά φαινόμενα, όπως η αυθυποβολή (φαινόμενο placebo), ή σε φυσιολογικές διεργασίες όπως η αυτόματη ύφεση των συμπτωμάτων μετά την πάροδο ενός χρονικού διαστήματος (παλινδρόμηση). Σύμφωνα με την Αμερικανική Ιατρική Ένωση, η αποτελεσματικότητα των περισσότερων ομοιοπαθητικών φαρμάκων δεν έχει αποδειχθεί, ενώ φαίνεται πως δεν έχουν βλαπτική επενέργεια, πιθανώς εξαιτίας των απειροελάχιστων δόσεων[53].

Η υπόθεση πως η απειροελάχιστη δόση μίας ουσίας είναι σε θέση να διατηρεί τη δραστικότητά της χαρακτηρίζεται επίσης παράδοξη, καθώς αν αληθεύει, το υπάρχον νερό της Γης που έχει έρθει σε επαφή με άλλες ουσίες, λειτουργεί υποχρεωτικά ως ομοιοπαθητικό φάρμακο. Κατά την ομοιοπαθητική ωστόσο, τα ομοιοπαθητικά διαλύματα χάνουν πλήρως τη δραστικότητά τους (αντιδότηση) όταν έρθουν σε άμεση επαφή με τον ήλιο ή βρεθούν σε υψηλή θερμοκρασία (>100-120oF) και πιθανώς σε επαφή με ορισμένες αρωματικές ουσίες[54], υπόθεση που θεωρείται ότι επαληθεύεται εμπειρικά χωρίς όμως να εξηγείται με ποιον τρόπο υλοποιείται. Οι υποστηρικτές της ομοιοπαθητικής αντικρούουν συνολικά το παράδοξο των απειροελάχιστων δόσεων, καθώς πιστεύουν πως τα ομοιοπαθητικά φάρμακα διαφέρουν ως προς ένα κοινό αραιωμένο διάλυμα, οποιασδήποτε συγκέντρωσης, εξαιτίας της «δυναμοποίησης» που υφίστανται. Ισχυρίζονται πως μέσω της διαδικασίας των αραιώσεων και αναταράξεων του διαλύματος, η δραστικότητα της ουσίας διατηρείται ακόμα όταν δεν υπάρχουν μόρια της ουσίας στο διάλυμα. Δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη ενός μηχανισμού που να εξηγεί ικανοποιητικά την υπόθεση αυτή. Η υπεράσπισή της συνίσταται κυρίως στην ιδέα πως υφίσταται ένα αφηρημένο είδος «μνήμης του νερού», ώστε με κάποιον άγνωστο τρόπο η αρχική ουσία «εντυπώνεται» στο νερό κατά τη δυναμοποίηση. Για περισσότερο από εκατό χρόνια, ερευνητές της ομοιοπαθητικής έχουν επιχειρήσει να εξηγήσουν επιστημονικά την υπόθεση αυτή, χωρίς επιτυχία. Αξιοσημείωτη εργασία υπήρξε αυτή του Γάλλου νοσολόγου Ζακ Μπενβενίστ, ο οποίος μελέτησε πειραματικά τη συμπεριφορά ενός τύπου λευκοκυττάρου (βασεόφιλο) στην επίδραση ενός συγκεκριμένου αντισώματος σε διαφορετικές συγκεντρώσεις. H έρευνα της ομάδας του Μπενβενίστ κατέληγε στο συμπέρασμα πως εφόσον το διάλυμα είχε υποστεί δυναμοποίηση, εξακολουθούσε να δρα ακόμα και σε εξαιρετικά μεγάλες αραιώσεις στις οποίες δεν αναμένεται να περιέχεται κανένα μόριο αντισώματος[55]. Δημοσιεύτηκε τo 1988 στο περιοδικό Nature, υπό τον όρο πως μία εξειδικευμένη ομάδα θα επαναλάμβανε τα αποτελέσματα και συνοδευόμενη από σημείωμα του εκδότη, στο οποίο εκφραζόταν δυσπιστία απέναντι στα συμπεράσματα της μελέτης. Μετά από ανεξάρτητο έλεγχο της μεθοδολογίας που ακολουθήθηκε και μία αποτυχημένη επανάληψη των αποτελεσμάτων του πειράματος, διαπιστώθηκε πως «δεν υπάρχει καμία υπόσταση στον ισχυρισμό πως η ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE) σε υψηλή αραίωση (σε επίπεδα έως 10120) διατηρεί τη βιολογική επίδρασή της» και πως «η υπόθεση ότι το νερό μπορεί να χαραχθεί με τη μνήμη παρελθουσών διαλυμένων ουσιών είναι τόσο περιττή όσο και ευφάνταστη»[56]. Τα επόμενα χρόνια, αρκετές ανεξάρτητες μελέτες προσπάθησαν να αναπαράγουν τα αποτελέσματα της ομάδας του Μπενβενίστ χωρίς επιτυχία[57][58], ενώ δύο έρευνες ανακοίνωσαν αποτελέσματα που χαρακτηρίζονται συμβατά με την υπόθεση περί «μνήμης» του νερού[59][60], ωστόσο το ζήτημα παραμένει εξαιρετικά αμφιλεγόμενο[61].

Νομικό καθεστώς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To νομικό καθεστώς που διέπει την ομοιοπαθητική δεν είναι ενιαίο αλλά διαφέρει ανά χώρα. Το 1997, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα σχετικά με το καθεστώς της μη συμβατικής ιατρικής, αναγνωρίζοντας ότι μέρος του πληθυσμού των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταφεύγει σε ορισμένους κλάδους και θεραπευτικές μεθόδους της και καλώντας την Επιτροπή στην εκπόνηση ενδελεχούς μελέτης σχετικά με τον αβλαβή χαρακτήρα, την αποτελεσματικότητα, το πεδίο εφαρμογής και το συμπληρωματικό ή εναλλακτικό χαρακτήρα κάθε κλάδου, συμπεριλαμβανομένης και της ομοιοπαθητικής[62]. Εξετάζοντας συνολικά το ζήτημα της εναλλακτικής ή συμπληρωματικής ιατρικής, το Συμβούλιο της Ευρώπης προέτρεψε προς την προώθηση της επίσημης αναγνώρισής της, κατατάσσοντας την ομοιοπαθητική μεταξύ των πλέον καθιερωμένων μορφών μη συμβατικής ιατρικής[63]. H χορήγηση άδειας κυκλοφορίας στα ομοιοπαθητικά φάρμακα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ρυθμίζεται από την οδηγία 2001/83/ΕΚ «περί κοινοτικού κώδικα για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση»[64].

Xώρες της κεντρικής και βόρειας Αμερικής (Βραζιλία, Χιλή, Κολομβία, Κόστα Ρίκα, Κούβα, Εκουαδόρ, Μεξικό), της Ασίας (Ινδία, Πακιστάν, Σρι Λάνκα) και της Ευρώπης (Βέλγιο, Βουλγαρία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο κ.α) έχουν αναγνωρίσει με επίσημο τρόπο την ομοιοπαθητική, ενώ σε ορισμένες από αυτές έχει ενσωματωθεί πλήρως στο εθνικό σύστημα υγείας τους, όπως στη Βραζιλία, στην Ινδία, στο Μεξικό, στο Πακιστάν, στη Σρι Λάνκα και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε αρκετές χώρες ισχύουν νομικοί περιορισμοί, επιτρέποντας την πρακτική εφαρμογή της μόνο σε αλλοπαθητικούς γιατρούς, όπως για παράδειγμα στη Γερμανία, στην Ιταλία και στην Αυστρία, όπου η εφαρμογή της επιτρέπεται αποκλειστικά σε γιατρούς, μετά από υποχρεωτική μεταπτυχιακή εκπαίδευση και απόκτηση επίσημης πιστοποίησης. Στην Ελλάδα υφίσταται Σύλλογος Ομοιοπαθητικών Ελλάδος (μη-γιατροί), μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Κλασσικής Ομοιοπαθητικής (ECCH, μη-γιατροί), η Ελληνική Εταιρία Ομοιοπαθητικής (EEOI, γιατροί) που ιδρύθηκε το 1971 και είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ομοιοπαθητική (ECH, γιατροί) και παρέχει ομοιοπαθητική εκπαίδευση σε γιατρούς, οδοντιάτρους, φαρμακοποιούς. Επίσης, το Ιπποκράτειο Κέντρο Κλασσικής Ομοιοπαθητικής (μη-γιατροί), που λειτουργεί από το 1993 παρέχοντας εκπαίδευση στην ομοιοπαθητική σε μη-γιατρούς. Το ακαδημαϊκό έτος 2007-2008 ξεκίνησε να λειτουργεί πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών με τίτλο Ολιστικά Εναλλακτικά Θεραπευτικά Συστήματα - Κλασική Ομοιοπαθητική[65], από το Τμήμα Μηχανικών Σχεδίασης Προϊόντων και Συστημάτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου για γιατρούς και οδοντιάτρους.

Ασφάλεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως σκευάσματα, τα ομοιοπαθητικά φάρμακα θεωρούνται εν γένει ασφαλή στη χρήση τους, λόγω της εξαιρετικά υψηλής αραίωσής τους. Συστηματική επισκόπηση πιθανών παρενεργειών τους κατέληξε στο συμπέρασμα πως η χορήγησή τους από εξειδικευμένους γιατρούς είναι «πιθανότατα ασφαλής και μάλλον απίθανο να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες»[66]. Ωστόσο, επικριτές της ομοιοπαθητικής, εγείρουν ευρύτερες ενστάσεις ως προς την ασφάλειά της, θεωρώντας πως είναι αναποτελεσματική έναντι των μεθόδων της σύγχρονης κλασικής ιατρικής με αποτέλεσμα να αναβάλλει τη δραστική θεραπεία μίας ασθένειας με κλασικές ιατρικές μεθόδους, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του ισχυρισμού ορισμένων ομοιοπαθητικών γιατρών πως η ομοιοπαθητική έχει αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της ελονοσίας, γεγονός που είχε επιπτώσεις στην υγεία ασθενών[67][68][69][70]. Αρνητικά έχει σχολιαστεί επίσης η στάση των ομοιοπαθητικών γιατρών κατά της κλασικής ανοσοποίησης[71][72] και υπέρ της χρήσης των αποκαλούμενων «ομοιοπαθητικών εμβολίων» [73] των οποίων όμως η αποτελεσματικότητα δεν έχει αποδειχτεί[74].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Οι όροι νόμος, αρχή ή κανόνας χρησιμοποιούνται με την ίδια περίπου συχνότητα.
  2. Εννοείται η διαδικασία αραίωσης των φαρμάκων σύμφωνα με την αρχή της απειροελάχιστης δόσης και της «δυναμοποίησής» τους.
  3. "Medical Homeopathic Education in Europe", European Committee for Homeopathy, 2001
  4. "The legal situation for the practice of homeopathy in Europe", European Council for Classical Homeopathy Report, Μάιος 2006, σελ. 7
  5. Hahnemann, S. Fingerzeige auf den homöopathischen Gebrauch der Arzneien in der bisherigen Praxis. [Hufeland's] N. J. d. pract. Arzkd. (1807) 26:5-43)
  6. Legal Status of Traditional Medicine and Complementary/Alternative Medicine: A Worldwide Review, WHO Unit on Traditional Medicine, σελ. 3
  7. 7,0 7,1 βλ. ενδεικτικά Arthur William Wiggins, Charles M. Wynn, Quantum Leaps in the Wrong Direction: Where Real Science Ends and Pseudoscience Begins, National Academy Press, 2001, σελ. 2,
    Mario Augusto Bunge, Treatise on Basic Philosophy: Epistemology and Methodology II, Vol. 6, Springer, 1983, σελ. 225,
    Kenneth R. Foster, Judging Science: scientific knowledge and the federal courts, MIT Press, σελ. 62
    Joseph C. Pitt, Marcello Pera, Rational Changes in Science: Essays on Scientific Reasoning, Springer, 1987, σελ. 94, 99
  8. 8,0 8,1 National Center For Complementary and Alternative Medicine
  9. Υπουργείο Υγείας Ινδίας
  10. 10,0 10,1 Fisher, P. Ward, A., "Medicine in Europe: Complementary medicine in Europe", BMJ 1994;309:107-111
  11. Tindle HA, Davis RB, Phillips RS, Eisenberg DM "Trends in use of complementary and alternative medicine by US adults: 1997-2002" Altern. Ther. Health Med. 2005 Jan-Feb;11(1):42-9.
  12. Homeopathic medicinal products. Commission report to the European Parliament and the Council on the application of Directives 92/73 and 92/74. COM (97) 362 final, 14.07.1997
  13. "The Official Status of Homeopathy", από τον ιστότοπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ομοιοπαθητική, http://www.homeopathyeurope.org
  14. "The legal situation for the practice of homeopathy in Europe", European Council for Classical Homeopathy Report, Μάιος 2006
  15. Hahnemann, S. Versuch über ein neues Prinzip zur Auffindung der Heilkräfte der Arzneisubstanzen, nebst einigen Blicken auf die bisherigen. [Hufeland's] J. d. pract. Arzkd. (1796) 2(3):391-439) και 2(4):465-561 Μετάφραση του άρθρου στην Αγγλική γλώσσα: Essay on a New Principle, 1796
  16. Anthony Campbell, Homeopathy in Perspective. Myth and Reality, σελ. 23
  17. Organon, 1818, πρόλογος του Χάνεμαν στη δεύτερη έκδοση του Οργάνου.
  18. Campbell ό.π., 24
  19. George Vithoulkas, Shashi Kant Tiwari, The Science of Homoeopathy, B. Jain Publishers, 2002, σελ. 97, 98
  20. Campbell, ό.π., 24
  21. Vithoulkas, S.K. Tiwari, ό.π, 103
  22. George Vithoulkas, Shashi Kant Tiwari, ό.π., 213
  23. 23,0 23,1 23,2 23,3 Wayne B. Jonas, Ted J. Kaptchuk, and Klaus Linde, A Critical Overview of Homeopathy, Ann Intern Med. 2003;138:393-399
  24. Campbell, ό.π., 83
  25. Ο όρος ανήκει στον Ίρβινγκ Λάνκγμουιρ, στην προσπάθειά του να χαρακτηρίσει περιπτώσεις επιστημονικών ερευνών στις οποίες όμως οι εμπλεκόμενοι καταλήγουν σε εσφαλμένα συμπεράσματα εξαιτίας υποκειμενισμού, ευσεβών πόθων ή προκαταλήψεων. Κατά τον Λάνγκμουιρ, χαρακτηριστικά της παθολογικής επιστήμης είναι η πρόταση φανταστικών θεωριών που είναι αντίθετες με την εμπειρία, η κατασκευή ad hoc εξηγήσεων πάνω στην κριτική που της ασκείται ή ακόμα υποτιθέμενα αποτελέσματα που βρίσκονται στο όριο της δυνατότητας παρατήρησής τους (βλ. ειδικότερα Irving Langmuir, "Colloquium on Pathological Science", The Knolls Research Laboratory, December 18, 1953, διάλεξη του Λάνγκμουιρ)
  26. 26,0 26,1 Campbell, ό.π., 84
  27. 27,0 27,1 Campbell, ό.π., 92
  28. homeopathy. (2007). Encyclopædia Britannica.
  29. Με τον όρο μετα-ανάλυση εννοούνται έρευνες με στόχο την ποσοτική σύνθεση των δεδομένων από διαφορετικές μελέτες που ασχολούνται με το ίδιο θέμα. Αποβλέπουν στον υπολογισμό ενός συνολικού αποτελέσματος από όλες τις μελέτες, καθώς και στη διεξοδική διερεύνηση των παραμέτρων ως προς τις οποίες οι μελέτες αυτές διαφέρουν μεταξύ τους.
  30. Ernst E., Homeopathic prophylaxis of headaches and migraine? A systematic review, J Pain Symptom Manage. 1999 Nov;18(5):353-7
  31. Ernst E., Does homeopathic Arnica montana reduce delayed onset muscle soreness? A meta-analysis, Perfusion. 1997;11:29-35
  32. Lüdtke R, Wiesenauer M., A meta-analysis of homeopathic treatment of pollinosis with Galphimia glauca, Wien Med Wochenschr. 1997;147(14):323-7
  33. Vickers AJ, Smith C, Homoeopathic Oscillococcinum for preventing and treating influenza and influenza-like syndromes, Cochrane Database Syst Rev. 2004;(1):CD001957
  34. Walach H, Lowes T, Mussbach D, Schamell U, Springer W, Stritzl G, Haag G., The long-term effects of homeopathic treatment of chronic headaches: one year follow-up and single case time series analysis, Br Homeopath J. 2001 Apr;90(2):61-2 [PMID: 11341459]
  35. 35,0 35,1 Shang A, Huwiler-Muntener K, Nartey L, Juni P, Dorig S, Sterne JA, Pewsner D, Egger M (2005). "Are the clinical effects of homoeopathy placebo effects? Comparative study of placebo-controlled trials of homoeopathy and allopathy". Lancet 366 (9487): 726-32. PMID 16125589. 
  36. ενδεικτικά Peter Fisher, "Homeopathy and The Lancet", Evidence-based Compl. and Alt. Medicine, Volume 3, Number 1, pp. 145-147. Κριτική στη δημοσίευση του Lancet.
  37. ενδεικτικά βλ. J. Kleijnen, P. Knipschild, G. ter Riet, "Clinical Trials of Homoeopathy," British Medical Journal, February 9, 1991, 302:316-323 και K. Linde, N. Clausius, G. Ramirez, et al., Are the Clinical Effects of Homeopathy Placebo Effects? A Meta-analysis of Placebo-Controlled Trials, Lancet, September 20, 1997, 350:834-843
  38. Fisher P., Clinical Verification: What is it? Why do we need it?, Conference Report, Improving the Success of Homeopathy 1997;5-10, όπως παρατίθεται στο Anthony Campbell, Homeopathy in Perspective. Myth and Reality, σελ. 93
  39. E. Ernst (2002), A systematic review of systematic reviews of homeopathy, British Journal of Clinical Pharmacology 54 (6), 577–582. doi:10.1046/j.1365-2125.2002.01699.x
  40. Homeopathy: Results, Health Encyclopedia, UK National Health Service, NHS Direct
  41. Πηγή: Wayne B. Jonas, Ted J. Kaptchuk, and Klaus Linde, A Critical Overview of Homeopathy, Ann Intern Med. 2003;138:393-399
  42. Περιλαμβάνονται η κλασική, σύνθετη και κλινική ομοιοπαθητική, σε ορισμένες περιπτώσεις και η ισοπαθητική.
  43. Kleijnen J, Knipschild P, ter Riet G. Clinical trials of homoeopathy. BMJ. 1991;302:316-23. [PMID: 1825800]
  44. Linde K, Clausius N, Ramirez G, Melchart D, Eitel F, Hedges LV, et al. Are the clinical effects of homeopathy placebo effects? A meta-analysis of placebocontrolled trials. Lancet. 1997;350:834-43. [PMID: 9310601]
  45. Walach H. Unspezifische Therapie-Effekte. Das Beispiel Homo¨opathie [PhD thesis]. Freiburg, Germany: Psychologische Institut, Albert-Ludwigs-Universita¨t Freiburg; 1997
  46. Linde K, Melchart D. Randomized controlled trials of individualized homeopathy: a state-of-the-art review. J Altern Complement Med. 1998;4:371-88. [PMID: 9884175]
  47. Cucherat M, Haugh MC, Gooch M, Boissel JP. Evidence of clinical efficacy of homeopathy. A meta-analysis of clinical trials. HMRAG. Homeopathic Medicines Research Advisory Group. Eur J Clin Pharmacol. 2000;56:27-33. [PMID: 10853874]
  48. Ο νόμος του Αβογκάντρο θέτει ένα όριο μέχρι το οποίο μπορούμε να αραιώσουμε μια ουσία. Συγκεκριμένα εφόσον μπορούν να υπάρχουν 6.022 × 1023 μόρια/mole, είναι πλέον άχρηστο να αραιώνεται το διάλυμα σε συγκεντρώσεις της τάξης των 30 C, δηλαδή 1:1060, καθώς η πιθανότητα σε τέτοιες αραιώσεις να υπάρχει έστω και ένα μόριο ουσίας είναι μηδενική. Συγκεντρώσεις 18 C ισοδυναμούν με αραίωση μιας σταγόνας ουσίας σε όλο το νερό της Γης.
  49. Βλ. Richard Grossinger, Homeopathy: The Great Riddle, North Atlantic Books, 1998, σελ. 68
  50. Robert L. Park, Alternative medicine and the laws of physics, Skeptical Inquirer, Sept-Oct 1997
  51. Forbes J (1846). Homoeopathy, allopathy and “young physic”. British and Foreign Medical Review, 225-265.
  52. 52,0 52,1 G. Vithoulkas, S. K. Tiwari, ό.π, σελ. 103
  53. Report 12 of the Council on Scientific Affairs (A-97)
  54. George Vithoulkas, Shashi Kant Tiwari, The Science of Homoeopathy, B. Jain Publishers, 2002, σελ. 105
  55. J. Benveniste (30 Ιουνίου 1988). "Human basophil degranulization triggered by very dilute antiserum against IgE". Nature 333: 816-818. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2006-05-26. http://web.archive.org/20060526044138/br.geocities.com/criticandokardec/benveniste01.pdf. 
  56. J. Maddox (28 Ιουλίου 1988). ""High-dilution" experiments a delusion". Nature 334: 287-290. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2006-05-26. http://web.archive.org/20060526044137/br.geocities.com/criticandokardec/benveniste02.pdf. 
  57. Hirst S. J., Hayes N. A., Burridge J., Pearce FL, Foreman JC. (December 9, 1993). "Human basophil degranulation is not triggered by very dilute antiserum against human IgE". Nature 366 (5): 525-527
  58. Ovelgonne, J. H.; Bol, A. W., Hop, W. C., van Wijk, R (May 15, 1992). "Mechanical agitation of very dilute antiserum against IgE has no effect on basophil staining properties". Experientia 48 (5): 504-508
  59. V. Brown and M. Ennis, Flow-cytometric analysis of basophil activation: inhibition by histamine at conventional and homeopathic concentrations, Inflamm. res. 50, Supplement 2 (2001) S47–S48
  60. Louis Rey, Thermoluminescence of ultra-high dilutions of lithium chloride and sodium chloride, Physica A, 2003, 323, p 67-74
  61. "Icy claim that water has memory", New Scientist, 11 Ιουνίου 2003
  62. Α4-0075/97, ψήφισμα σχετικά με το καθεστώς της μη συμβατικής ιατρικής, Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημοσίας Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών, 29 Μαΐου 1997
  63. A European approach to non-conventional medicines, ψήφισμα 1206 (1999). Doc. 8435, 11 Ιουνίου 1999
  64. Οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση
  65. Γενική περιγραφή του προγράμματος, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Μηχανικών Σχεδίασης Προϊόντων και Συστημάτων
  66. Dantas F., Rampes H., Do homeopathic medicines provoke adverse effects? A systematic review, Br Homeopath J. 2000 Jul; 89 Suppl 1:S35-8. PMID: 10939781
  67. Alok Jha, Homeopaths 'endangering lives' by offering malaria remedies, Guardian Unlimited, 2006-07-14. Ανακτήθηκε 8 Σεπτεμβρίου 2007
  68. Delaunay P, Cua E, Lucas P, Marty P (2000). "Homoeopathy may not be effective in preventing malaria". BMJ 321 (7271): 1288. PMID 11082104. 
  69. Meirion Jones, "Malaria advice 'risks lives'", BBC News, 14 Ιουλίου 2006. Ανακτήθηκε 8 Σεπτεμβρίου 2007
  70. Carlsson T, Bergqvist L, Hellgren U. Homeopathic Resistant Malaria, J Travel Med, 1996; 3(1): 62
  71. Ernst E (1997). "The attitude against immunisation within some branches of complementary medicine". Eur. J. Pediatr. 156 (7): 513-5, PMID 9243229. PMID 9243229. 
  72. Ernst E, White AR (1995). "Homoeopathy and immunization". The British journal of general practice : the journal of the Royal College of General Practitioners 45 (400): 629-30, PMID 8554846. PMID 8554846. 
  73. Sulfaro F., Fasher B., Burgess MA., "Homoeopathic vaccination, what does it mean?", Med. J. Aust., 1994; 161: 305-307
  74. English P., The issue of immunization, Br. Homoeopathic J., 1990; 79: 198-200

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα