Οι Εύθυμες Κυράδες του Ουίνδσορ (όπερα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι Εύθυμες Κυράδες του Ουίνδσορ (στα γερμανικά: Die lustigen Weiber von Windsor) είναι όπερα τριών πράξεων του Όττο Νικολάι σε γερμανικό λιμπρέτο του Hermann Salomon Mosenthal και βασίζεται στην ομώνυμη κωμωδία του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ.

Παγκόσμια πρεμιέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παγκόσμια πρεμιέρα έγινε στην Κρατική Όπερα του Βερολίνου στις 9 Μαρτίου του 1849.

Ρόλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρόλος Είδος φωνής Ερμηνευτές παγκόσμιας πρεμιέρας,
9 Μαρτίου 1849
(Διευθυντής ορχήστρας: Όττο Νικολάι)
Κυρία Φλαθ υψίφωνος Leopoldine Tuczek
Κυρία Ράιχ μεσόφωνος Pauline Marx
Σερ Τζων Φάλσταφ βαθύφωνος August Zschiesche
Φέντον τενόρος Julius Pfister
Κύριος Φλαθ βαρύτονος Julius Krause
Άννα Ράιχ υψίφωνος Louise Köster
Κύριος Ράιχ βαθύφωνος August Mickler
Σπαίρλιχ τενόρος Eduard Mantius
Δόκτωρ Καϊούς βαθύφωνος A. Lieder
Άντρες και γυναίκες του Ουίνδσορ, γείτονες, ξωτικά, χορωδία

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Αγγλία. Ο σερ Τζων Φάλσταφ, ένας παχύς και φαιδρός άνθρωπος, ερωτεύεται δύο εύθυμες κυράδες που είναι φίλες και γειτόνισσες στην πόλη Ουίνδσορ. Γράφει από ένα γράμμα στην καθεμιά με ακριβώς τα ίδια λόγια. Οι δυο γυναίκες παραβάλλουν τα γράμματά τους και, βλέποντας ότι είναι εντελώς όμοια, εξοργίζονται. Συνεννοούνται να τιμωρήσουν τον Φάλσταφ για την κοροϊδία του. Αποφασίζεται να αρχίσει η κα Φλαθ ψεύτικες ερωτοτροπίες με τον Φάλσταφ, ενώ η κα Ράιχ θα τον εκθέσει στο σύζυγο της κας Φλαθ.

Εν τω μεταξύ παρουσιάζεται ένα πιο σοβαρό αισθηματικό ζήτημα. Ο κ. Φέντον, ένας εμφανίσιμος αλλά φτωχός νεαρός, ερωτεύεται την Άννα, την κόρη της κας Ράιχ, και η Άννα ανταποκρίνεται στην αγάπη του. Ο δόκτωρ Καϊούς όμως, ένας Γάλλος, είναι και αυτός ερωτευμένος με την Άννα, ενώ η κα Ράιχ θέλει να την παντρέψει με κάποιον κ. Σπαίρλιχ που είναι πλούσιος αλλά ανόητος. Η κα Φλαθ, συνεχίζοντας την ερωτική της κωμωδία με τον Φάλσταφ, τον καλεί στο σπίτι της. Ο Φάλσταφ πηγαίνει και, ενώ βρίσκεται στη μέση της ερωτικής του εξομολογήσεως, φθάνει η κα Ράιχ και του λέει ότι ο κ. Φλαθ έχει πληροφορηθεί τους έρωτές του και έρχεται να λογαριαστεί μαζί του. Ο Φάλσταφ δοκιμάζει να κρυφτεί πίσω από μια κουρτίνα. Οι δύο γυναίκες όμως τον κρύβουν μέσα σ' ένα μεγάλο καλάθι από ασπρόρουχα, τον σκεπάζουν με άπλυτα ρούχα και, καθώς καταφθάνει ο κ. Φλαθ, μεταφέρουν το καλάθι έξω και το ρίχνουν σ' ένα κανάλι. Έτσι ο Φάλσταφ γλυτώνει από την οργή του κυρίου Φλαθ, αλλά παίρνει μία πολύ δυσάρεστη ψυχρολουσία.

Ο Φάλσταφ αποσύρεται στην ταβέρνα του και βρίσκεται στη μέση του γλεντιού όταν μπαίνει ο κ. Φλαθ μεταμφιεσμένος ως κύριος Μπαχ. Ο κ. Φλαθ, που υποπτεύεται ότι η γυναίκα του δεν του είναι πιστή, πληρώνει τον Φάλσταφ και τον παρακινεί να κάνει έρωτα στην κα Φλαθ. Σ' αυτό συγκατατίθεται προθυμότατα ο Φάλσταφ και κατακλύζει τον ζηλότυπο κύριο Φλαθ με ένα σωρό ψεύτικους κομπασμούς, ότι δήθεν έχει ήδη δεσμό με την κα Φλαθ. Ο κ. Φλαθ καταπίνει την οργή του αλλά σκέπτεται να τιμωρήσει τον Φάλσταφ.

Το βράδυ εκείνο, η Άννα συναντά τον Φέντον στον κήπο και, ενώ ο δόκτωρ Καϊούς και ο κ. Σπαίρλιχ κρυφακούνε πίσω από τα δέντρα, ορκίζεται αφοσίωση στον Φέντον και του λέει ότι οι άλλοι δύο τής προκαλούν απέχθεια. Οι φαιδροί μνηστήρες το ακούνε αυτό, αλλά εξακολουθούνε να είναι ερωτευμένοι με την Άννα.

Οι εύθυμες κυράδες συνεχίζουν τη φάρσα τους εις βάρος του Φάλσταφ και έτσι η κα Φλαθ τον δέχεται στο σπίτι της, δημιουργώντας μία περιπαικτική ερωτική σκηνή. Ο κ. Φλαθ ορμά στο σπίτι του αποφασισμένος να πιάσει επ' αυτοφώρω τη γυναίκα του και να λογαριαστεί με τον Φάλσταφ. Οι κυράδες όμως το καταλαβαίνουν εγκαίρως. Μεταμφιέζουν τον Φάλσταφ σε γυναίκα, γριά και παχιά, και όταν οι γείτονες με το σύζυγο ψάχνουν το σπίτι, βρίσκουν μόνο κάποιο πρόσωπο που πείθονται ότι είναι μία κουφόγρια, εξαδέλφη της κυρίας Φλαθ. Ωστόσο ο θυμωμένος σύζυγος την διώχνει.

Αργότερα, οι κυράδες προσκαλούν τον Φάλσταφ να παραβρεθεί σε μια γιορτή που οργανώνει η κοινότητα στο δάσος. Στη γιορτή αυτή, ο κ. Φλαθ και οι άλλοι, παριστάνουν ένα παραμύθι στο οποίο ο ίδιος ο κ. Φλαθ παίζει το μέρος του κυνηγού Χερν και διευθύνει μια χορωδία προσώπων, που υποδύονται σφήκες, μύγες και κουνούπια. Όταν εμφανίζεται ο Φάλσταφ συνοδευόμενος από τις δύο εύθυμες κυράδες, ο Φλαθ στέλνει τις σφήκες του, τις μύγες και τα κουνούπια να πέσουν στη ράχη του Φάλσταφ.

Στη γιορτή ο Φέντον εμφανίζεται ντυμένος ως Όμπερον, βασιλιάς των ξωτικών, ενώ η Άννα είναι ντυμένη ως βασίλισσα Τιτάνια, γυναίκα του Όμπερον. Αναγνωρίζονται και πέφτουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

Ο κ. Φλαθ και ο κ. Ράιχ πείθονται στο τέλος ότι οι γυναίκες τους είναι αθώες και μένουν ευχαριστημένοι. Έτσι η αυλαία πέφτει σε μία ατμόσφαιρα ευτυχισμένη για όλους, εκτός από τον Φάλσταφ, τον δόκτωρα Καϊούς και τον κύριο Σπαίρλιχ.

Αξιοσημείωτες άριες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Horch, die Lerche singt im Hain" (Φέντον)
  • "Als Büblein klein an der Mutter Brust" (Φάλσταφ)
  • "Nun eilt Herbei" (κα Φλαθ)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"ΟΙ Εύθυμες Κυράδες του Ουΐνδσορ", Κλασσικά εικονογραφημένα Νο 1027 σελ.45, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδη & Σία