Οικονομικά της προσφοράς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τα οικονομικά της προσφοράς είναι μια ετερόδοξη (δηλαδή μη αποδεκτή από τους περισσότερους οικονομολόγους) σχολή στα οικονομικά η οποία δίνει υπερβολική σημασία στο ρόλο που παίζουν τα φορολογικά κίνητρα στη συμπεριφορά της οικονομίας. Η ιδεολογία αυτή γνώρισε μεγάλη δημοσιότητα τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ όπου είναι γνωστή και ως Ριγκανόμικς (Reaganomics). Απολαμβάνει ακόμα και σήμερα ευρύτατη δημοσιότητα κηρύσσοντας την ορθότητα των θέσεων της μέσα από τον τύπο (πχ Wall Street Journal) και από σχετικά βιβλία. Ανάμεσα στους πνευματικούς πατέρες αυτής της ιδεολογίας είναι ο αμερικανός οικονομολόγος, και ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής, Arthur Laffer. Τα βασικά της σημεία συνοψίζονται στους ισχυρισμούς: (1) Η μείωση των φορολογικών συντελεστών αυξάνει τα φορολογικά έσοδα. (2) Οι φορολογικές ελαφρύνσεις επιδρούν τόσο πολύ θετικά στην πλευρά της προσφοράς[1] που τελικά αυξάνεται ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης και μειώνεται ο πληθωρισμός.

Οι απόψεις αυτές δεν έπεισαν ποτέ σχεδόν κανέναν, εκτός από μία μικρή ομάδα οικονομολόγων[2]. Έχουν πλέον εντελώς απορριφθεί[3]. Δέχτηκαν κριτική τόσο από κεϋνσιανούς όσο και από μονεταριστές οικονομολόγους (παρότι τόσο οι μονεταριστές όσο και οι υποστηρικτές οικονομικών προσφοράς έχουν συνδεθεί με συντηρητικές πολιτικές θέσεις, μεταξύ τους έχουν βρεθεί σε ανταγωνιστικές θέσεις) και εμπειρικά αποδείχθηκαν λανθασμένες. Για παράδειγμα στις ΗΠΑ όπου εφαρμόστηκαν κυρίως στα έτη 1981, 1982 οδήγησαν σε διόγκωση των δημοσίων ελλειμμάτων, και όχι στη μείωση του μεγέθους του δημόσιου τομέα, ενώ η μείωση του πληθωρισμού δεν ήταν αποτέλεσμα της αύξησης του ΑΕΠ, το οποίο δεν αυξήθηκε αλλά μειώθηκε σημαντικά, αλλά της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής. Συγκρίνοντας τα οικονομικά της προσφοράς με τις δύο γενικά αποδεκτές αν και αντιμαχόμενες σχολές σκέψης στα οικονομικά, τον μονεταρισμό και τον κεϋνσιανισμό, και απλοποιώντας την ανάλυση δεδομένου ότι και ο σύγχρονος μονεταρισμός και ο σύγχρονος κεϋνσιανισμός παρουσιάζουν ιδιαίτερα εκλεπτυσμένες και λεπτομερείς αναλύσεις, μπορούμε να πούμε ότι τα οικονομικά προσφοράς έχουν πιο πολλά κοινά με τον κεϋνσιανισμό παρά με τον μονεταρισμό. Τούτο από την άποψη ότι προκρίνουν την άσκηση επεκτατικής πολιτικής (κεϋνσιανοί από τη πλευρά της ζήτησης - οικονομικά προσφοράς από την πλευρά της προσφοράς) ενώ ο μονεταρισμός θέτει ως προτεραιότητα την περιοριστική πολιτική για έλεγχο του πληθωρισμού και των ελλειμμάτων.

Οι εν λόγω πολιτικές της προσφοράς ευνοούν τους έχοντες υψηλά εισοδήματα και αποταμιεύσεις, οπότε συμβάλλουν στο άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των υψηλών και των χαμηλών εισοδημάτων[4]. Επίσης, αντίθετα απ' ό,τι διατείνονται οι υποστηρικτές τους, η μείωση των φορολογικών συντελεστών οδηγεί σε μικρότερα φορολογικά έσοδα του κράτους και άρα σε έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού[4]. Παρόλα αυτά παρόμοιες πολιτικές εφαρμόστηκαν και στην Ελλάδα. Κατά την περίοδο 1990 - 1993 η αυξημένη ανεργία αύξησε τις δαπάνες για κοινωνικά επιδόματα και οι μειωμένοι συντελεστές φορολογίας μείωσαν τα έσοδα, διογκώνοντας τα ελλείμματα, ενώ το προσδοκώμενο με πολύ ελπίδα σενάριο των οικονομικών προσφοράς, δηλαδή η επιτάχυνση της ανάπτυξης δεν συνέβη[5]. Επίσης, σενάριο οικονομικών προσφοράς τέθηκε ως ευχή αλλά όχι ως πραγματικότητα στην Ελλάδα την περίοδο μετά το 2004 και μέχρι το 2009[6] [7] [8] αλλά διακόπηκαν μετά την κρίση χρέους που ακολούθησε.

Απόρριψη των ισχυρισμών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ισχυρισμοί (1) και (2) πιο πάνω αποδεικνύεται ότι είναι εσφαλμένοι[9]. Αφού εισάγουμε τη λεγόμενη επίδραση αντικατάστασης και τη λεγόμενη επίδραση εισοδήματος, δείχνουμε ότι ο ισχυρισμός (1) αληθεύει αν και μόνο αν αληθεύει ο ισχυρισμός (2). Μετά δείχνουμε ότι ο ισχυρισμός (2) είναι εσφαλμένος.

  • Επίδραση αντικατάστασης: Μείωση του καθαρού εισοδήματος οδηγεί σε λιγότερη επιθυμία για εργασία, αφού η ανταμοιβή είναι μικρότερη, άρα μείωση της προσφερόμενης εργασίας και του προϊόντος (και αντίστροφα για αύξηση του καθαρού εισοδήματος).
  • Επίδραση εισοδήματος: Μείωση του καθαρού εισοδήματος οδηγεί σε επιθυμία για περισσότερη εργασία ώστε να υπάρχει ίδιο επίπεδο κατανάλωσης, άρα αύξηση της προσφερόμενης εργασίας και του προϊόντος (και αντίστροφα για αύξηση του καθαρού εισοδήματος).

Από την απλή σχέση

έσοδα=φορολογικός συντελεστής x εισόδημα

προκύπτει άμεσα ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών κατά ένα ποσοστό πρέπει να συνοδευτεί από ταυτόχρονη αύξηση του προ-φόρων εισοδήματος κατά τον αντίστροφο λόγο ως ποσοστό. Για παράδειγμα μείωση των συντελεστών από 20% σε 15% θα πρέπει να συνοδευτεί από αύξηση του εισοδήματος πάνω από 20/15=33% για να έχουμε αύξηση εσόδων. Επομένως απαιτείται μεγάλη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ για να συμβεί κάτι τέτοιο.

Αντίθετα όμως το πραγματικό ΑΕΠ θα μειωθεί. Διότι ως προς την επίδραση της φορολογίας εισοδήματος στο προϊόν έχουμε ότι

  • Το ΑΕΠ αυξάνεται όταν οι φόροι αυξάνονται και κυριαρχεί η επίδραση εισοδήματος.
  • Το ΑΕΠ αυξάνεται όταν οι φόροι μειώνονται και κυριαρχεί η επίδραση αντικατάστασης.

Στις πραγματικές οικονομίες έχει διαπιστωθεί εμπειρικά και θεωρητικά, και είναι αποδεκτό με μεγάλη (σχεδόν πλήρη) συναίνεση μεταξύ των οικονομολόγων, ότι η επίδραση εισοδήματος κυριαρχεί. Τέλος να σημειωθεί ότι εδώ εξετάστηκε, με τις υπόλοιπες μεταβλητές σταθερές, η επίδραση της μεταβολής των φορολογικών συντελεστών στο μακροπρόθεσμο (μη-κυκλικό) ΑΕΠ, δηλαδή με δεδομένους σταθερούς στόχους για το έλλειμμα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • H. McClure, T. Willett, Understanding the Supply Sidders, 1983
  • R. Dornbusch, S. Fischer, Macroeconomics, 1990

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο όρος προσφορά αναφέρεται σε μία από τις δύο πλευρές της βασικής μακροοικονομικής ταυτότητας, δηλαδή την εξίσωση "συνολική προσφορά" = "συνολική ζήτηση". Απλοποιώντας μπορούμε να πούμε ότι η πλευρά της προσφοράς ισούται με τη συνολική παραγωγή των επιχειρήσεων, ενώ η πλευρά της ζήτησης ισούται με τη συνολικό εισόδημα ή την συνολική κατανάλωση των νοικοκυριών.
  2. σήμερα σε αυτή τη μικρή ομάδα περιλαμβάνεται ο διεθνούς φήμης γκουρού των οικονομικών Πρετεντέρης καθώς και σύσσωμοι οι οικονομικοί εγκέφαλοι της ΝΔ
  3. R. Dornbusch, S. Fischer, Macroeconomics, 1990, ελληνική έκδοση σελ.741. Βλέπε επίσης R.Lekachman, 1982, Greed is not enough: Reaganomics, O.Blanchard, 1987, Reaganomics, B. Bosworth, 1984, Tax Incentives and Economic Growth.
  4. 4,0 4,1 Δημήτριος Χατζηνικολάου Δημοσιονομική Πολιτική και Οικονομικά της Προσφοράς
  5. the Economy of Greece
  6. in.gr 10.11.04 Το νέο φορολογικό νομοσχέδιο παρουσίασε ο Γ.Αλογοσκούφης ανάκτηση 17.9.10
  7. Ελευθεροτυπία 24.11.2006 Οπου φτωχός και η φοροαπαλλαγή του ανάκτηση 17.9.10
  8. Το Βήμα 7.2.2010 Γ. Σουφλιάς VS Γ. Αλογοσκούφης ανάκτηση 17.9.10
  9. Για μια πιο λεπτομερή απόδειξη βλέπε Andrew B. Abel, Ben S. Bernanke, Macroeconomics, 2008.