Ντόλτσε Βίτα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ντόλτσε Βίτα
Είδος Κωμική σειρά
Διάρκεια 1995-1997
Δημιουργοί Αλέξανδρος Ρήγας
Λευτέρης Παπαπέτρου
Πρωταγωνιστές Άννα Παναγιωτοπούλου
Κατιάνα Μπαλανίκα
Μαρία Καβογιάννη
Θανάσης Ευθυμιάδης
Μαρία Φωκά
Παύλος Ορκόπουλος
Κατερίνα Ζιώγου
Χώρα Flag of Greece.svg Ελλάδα
Τηλεοπτικός σταθμός Mega Channel
Προβολή 1995 – 1997
Αριθμός επεισοδίων 70
Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Η Ντόλτσε Βίτα (ιταλικά: Dolce Vita = Γλυκιά Ζωή) ήταν κωμική σειρά 70 επεισοδίων του Mega Channel που προβλήθηκε τις τηλεοπτικές σαιζόν 1995-96 και 1996-97 σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ρήγα και σενάριο του ίδιου σε συνεργασία με τον Λευτέρη Παπαπέτρου.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σειρά εξιστορούσε τον παράνομο έρωτα μιας χήρας διευθύντριας εργοστασίου, της Χριστίνας Μαρκάτου (Άννα Παναγιωτοπούλου) με τον νεαρό Αντώνη Καλούδη (Θανάσης Ευθυμιάδης), ο οποίος μάλιστα επρόκειτο αρχικά να γίνει γαμπρός της.

Ολόκληρη η δομή του σήριαλ ήταν βασισμένη στο πώς θα μείνει μέσα από κωμικές καταστάσεις κρυφός αυτός ο δεσμός, από το ευρύτερο οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό περιβάλλον της εργοστασιάρχου.

Το πρώτο επεισόδιο είχε προβληθεί την Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 1995. Η σειρά γνώρισε μεγάλη επιτυχία και προβλήθηκε πολλές φορές σε επανάληψη από τον σταθμό.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία ξεκινά όταν η Χριστίνα πηγαίνει στην Ιταλία για να επισκεφτεί την κόρη της Ντορίτα που σπουδάζει. Στο ταξίδι της επιστροφής, λόγω μιας χιονοθύελλας, το λεωφορείο ακινητοποιείται σε ένα μοτέλ κοντά στην Περούτζια. Εκεί, η Χριστίνα γνωρίζει τον Αντώνη με τον οποίο περνούν μαζί τη βραδιά χωρίς να το πολυσκεφθούν.

Όταν επιστρέφει πια και η Ντορίτα στην Ελλάδα, ανακοινώνει στην οικογένειά της ότι φέρνει μαζί της και ένα φίλο της. Η Χριστίνα συνειδητοποιεί ότι ο φίλος της Ντορίτας είναι ο Αντώνης που είχε γνωρίσει εκείνη τη νύχτα στην Περούτζια. Αρχικά, η Χριστίνα αντιδρά επίμονα στο φλερτ του Αντώνη, αλλά μετά από λίγο οι δυο τους είναι μαζί, αλλά κρυφά από όλους.

Σταδιακά, την παράνομη σχέση γνωρίζουν η Σάσα, φίλη της Χριστίνας, και ο Μανώλης, φίλος του Αντώνη, και τελικά η Ασπασία, η οικιακή οικονόμος του σπιτιού. Όλοι αυτοί τους γλιτώνουν αρκετές φορές από το να αποκαλυφθούν.

Μετά από μικρό διάστημα και ενώ έχει μεσολαβήσει ένας παρ' ολίγον αρραβώνας μεταξύ του Αντώνη και της Ντορίτας, οι δυο τους χωρίζουν, αλλά ο Αντώνης συνεχίζει να παραμένει ουσιαστικά μέλος της οικογένειας Μαρκάτου.

Η Χριστίνα και ο Αντώνης συνεχίζουν να είναι μαζί, κρυφά από την οικογένειά της, παρά κάποια καβγαδάκια μεταξύ τους. Μάλιστα, η σχέση τους συνεχίστηκε και ενόσω ο Αντώνης υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία.

Τελικά, η σχέση τους αποκαλύπτεται στα γενέθλια της Χριστίνας, όταν όλοι υποτίθεται ότι ξεχνούν τα γενέθλιά της και η ίδια κανονίζει να βρεθεί στο σπίτι της με τον Αντώνη. Όμως, οι υπόλοιποι απλά της κάνουν πάρτυ-έκπληξη και εκεί όλοι πλην της Ντορίτας βλέπουν την Χριστίνα στην αγκαλιά του Αντώνη.

Η Όλγα, πεθερά της Χριστίνας, για να ξεπλύνει την ντροπή και για να μην μάθει τίποτα η Ντορίτα, κανονίζει να παντρευτεί η Χριστίνα τον νοννό της Ντορίτας. Η ιστορία τελειώνει λίγο πριν γίνει ο γάμος όταν ο Αντώνης φωνάζει από μακριά την Χριστίνα να τον ακολουθήσει, και ενώ εκείνη ανεβαίνει τα σκαλιά της εκκλησίας. Η Χριστίνα παρατάει τον μέλλοντα σύζυγό της και φεύγει με τον Αντώνη. Στο τέλος η Χριστίνα και ο Αντώνης χωρίζουν και ζουν ο καθένας τη δική του ζωή.

Κεντρικά θέματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σειρά έφερε στο φως πολυποίκιλα θέματα προς συζήτηση, μερικά εκ των οποίων θεωρούνται μέχρι και σήμερα ταμπού. Θεωρήθηκε τολμηρή για την εποχή της και εικάζεται ότι εάν το σενάριο δεν ήταν δοσμένο με χιουμοριστικό τρόπο, η σειρά θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί δραματική.

Παράνομος έρωτας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σχέση της Χριστίνας με τον Αντώνη κάθε άλλο παρά συμβατική μπορούσε να θεωρηθεί. Εν μέρει λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας που τους χώριζε (η διαφορά ηλικίας ανάμεσα στο ζευγάρι τοποθετούνταν περίπου στα 25 χρόνια, ενώ στην πραγματικότητα οι ηθοποιοί έχουν διαφορά ηλικίας 20 ετών ακριβώς), και εν μέρει λόγω της πρϋπάρχουσας σχέσης του Αντώνη με την Ντορίτα, την κόρη της Χριστίνας, ο έρωτας που ένωσε το ζευγάρι θεωρούνταν παράνομος.

Για τα τότε δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας, η αποδεκτή έως και επιθυμητή διαφορά ηλικίας τοποθετούνταν στα 10 χρόνια υπέρ του άντρα (Ασπασία: "Εδώ που τα λέμε, ο άντρας πρέπει να έχει διαφορά ηλικίας από τη γυναίκα. Το πολύ μέχρι δέκα χρόνια.") Το σενάριο ήρθε να ανατρέψει αυτό το στερεότυπο τοποθετώντας τη γυναίκα όχι μόνο σε μεγαλύτερη ηλικία, αλλά και σε ισχυρότερη θέση, μιας και η Χριστίνα κάποια στιγμή έγινε και αφεντικό του Αντώνη.

Η ερωτική έλξη του Αντώνη προς τη Χριστίνα χαρακτηρίζεται από το πάθος ενός νεαρού άντρα για μια γυναίκα χωρίς να γνωρίζει, και επομένως - φαινομενικά - χωρίς να ενδιαφέρεται για την κοινωνική και οικονομική της υπόσταση. Σημειώνεται ότι ο Αντώνης επιθυμεί την ερωτική συνεύρεση με τη Χριστίνα σχεδόν με την πρώτη ματιά, όντας σε μια ξένη χώρα και μη γνωρίζοντας ότι η ίδια ήταν διευθύντρια εργοστασίου και εύπορη κάτοικος Παλαιού Ψυχικού. Συνεπώς, με το να ξεκαθαρίζουν ότι δεν υπήρχε απώτερος σκοπός, δόλος ή ακόμη και αμφιβολλίες στις προθέσεις του Αντώνη, οι σεναριογράφοι έφεραν το κοινό σε αμήχανη θέση ως προς τη στάση που θα κρατήσει και τα συμπεράσματα που θα βγάλει για τον έρωτα ενός νεαρού για μια ώριμη γυναίκα.

Σχέσεις μητέρας - κόρης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σχέση της Χριστίνας με την κόρη της Ντορίτα εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να υπάρξει ειλικρινής. Παρόλο που η Ντορίτα έδειχνε σημάδια ενός απελευθερωμένου ανθρώπου χωρίς προκαταλήψεις και ιδιαίτερα ταμπού, η Χριστίνα καλούνταν να επιλέξει ανάμεσα στον έρωτά της με τον Αντώνη και την εντιμότητά της απέναντι στην Ντορίτα και πάντα η ζυγαριά έκλινε προς τον Αντώνη.

Με την πάροδο του χρόνου, η σχέση της Ντορίτας με τον Αντώνη έληξε. Παρόλα αυτά η Χριστίνα επέλεγε να αποφεύγει συστηματικά την όποια ειλικρινή εξομολόγηση της σχέσης της με τον Αντώνη στην Ντορίτα. Είχε τύψεις, ενδοιασμούς και ίσως μόνο μια κρυφή ελπίδα ότι η κόρη της θα την συγχωρούσε (πράγμα που όντως έγινε), αλλά η γενικότερη στάση της Χριστίνας απέναντι στην κόρη της ήταν αυτή της διαρκούς αποφυγής μιας ουσιαστικής επαφής μαζί της.

Υπήρξαν πολλές περιπτώσεις όπου η Χριστίνα, σε συνεργασία με τη φίλη της τη Σάσα, επέλεξε να παραπλανήσει εσκεμμένα την Ντορίτα και να την απομακρύνει από το σπίτι για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο. Επίσης, η Χριστίνα συναίνεσε στο να παντρευτεί η Ντορίτα το φίλο της τον Χάρη, παρόλο που δεν την είχε εντυπωσιάσει ως μέλλων γαμπρός της.

Ο ρόλος της γιαγιάς στην οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κυρία Όλγα Μαρκάτου, πεθερά της Χριστίνας, τοποθετείται μέσα στο σπίτι από πολύ πρώιμο στάδιο, πρωτού καν η Χριστίνα παντρευτεί το γιο της, Περικλή. Περιγράφεται ως άνθρωπος παλαιών αρχών, που δίνει μεγάλη σημασία στην κοινωνική της υπόσταση και στο ακέραιο της ηθικής της. Επομένως ο ρόλος της γιαγιάς Όλγας είναι διττής σημασίας: φιγούρα γιαγιάς για το σπίτι, και φιγούρα πεθεράς για τη Χριστίνα.

Η γιαγιά Όλγα έχριζε του σεβασμού - και συχνά του φόβου - όλων, όχι μόνο μέσα στο σπίτι, αλλά και στο εργοστάσιο, καθώς τυπικά παρέμενε η επίσημη ιδιοκτήτρια της μονάδας επεξεργασίας ντομάτας. Λόγω των αιχμηρών σχολίων της, και της επικριτικής στάσης της προς οποιονδήποτε που δεν πληρούσε τα αυστηρά ηθικά κριτήριά της, συχνά γινόταν αντιπαθής, ενοχλητική, προσβλητική, ακόμη και απειλιτική.

Ο ρόλος της γιαγιάς Όλγας ως πεθεράς ήταν ο συγκερασμός όλων των στερεοτύπων της "κακής πεθεράς" απέναντι στη νύφη Χριστίνα. Της υπενθύμιζε ότι δεν ήταν μια καθωσπρέπει χήρα, ότι η φίλη της τής ασκεί κακή επιρροή, ότι γερνάει και σε λίγο θα πεθάνει, ότι πρέπει να είναι αδίστακτη με τους υπαλλήλους της, ότι δεν είναι σωστό πρότυπο μητέρας για την κόρη της, κ.α. Γενικά, η κυρία Όλγα κατέστησε σαφές ότι ουδέποτε συμπάθησε τη νύφη της και θεωρούσε ατυχή το γάμο της με τον γιο της.

Έκφραση της σεξουαλικότητας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έκφραση της σεξουαλικότητας ήταν από τα κύρια θέματα που απασχόλησαν τους σεναριογράφους. Μέσα από το ρόλο της Σάσας, ο Λευτέρης Παπαπέτρου και ο Αλέξανδρος Ρήγας έδειξαν μια γυναίκα που δεν ντρεπόταν γι αυτό που ήταν. Σε αντίθεση με τη φίλη της Χριστίνα, η οποία ένιωθε ενοχές, ντροπή και μερικές φορές μέχρι και αποστροφή προς την όποια συζήτηση περί σεξ, η Σάσα μιλούσε ελεύθερα για τις ερωτικές της συνευρέσεις, πράγμα για το οποίο οι κλειστές κοινωνίες του Παλαιού Ψυχικού και της Φιλοθέης έδειχναν αμηχανία. Η Σάσα είχε χαρακτηριστεί ως "τσούλα", "εξόλης και προώλης" και πολλά άλλα παρόμοια επίθετα. Η Σάσα, ίσως και ως μια προγενέστερη εκδοχή της τηλεοπτικής ηρωίδας Samantha Jones, ως επί το πλείστον αγνοούσε αυτούς τους χαρακτηρισμούς και έδειχνε να νιώθει άνετα με αυτό που ήταν.

Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η έκφραση της σεξουαλικότητας της Ασπασίας, οικονόμου του σπιτιού, και σαφώς λιγότερο ειλικρινής από αυτή της Σάσας. Η Ασπασία ήταν παρθένα και δήλωνε περήφανη που κρατούσε ακόμη "το δώρο που μου χάρισε η φύση". Παρά τις δηλώσεις της περί υπερηφάνειας, όμως, η Ασπασία σκιαγραφείται όχι σαν μια γυναίκα που δεν "υποπίπτει", αλλά σαν μια γυναίκα που "δεν λέει να σταυρώσει γκόμενο". Δηλαδή η Ασπασία χρησιμοποιεί έναν επιθετικό τρόπο (διατυμπανισμός της διατήρησης του 'δώρου', εναντίωση και επικριτική συμπεριφορά προς τη Σάσα αλλά και στη Ντορίτα όταν μένει έγκυος πριν παντρευτεί) για να συγκαλύπτει τη δική της ατυχία ή ανεπάρκεια. Οι σεναριογράφοι τονίζουν τη διπροσωπία που διέπει ορισμένες φορές την Ασπασία σε θέματα σεξουαλικότητας όταν την περιγράφουν ως περήφανη μεν, σεξουαλικά απελπισμένη δε.

Η σειρά έκανε έμμεσες και άμεσες αναφορές στην ομοφυλοφιλία και στην αντιμετώπιση που λάμβαναν οι ομοφυλόφιλοι όχι μόνο στην Ελλάδα του 1995-96 αλλά και στην Ελλάδα του πρότερου παρελθόντος (μέσω μιας αφήγησης της κυρίας Όλγας που άφησε εποχή). Οι ερωτικοί σύντροφοι της Σόφης, γραμματέως της Χριστίνας, συχνά αποκαλύπτονταν ομοφυλόφιλοι και αυτό έφερνε σε απελπισία τη Σόφη. Επίσης, σε μια απόπειρά της να θολώσει τα νερά για την οποιαδήποτε υποψία σχέσης της με τον Αντώνη, η Χριστίνα εξομολογήθηκε στην κυρία Όλγα ότι ο Αντώνης ήταν δήθεν ομοφυλόφιλος. Η είδηση διαδόθηκε μέσα σε μερικές ώρες σε ολόκληρο το εργοστάσιο και οι σεναριογράφοι παρουσίασαν τη στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στην ομοφυλοφιλία.

Ενοχικά σύνδρομα και τάσεις φυγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικάζεται ότι το μείζον και επαναλαμβανόμενο θέμα της σειράς δεν ήταν ούτε ο καθαυτώ παράνομος έρωτας, ούτε οι κωμικοτραγικές καταστάσεις που εκτυλλίσονταν γύρω από αυτόν, αλλά το βάρος των ενοχών με τις οποίες η Χριστίνα Μαρκάτου ζούσε επί διάστημα δύο ετών. Καθώς οι τύψεις και οι ενοχές διογκώνονταν, πολλαπλασιάζονταν και δημιουργούσαν έναν φαύλο κύκλο, η Χριστίνα κάποια στιγμή αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια ενός ειδικού.

Οι ενοχές που βάραιναν τη Χριστίνα έφταναν συχνά σε σημείο υστερίας ή ακόμη και απειλής κρίσεων πανικού. Η αδυναμία της να διαχειριστεί την κατάσταση για μεγάλο χρονικό διάστημα της δημιουργούσε μυριάδες προβλήματα, άγχη και τάσεις φυγής οι οποίες έγιναν κάποια στιγμή και πραγματικότητα όταν η Χριστίνα το έσκασε για μικρό χρονικό διάστημα με τον Αντώνη. Η αποτύπωση του άγχους και των ενοχών της Χριστίνας κατά τη διάρκεια της φυγής της από την Αθήνα ήταν από τις σημαντικές, ερμηνευτικά, στιγμές της Άννας Παναγιωτοπούλου στο ρόλο της ως Χριστίνα Μαρκάτου.

Διανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έκτακτες συμμετοχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]