Ντράγκαν Κιτσάνοβιτς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καλαθοσφαιριστής
Ντράγκαν Κιτσάνοβιτς
Προσωπικά στοιχεία
Πλήρες όνομα Драган Кићановић
Εθνικότητα Σέρβος
Ημερ. Γέννησης 17 Αυγούστου 1954 (1954-08-17) (59 ετών)
Τόπος Γέννησης Τσάτσακ, Σ.Δ. Σερβίας,
Flag of SFR Yugoslavia.svg Γιουγκοσλαβία
Ύψος 1,91
Θέση Σούτινγκ γκαρντ
Επαγγελματικοί σύλλογοι
1966-19710Flag of SFR Yugoslavia.svg Ζελέζνιτσαρ Τσάτσακ
1971-19720Flag of SFR Yugoslavia.svg Μπόρατς Τσάτσακ
1972-19810Flag of SFR Yugoslavia.svg Παρτίζαν Βελιγραδίου
1981-19830Flag of Italy.svg Σκαβολίνι Πέζαρο
1983-19840Flag of France.svg Ρασίνγκ Παρί
Εθνική Ομάδα
1973-19830Civil ensign of SFR Yugoslavia.svg Γιουγκοσλαβία

Ο Ντράγκαν Κιτσάνοβιτς (Τσάτσακ, 17 Αυγούστου 1954) είναι παλαίμαχος Σέρβος καλαθοσφαιριστής, ο οποίος αγωνιζόταν στη θέση του σούτινγκ γκαρντ (ύψος 1,91). Μολονότι εγκατέλειψε την ενεργό δράση σε ηλικία μόλις 30 ετών, πρόλαβε να στεφθεί χρυσός ολυμπιονίκης, παγκόσμιος πρωταθλητής και τρεις συνεχόμενες φορές πρωταθλητής Ευρώπης με την Εθνική Γιουγκοσλαβίας.

Δεινός σκόρερ και μάλιστα σε μια εποχή που δεν είχε καθιερωθεί το τρίποντο, υπήρξε ο κορυφαίος Ευρωπαίος σούτινγκ γκαρντ της γενιάς του κι ένας απ' τους καλύτερους όλων των εποχών. Σύμφωνα με το Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς, ο Κιτσάνοβιτς ήταν ένα θηρίο, δεν υπήρχε μεγαλύτερο κίνητρο απ' αυτόν για να ασχοληθεί κάποιος με το άθλημα. Το 1981 και το 1982 σάρωσε όλα τα βραβεία Ευρωπαίου παίκτη της χρονιάς, ενώ από το 2010 είναι μέλος του Hall of Fame της FIBA.

Καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύλλογοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κιτσάνοβιτς ξεκίνησε το μπάσκετ στη Ζελέζνιτσαρ Τσάτσακ, ομάδα β΄ κατηγορίας. Στο γιουγκοσλαβικό πρωτάθλημα πρωτοεμφανίστηκε το 1971 με τη μεγάλη ομάδα της πόλης, την Μπόρατς.

Το 1972 μεταγράφηκε στην Παρτίζαν, όπου συνάντησε τον άλλο μεγάλο σκόρερ της δεκαετίας του '70, το σμολ φόργουορντ Ντράζεν Νταλιπάγκιτς. Οι δυο τους οδήγησαν την ομάδα στους πρώτους τίτλους της ιστορίας της: Πρωτάθλημα και Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας, Κύπελλο Κόρατς.

Το 1981 υπέγραψε στην ιταλική Σκαβολίνι Πέζαρο, με την οποία κατέκτησε το 1983 το Κύπελλο Κυπελλούχων (επίσης ο πρώτος τίτλος στην ιστορία της ομάδας).

Το καλοκαίρι του 1983 αποφάσισε να φύγει απ' τη Σκαβολίνι, μετά από ένα περιστατικό με Ιταλούς παίκτες σε αγώνα του Ευρωμπάσκετ. Εντάχθηκε στη γαλλική Ρασίνγκ Παρί, όπου και έκλεισε την καριέρα του στο τέλος της σεζόν.

Συνέχισε να ασχολείται με το άθλημα ως διοικητικό στέλεχος της Παρτίζαν.

Εθνική Γιουγκοσλαβίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κιτσάνοβιτς ξεκίνησε από τις «μικρές» εθνικές, όταν ακόμα αγωνιζόταν στην άσημη Ζελέζνιτσαρ. Ήταν δεύτερος σκόρερ της ομάδας που κατέκτησε τα Ευρωμπάσκετ Παίδων και Εφήβων, το 1971 και 1972 αντίστοιχα. Το 1971 συμμετείχε επίσης στην ομάδα που κατέκτησε το χρυσό στους Μεσογειακούς Αγώνες - τυπικά η διοργάνωση είναι επιπέδου ανδρών, οι Γιουγκοσλάβοι όμως συνήθως έστελναν νέους παίκτες για να αποκτήσουν εμπειρία.

Με την «κανονική» εθνική ανδρών ντεμπουτάρισε το 1973 στο Ευρωμπάσκετ της Ισπανίας. Ήταν βασικό στέλεχος της ομάδας σε όλες τις σημαντικές διοργανώσεις έως το 1983, συνολικά έξι Ευρωμπάσκετ, τρία Παγκόσμια Πρωταθλήματα και δύο Ολυμπιακούς Αγώνες. Ανέβηκε στο βάθρο 10 φορές, τις μισές στην πρώτη θέση, με κορυφαία στιγμή τους Ολυμπιακούς της Μόσχας (1980).

Εκτός μεταλλίων έμεινε μόνο στο Ευρωμπάσκετ της Γαλλίας (1983), κατά το οποίο πάντως προκάλεσε μια από τις βιαιότερες συμπλοκές που έχουν γίνει σε μεγάλο τουρνουά. Ήταν σε αγώνα εναντίον της Εθνικής Ιταλίας για τη φάση των ομίλων, όταν μία κλωτσιά-καράτε σε αντίπαλο παίκτη εξελίχθηκε σε γενικευμένη σύρραξη εντός του αγωνιστικού χώρου. Ανάμεσα στα πολλά που συνέβησαν στη συνέχεια, ο Κιτσάνοβιτς καταδιώχθηκε στα δημοσιογραφικά θεωρεία, όπου τον «υποδέχθηκαν» οι Ιταλοί αθλητικογράφοι χτυπώντας τον με τα καπάκια των γραφομηχανών τους, ενώ ταυτόχρονα ο Γκόραν Γκρμπόβιτς κυνηγούσε τους Ιταλούς παίκτες με ένα ψαλίδι. Μετά απ' αυτό ο Κιτσάνοβιτς δεν ξανάπαιξε στην εθνική ομάδα, ανοίγοντας έτσι το δρόμο της πρώτης πεντάδας σε ένα δεκαεννιάχρονο γκαρντ, τον Ντράζεν Πέτροβιτς.

Πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διετέλεσε Υπουργός νεολαίας και αθλητισμού από τις 31 Ιουλίου 1991 έως τις 24 Σεπτεμβρίου 1992.

Τίτλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  Διεθνή μετάλλια  
  Αγωνιζόταν με τη Civil ensign of SFR Yugoslavia.svg Γιουγκοσλαβία  
Ολυμπιακοί Αγώνες
χρυσό Μόσχα 1980
αργυρό Μόντρεαλ 1976
Παγκόσμιο Πρωτάθλημα
χρυσό Φιλιππίνες 1978
αργυρό Πουέρτο Ρίκο 1974
χάλκινο Κολομβία 1982
Ευρωμπάσκετ
χρυσό Ισπανία 1973
Γιουγκοσλαβία 1975
Βέλγιο 1977
αργυρό Τσεχοσλοβακία 1981
χάλκινο Ιταλία 1979

Διοργανώσεις εθνικών ομάδων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοργανώσεις συλλόγων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ατομικές διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]