Ντέιβιντ Κόβερντεϊλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Κόβερντεϊλ το 2011

Ο Ντέιβιντ Κόβερντεϊλ (αγγλ. David Coverdale) είναι 'Αγγλος τραγουδιστής της ροκ μουσικής, γνωστός για τη δουλειά του με τα χαρντ ροκ συγκροτήματα Deep Purple και Whitesnake.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κόβερντεϊλ γεννήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1951 στο Ρέντκαρ εντ Κλίβελαντ της Αγγλίας. Σε εφηβική ηλικία εντάχθηκε στους The Government από τους οποίους αποχώρησε το 1972 για να συνεχίσει στους Fabulosa Brothers για ένα χρόνο, πριν αποφασίσει να κάνει οντισιόν για τη θέση του τραγουδιστή στο χαρντ ροκ συγκρότημα των Deep Purple, οι οποίοι έψαχναν τον αντικαταστάτη του αποχωρήσαντα Ίαν Γκίλαν.

Deep Purple[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σεπτέμβριο του 1973, ο Κόβερντεϊλ έστειλε μία κασέτα με ηχογραφήσεις του απαντώντας έτσι στην αγγελία των Deep Purple στο περιοδικό "Melody Maker". Το συγκρότημα τον δέχτηκε και μαζί με τον μπασίστα Γκλεν Χιούζ αποτέλεσαν τις νέες προσθήκες στη σύνθεση των Deep Purple.
Το Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις του νέου τους δίσκου. Στα έξι από τα επτά τραγούδια του άλμπουμ ο Κόβερντεϊλ μοιραζόταν τα φωνητικά μαζί με τον Χιούζ και τραγούδησε μόνος του μόνο το "Mistreated". Ο δίσκος κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 1974 με τον τίτλο "Burn" και γνώρισε μεγάλη επιτυχία αφού έγινε χρυσός σε Βρετανία και Αμερική, ενώ ανέβηκε στο Top-10 των τσαρτ σχεδόν όλου του κόσμου. Μία πολύ μεγάλη περιοδεία για την προώθηση του άλμπουμ ξεκίνησε, με τους Deep Purple να παίζουν μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδων κόσμου, κάτι πρωτόγνωρο για τον άπειρο Κόβερντεϊλ.
Στα τέλη της χρονιάς, κυκλοφόρησαν το επίσης επιτυχημένο "Stormbringer", στο οποίο, όμως παρουσίαζαν έντονα στοιχεία φανκ και τζαζ στον ήχο τους, κάτι που δεν άρεσε στον κιθαρίστα Ρίτσι Μπλάκμορ, ο οποίος αποχώρησε μετά το τέλος της περιοδείας για την προώθηση του δίσκου, τον Απρίλιο του 1975. Στο συγκεκριμένο άλμπουμ, ο Κόβερντεϊλ τραγούδησε μόνος του μόνο τη μπαλάντα "Soldier of Fortune", ένα από τα γνωστότερα κομμάτια των Deep Purple.
Τον Μπλάκμορ αντικατέστησε ο Αμερικανός Τόμι Μπόλιν και τον Οκτώβριο του 1975 κυκλοφόρησαν το δίσκο "Come Taste the Band", γνωρίζοντας αισθητά μικρότερη εμπορική επιτυχία σε σύγκριση με τους προηγούμενους δίσκους τους. Ο εθισμός των Χιούζ / Μπόλιν / Κόβερντεϊλ στις ναρκωτικές ουσίες οδήγησε τα εναπομείναντα ιδρυτικά μέλη των Deep Purple, Τζον Λορντ και Ίαν Πέις στην απόφαση να διαλύσουν το συγκρότημα, την άνοιξη του 1976.

Whitesnake[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη διάλυση των Deep Purple, ο Κόβερντεϊλ ξεκίνησε σόλο καριέρα, ηχογραφώντας το άλμπουμ "White Snake" το οποίο κυκλοφόρησε στις αρχές του 1977, ενώ την επόμενη χρονιά επανήλθε με το δίσκο "Northwinds".

Οι Whitesnake το 1981

Αμέσως μετά την κυκλοφορία του δεύτερου δίσκου του, δημιούργησε το συγκρότημα Whitesnake με τον Μπέρνι Μάρσντεν και τον Μίκι Μούντι στην κιθάρα, το Νιλ Μάρεϊ στο μπάσο και τον Στήβεν Πλαντ στα τύμπανα. Τον Σεπτέμβριο του 1978, κυκλοφόρησε η πρώτη τους δουλειά με τίτλο "Snakebite", ένα 12" EP σε παραγωγή του Μάρτιν Μπερτς και του Ρότζερ Γκλόβερ. Ένα μήνα αργότερα, κυκλοφόρησε και το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο "Trouble" και με νέα μέλη τον πρώην κιμπορντίστα των Deep Purple Τζον Λορντ και τον Ντέηβιντ Ντάουλ στα τύμπανα.
Οι Whitesnake άρχισαν να καθιερώνονται στις συνειδήσεις των οπαδών της χαρντ ροκ μουσικής σε μία περίοδο όπου μεσουρανούσε η πανκ ροκ μουσική. Ένα χρόνο μετά τον πρώτο τους δίσκο επανήλθαν με το "Lovehunter", ενώ το 1980 κυκλοφόρησαν δύο πολύ επιτυχημένους δίσκους, τα Top-10 "Ready an' Willing" και "Live...in the Heart of the City", με τον ντράμερ των Deep Purple Ίαν Πέις να έχει αντικαταστήσει τον Ντάουλ. Το "Come an' Get It" του 1981 ανέβηκε στο # 2 των βρετανικών τσαρτ, υψηλότερη θέση στην οποία έφτασε ποτέ δίσκος του συγκροτήματος, ενώ το "Saints & Sinners" (1982) έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Μετά την κυκλοφορία του δίσκου ο Ίαν Πέις αποχώρησε για να συνεχίσει με το προσωπικό σχήμα του Γκάρι Μουρ και αντικαταστάθηκε από τον πρώην ντράμερ των Rainbow, Κόζι Πάουελ.
Με τη νέα αυτή σύνθεση, οι Whitesnake κυκλοφόρησαν το "Slide It In" το 1984, για να αποχωρήσει και ο Τζον Λορντ ο οποίος εντάχθηκε στους αναγεννημένους Deep Purple. Το "Slide It In" ήταν ο πρώτος δίσκος του συγκροτήματος ο οποίος ανέβηκε στο Top-40 των αμερικανικών τσαρτ. Την επόμενη χρονιά, ο πρώην κιθαρίστας των Thin Lizzy Τζον Σάικς και ο Άντριαν Βάντερμπεργκ αλλά και ο ντράμερ Όνσλεϊ Ντάνμπαρ εντάχθηκαν στο συγκρότημα, το οποίο συνέχισε χωρίς μόνιμο κιμπορντίστα. Τα πλήκτρα για τους επόμενους δύο δίσκους των Whitesnake έπαιξε το πρώην μέλος των Rainbow, Ντον Έρεϊ.
Στις 7 Απριλίου 1987 κυκλοφόρησε το άλμπουμ "Whitesnake" (εναλλ. τίτλος "1987"), το οποίο ανέβηκε στο # 2 των Ηνωμένων Πολιτειών και έχει βραβευθεί πλέον ως οκτώ φορές πλατινένιο. Ο δίσκος περιείχε τα πολύ επιτυχημένα σινγκλ "Here I Go Again" και "Is This Love" τα οποία έφθασαν στο # 1 και # 2 των αμερικανικών τσαρτ, αντίστοιχα, ενώ το βίντεο κλιπ για το "Still of the Night" έλαβε ιδιαίτερα μεγάλη προβολή από το τηλεοπτικό δίκτυο MTV. Δύο χρόνια αργότερα, ηχογράφησαν το δίσκο "Slip of the Tongue" με τον βιρτουόζο κιθαρίστα Στηβ Βάι να παίζει όλες τις κιθάρες, ενώ το Νιλ Μάρεϊ αντικατέστησε ο Ρούντι Σάρζο και τα τύμπανα έπαιξε ο πρώην ντράμερ του Ozzy Osbourne, Τόμι Όλντριτζ. Ο δίσκος έφθασε στο # 10 και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού αλλά μετά το τέλος της περιοδείας για την προώθηση του δίσκου, ο Κόβερντεϊλ αποφάσισε να διαλύσει το συγκρότημα.

Η συνεργασία με τον Τζίμι Πέιτζ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την άνοιξη του 1991, ο Κόβερντεϊλ ξεκίνησε τη συνεργασία του με τον κιθαρίστα των Led Zeppelin, Τζίμι Πέιτζ. Δύο χρόνια αργότερα, κυκλοφόρησε ο δίσκος "Coverdale-Page" ανεβαίνοντας στο Top-5 της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ βραβεύθηκε ως πλατινένιος. Παρ' όλα αυτά, οι πωλήσεις των εισιτηρίων για τις ζωντανές εμφανίσεις ήταν πολύ χαμηλές και το δίδυμο περιόδευσε μόνο στην Ιαπωνία πριν διακόψουν οριστικά τη συνεργασία τους.

Σόλο και επιστροφή των Whitesnake[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κόβερντεϊλ στην Κωνσταντινούπολη το 2008

Το 1994 ο Κόβερντεϊλ δημιούργησε ξανά τους Whitesnake με σκοπό να περιοδεύσει για την προώθηση της συλλογής "Greatest Hits" του συγκροτήματος. Μετά το τέλος της περιοδείας, έκανε ένα τριετές διάλειμμα από τα μουσικά δρώμενα, για να επιστρέψει το 1997 με το άλμπουμ "Restless Heart", το οποίο μετά από επιμονή της δισκογραφικής εταιρείας που τον εκπροσωπούσε κυκλοφόρησε ως δίσκος των Whitesnake. Παρ' όλα αυτά, τρία χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ από το 1978 με την ονομασία "Into the Light".
Το 2002 επανένωσε για άλλη μια φορά τους Whitesnake για να περιοδεύσουν παγκοσμίως, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το ζωντανά ηχογραφημένο "Live: In the Shadow of the Blues" με τέσσερα νέα κομμάτια. Ο πρώτος στούντιο δίσκος τους μετά από έντεκα χρόνια κυκλοφόρησε το 2008 με τίτλο "Good to Be Bad" ενώ την επόμενη χρονιά άνοιγαν τις συναυλίες των Judas Priest για την τριακοστή επέτειο από την κυκλοφορία του δίσκου "British Steel". Μετά από ένα τραυματισμό του επί σκηνής τον Αύγουστο του 2009 στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Κόβερντεϊλ διαγνώστηκε ότι έπασχε από οίδημα στις φωνητικές χορδές, γεγονός που ανάγκασε το συγκρότημα να αναβάλλει τις υπόλοιπες εμφανίσεις της περιοδείας.
Μετά από μία ανακοίνωση ότι η φωνή του επανήλθε, ο Κόβερντεϊλ ηχογράφησε το ενδέκατο στούντιο άλμπουμ των Whitesnake με τίτλο "Forevermore", το οποίο κυκλοφόρησε στις 25 Μαρτίου 2011, ανεβαίνοντας στο Top-50 σε Βρετανία και Ηνωμένες Πολιτείες.

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κόβερντεϊλ παντρεύτηκε για πρώτη φορά το 1974 την Τζούλια Κόβερντεϊλ, η οποία γέννησε την Τζέσικα Κόβερντεϊλ τέσσερα χρόνια αργότερα. Μετά το διαζύγιο τους, ο Κόβερντεϊλ παντρέυτηκε την ηθοποιό Τόνι Κίτεν το 1989. Ο γάμος τους κράτησε δύο χρόνια, ενώ από το 1997 και έπειτα είναι παντρεμένος με την Σίντι Κόβερντεϊλ με την οποία έχει ένα γιο, τον Τζάσπερ.


Δισκογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

με τους Deep Purple[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

με τους Whitesnake[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Trouble (1978)
  • Lovehunter (1979)
  • Live...In the Heart of the City (1980)
  • Ready an' Willing (1980)
  • Come an' Get it (1981)
  • Saints & Sinners (1982)
  • Slide It In (1984)
  • 1987 (1987)
  • Slip of the Tongue (1989)
  • Greatest Hits (1994)
  • Restless Heart (1997)
  • Starkers in Tokyo (1998)
  • 20th Century Masters - The Millennium Collection: The Best of Whitesnake (2000)
  • Best of Whitesnake (2003)
  • Live: In The Shadow Of The Blues (2006)
  • 30th Anniversary Collection (2008)
  • Good to be Bad (2008)
  • Forevermore (2011)
  • Live at Donington 1990 (2011)

Προσωπικοί δίσκοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • White Snake (1977)
  • Northwinds (1978)
  • Coverdale-Page (1993)
  • Into the Light (2000)


Άλλες συμμετοχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Roger GloverThe Butterfly Ball and the Grasshopper's Feast (1974)
  • Jon LordWindows (1974)
  • Eddie Hardin – Wizard's Convention (1976)
  • Barbi Benton – Ain't That Just The Way (1978)
  • Steve Vai – Passion and Warfare (1989)
  • Bernie Marsden – And About Time Too (2000)
  • Tony Franklin – Wonderland (2003)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα