Νομή (αρχαία Αίγυπτος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χάρτης της αρχαίας Αιγύπτου.

Η Νομή, από το ελληνικό Νομός, ήταν διοικητική υποδιαίρεση της αρχαίας Αιγύπτου. Η σύγχρονη χρήση της ελληνικής λέξης νομή αντί της αιγυπτιακής sepat έχει τις ρίζες της στην πτολεμαϊκή περίοδο. Οι αρχαίοι έλληνες γοητευμένοι με την Αίγυπτο άφησαν πολλές ιστορικές καταγραφές για τη χώρα. Καθώς οι Δυτικοί ιστορικοί είχαν ευκολότερη πρόσβαση σε αυτές τις πηγές, αυτές επηρέασαν την υιοθέτηση ελληνικών όρων.

Αρχαία Αίγυπτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υποδιαίρεση της αρχαίας Αιγύπτου σε νομές μπορεί να αναχθεί στην Προδυναστική περίοδο της Αιγύπτου (πριν τον 32ο αιώνα π.Χ. -3200). Οι Νομές αυτές στην αρχή υπήρχαν σαν αυτόνομες πόλεις-κράτη [εκκρεμεί παραπομπή], αλλά αργότερα άρχισαν να ενοποιούνται. Την τελική ενοποίηση της Αιγύπτου σύμφωνα με τις αρχαίες παραδόσεις ολοκλήρωσε ο ηγεμόνας Μήνης [1].

Η υποδιαίρεση σε νομές όχι μόνο επιβίωσε παραπάνω από τρεις χιλιετίες, αλλά και οι όρια τους παρέμειναν αξιόλογα σταθερά. Η πρώτες αναφορές σε κάποιες νομές όπως η Ξόις στο Δέλτα ή η Χεντ στην Άνω Αίγυπτο, βρίσκονται στην Λίθο του Παλέρμο, που συντάχθηκε κατά την 5η Δυναστεία. Τα ονόματα άλλων, όπως της Βούβαστις δεν εμφανίζονται πριν από την περίοδο του Νέου βασιλείου. Σύμφωνα με το σύστημα που επικράτησε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της φαραωνικής ιστορίας, η χώρα χωριζόταν σε 42 νομές.

Η Κάτω Αίγυπτος από την πρωτεύουσα του Παλαιού βασιλείου Μέμφιδα ως την Μεσόγειο, αποτελούνταν από 20 νομές. Η πρώτη βρισκόταν γύρω από την Μέμφιδα, τη Σακκάρα και την Γκίζα, σε μια περιοχή που σήμερα είναι το μοντέρνο Κάιρο. Η αρίθμηση των νομών ήταν λίγο πολύ σταθερή, από τα νότια προς τα βόρεια και από τα δυτικά τα πρώτα νούμερα προς τα ανατολικά τα μεγαλύτερα. Έτσι, η Αλεξάνδρεια ήταν η 3η νομή, η Βούβαστις η 18η.

Η Άνω Αίγυπτος χωριζόταν σε 22 νομές. Η πρώτη ήταν γύρω από την Ελεφαντίνη, κοντά στα σύνορα της Αιγύπτου με τη Νουβία στον Πρώτο Καταρράκτη, η περιοχή του σύγχρονου Ασουάν. Από ‘κει και πέρα η αρίθμηση ακολουθούσε σειρά προς τη ροή του Νείλου (προς τα βόρεια), κατά μήκους της στενής εύφορης λωρίδας γης που αποτελούσε την Κοιλάδα του Νείλου. Η Waset (οι αρχαίες Θήβες ή το σύγχρονο Λούξορ) ήταν στην 4η Νομή, η Αμάρνα στηη 14η, και το Μεϊντούμ στην 21η.

Πτολεμαϊκή και Ρωμαϊκή Αίγυπτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποιες νομές προστέθηκαν ή άλλαξαν όνομα κατά την περίοδο της Πτολεμαϊκής και Ρωμαϊκής κατάκτησης της Αιγύπτου. Για παράδειγμα, οι Πτολεμαίοι μετονόμασαν την νομή της Κροκοδειλόπολις σε Αρσινόη. Ο Αδριανός δημιούργησε μια νέα νομή, την Αντινοοπολιτική, με πρωτεύουσα την Αντινοόπολη (Ἀντινόου πόλις).

Ο Νομάρχης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοικητής της Νομής ήταν ο Νομάρχης. Η θέση του Νομάρχη ήταν κατά καιρούς κληρονομική, ενώ κατά άλλες περιόδους διοριζόταν από τον Φαραώ. Γενικά, σε περιόδους που η κεντρική διακυβέρνηση ήταν ισχυρή, η νομάρχες ήταν κυβερνήτες διορισμένοι από τον Φαραώ. Όταν όμως η κεντρική διακυβέρνηση ήταν αδύναμη, -όπως σε περιόδους ξένης εισβολής και κατάκτησης ή εμφυλίων πολέμων-, ξεχωριστές νομές ενίσχυαν την εξουσία τους και εγκαθιστούσαν κληρονομική διαδοχή νομαρχών. Οι διαμάχες μεταξύ αυτών των κληρονομικών φεουδαρχών ήταν συνηθισμένες, για παράδειγμα κατά τη διάρκεια της Πρώτης μεταβατικής περιόδου, μιας περιόδου που γνώρισε την κατάρρευση της κεντρικής διακυβέρνησης που διήρκησε από περίπου από την 6η ως την 11η Δυναστεία, μέχρι που ένας τοπικός ηγεμόνας (ο Μεντουχοτέπ Β') μπόρεσε να επιβάλει τον έλεγχο του σε ολόκληρη τη χώρα ως Φαραώ.

Επιβίωση των νομών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μορφή των νομών επιβίωσε κατά την πτολεμαϊκή περίοδο και μέχρι την Ρωμαϊκή περίοδο. Στην περίοδο της Ρωμαϊκής κατάκτησης, η νομές έκοβαν δικό τους νόμισμα, το λεγόμενο "νόμισμα της νομής", το οποίο αντανακλούσε προσωπικές και τοπικές συνδέσεις και παραδόσεις. Η νομές της Αιγύπτου διατήρησαν την αρχική τους σημασία ως διοικητικές περιφέρειες μέχρι την θεμελιώδη αναδιάταξη του κράτους και της γραφειοκρατίας κατά τη βασιλεία των Διοκλητιανού και Μέγα Κωνσταντίνου.

Από το 307-8 μ.Χ., τη θέση των νομών πήραν μικρότερες διοικητικές υποδιαιρέσεις που ονομαζόταν pagi (ενικός pagus). Τελικά από το σύστημα ανήρθαν ισχυροί τοπικοί αξιωματούχοι που ονομάστηκαν «πάγαρχοι» , από τους οποίους απέρρεαν οι σχέσεις εξουσίας. Στην αρχή ο ρόλος τους ήταν η οργάνωση της συλλογής των φόρων, ενώ κατόπιν απέκτησαν και στρατιωτικές αρμοδιότητες. Συνήθως ήταν πλούσιοι φεουδάρχες που κυβερνούσαν το φέουδο (pagus) της καταγωγής τους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Herodotus, Euterpe, 2.4.1 and 2.99.1ff.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Alan K. Bowman (1990). Egypt After the Pharaohs. Oxford University Press.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Nome (Egypt) της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).