Νιου Μπράνσγουικ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Νιού Μπράνζγουικ)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η θέση του Νέου Μπράνσγουικ στην Β. Αμερική.
Συνοπτικός πολιτικός χάρτης του Νέου Μπράνσγουικ.

Το Νέο Μπράνσγουικ ή Νέα Βρουνσβίκη (αγγλ.: New Brunswick IPA [njuː 'brʌnzwɪk], γαλλ.: Nouveau-Brunswick) είναι επαρχία του Καναδά στις ακτές του Ατλαντικού.[1]

Το Νέο Μπράνσγουικ έχει έκταση 72.908 τ.χλμ., δηλαδή όση έκταση έχει περίπου και η Ιρλανδία. Ο πληθυσμός του Νέου Μπράνσγουικ ανέρχεται σε 750.000 κατοίκους (εκτίμηση 2006), που στην πλειονότητα τους είναι αγγλόφωνοι, ενώ υπάρχει μία σημαντική μειονότητα (περίπου 35%) των κατοίκων που είναι γαλλόφωνοι Ακαδιανοί. Το Νέο Μπράνσγουικ είναι η μόνη επισήμως δίγλωσση επαρχία του Καναδά (αγγλικά/γαλλικά). Πρωτεύουσα της επαρχίας είναι το Φρέντρικτον ή Φρέντερικτον.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γέφυρα «J.C. Van Horne» πάνω από τον ποταμό Ρέστιγκους (Restigouche) ενώνει το Κάμπελτον του Νέου Μπράνσγουικ με το Κεμπέκ.

Το Νέο Μπράνσγουικ δυτικά και νότια συνορεύει με την αμερικανική πολιτεία του Μέιν. Βορειοδυτικά συνορεύει με την Χερσόνησο της Γκασπεζίας (Γκασπεζί) του Κεμπέκ, και βορειοανατολικά βρέχεται από τον Κόλπο της Ζέστης (γαλλ.: Baie des Chaleurs). Ανατολικά βρέχεται από τον Ατλαντικό, και συνδέεται με την Νέα Σκωτία με τον στενό Ισθμό του Τσιγκνέτο (αγγλ.: Isthmus of Chignecto). Νοτιοανατολικά βρέχεται από τα νερά του Κόλπου του Φάντυ.

Η επαρχία χαρακτηρίζεται από χαμηλούς λόφους και βουνά, που αποτελούν μέρος της οροσειράς των Αππαλαχίων. Το 80% του εδάφους του Νέου Μπράνσγουικ καλύπτεται από δάση. Την επαρχία διασχίζουν πολλά ποτάμια, τα οποία είναι πλούσια σε σολωμό.

Τα κυριότερα αστικά κέντρα της επαρχίας βρίσκονται στα νότια: ο Άγιος Ιωάννης (Saint John, Saint-Jean, 120.000 κάτοικοι), το Μόνκτον (Moncton, 130.000 κάτοικοι), και η πρωτεύουσα Φρέντρικτον (Fredericton, Frédéricton, 85.000 κάτοικοι). Στα νότια της επαρχίας βρίσκονται και οι μικρές πόλεις Σάκβιλ (Sackville, 5.400 κάτοικοι), Άγιος Στέφανος (St. Stephens, 4.700 κάτοικοι), Σάσεξ (Sussex, 4.200 κάτοικοι). Στα βόρεια της επαρχίας βρίσκονται τα μικρά αστικά κέντρα Μέγας Καταρράκτης (Grand Falls/Grand-Sault, 5.900 κάτοικοι), Κάμπελτον (Cambelton, 7.800 κάτοικοι), Έντμουνστον (Edmunston, 17.300 κάτοικοι), Μπάθαρστ (Bathurst, 12.900 κάτοικοι), Καρακέτ (Caraquet, 4.400 κάτοικοι), Σιπαγκάν (Shippagan, 2.900 κάτοικοι), Τρακαντί (Tracadie, 4.700 κάτοικοι) και Μιραμισί (Miramichi, 18.500 κάτοικοι).

Το Φρέντρικτον είναι το διοικητικό, εκπαιδευτικό και πολιτιστικό κέντρο της επαρχίας. Κοντά στο Φρέντρικτον βρίσκεται και μεγάλη βάση του Καναδικού Στρατού. Ο Άγιος Ιωάννης είναι μεγάλο λιμάνι και μεγάλο βιομηχανικό κέντρο με διυλιστήρια, βιομηχανίες χαρτοπολτού και χαρτιού και σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (θερμικό και πυρηνικό). Το Μόνκτον είναι μεγάλο εμπορικό κέντρο και η πρώτη πόλη του Καναδά που έγινε επισήμως δίγλωσση.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ακτές του Κόλπου του Φάντυ διακρίνονται για την εντυπωσιακή άνοδο και πτώση της στάθμης της θάλασσας. Στην εικόνα παρουσιάζεται η ακτή κατά την περίοδο της πλημμυρίδας (αριστερά) και της άμπωτης (δεξιά).

Πριν από την άφιξη ευρωπαίων εποίκων, την περιοχή του σημερινού Νέου Μπράνσγουικ όριζαν οι αυτόχθονες φυλές Μίκμακ, Μαλισήτ (Maliseet) και Πασαμάκουοντυ (Passamaquoddy), με κυριότερη την πρώτη.

Ο πρώτος Ευρωπαίος που εξερεύνησε την περιοχή ήταν ο γάλλος θαλασσοπόρος Ζακ Καρτιέ, το 1534. Από το 1604, γάλλοι έποικοι άρχισαν να εγκαθίστανται στα νότια της επαρχία γύρω από τον Κόλπο Φάντυ, αλλά και βόρεια γύρω από το σημερινό Μπάθαρστ, για να δημιουργήσουν την αποικία της Ακαδίας.

Το 1713, όλη σχεδόν η σημερινή Νέα Σκωτία έπεσε στα χέρια των Βρετανών, με αποτέλεσμα οι Ακαδιανοί να περιοριστούν στο Νέο Μπράνσγουικ και στα βόρεια της Νέας Σκωτίας γύρω από το οχυρό Λούισμπουργκ. Στον Ισθμό Τσιγκνέκτο που ενώνει το Νέο Μπράνσγουικ με την Νέα Σκωτία, οι Γάλλοι έκτισαν δύο οχυρά, το Οχυρό Μπωσεζούρ (Fort Beausejour) και το Οχυρό Γκασπαρώ (Fort Gaspareaux) προκειμένου να εμποδίσουν μία νέα προέλαση των Βρετανών.

Το 1755, με την έναρξη του Βρετανογαλλικού πολέμου που διήρκεσε μέχρι το 1763, οι Βρετανοί κατέλαβαν το Οχυρό Μπωσεζούρ. Ο βρετανός αντισυνταγματάρχης Ρόμπερτ Μόνκτον διέταξε κατόπιν την βίαιη εκδίωξη όλων των Ακαδιανών από την περιοχή, φοβούμενος μία πιθανή εξέγερσή τους. Το γεγονός αυτό πέρασε στην ιστορία των Ακαδιανών ως η Μεγάλη Αναταραχή. Το 1759 έπεσε στα χέρια των Βρετανών και το γαλλικό Οχυρό Άννα (Fort Anne, το σημερινό Φρεντρικτον), οπότε η κυριαρχία των Βρετανών στην περιοχή έγινε απόλυτη.

Κατά την διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης, «Πιστοί στο Στέμμα» άποικοι (αγγλ. Loyalists) από την Νέα Αγγλία μετακινήθηκαν βόρεια και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του σημερινού Αγίου Ιωάννη. Η αποικιακή διοίκηση της Νέας Σκωτίας εκτίμησε ότι τα εδάφη πέρα από τον Ισθμό του Τσιγκνέκτο ήταν πολύ απόμακρα για τον αποτελεσματικό έλεγχό τους, και έτσι, στις 16 Αυγούστου του 1784, δημιούργησε επισήμως την αποικία του Νέου Μπράνσγουικ. Την ίδια περίπου εποχή, πολλοί από τους διωγμένους Ακαδιανούς επέστρεψαν στο Νέο Μπράνσγουικ, αλλά εγκαταστάθηκαν στα ΒΑ παράλια της επαρχίας προκειμένου να είναι μακριά από τους βρετανούς αποίκους.

Το 1838, το Νέο Μπράνσγουικ και η γειτονική αμερικανική πολιτεία του Μέιν έφτασαν στα πρόθυρα του πολέμου για συνοριακές διαφορές. Τελικά, η συνοριακή γραμμή καθορίστηκε με συμφωνία το 1842. Το 1867, η κυβέρνηση του Νέου Μπράνσγουικ συνυπέγραψε την ιδρυτική πράξη της Καναδικής Συνομοσπονδίας, προς απογοήτευση της πλειονότητας των κατοίκων οι οποίοι επιθυμούσαν να παραμείνουν αποικία του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η σημερινή σημαία του Νέου Μπράνσγουικ, έγινε επίσημη το 1965. Φέρει τον αγγλικό λέοντα και το ιστιοφόρο που κοσμούσαν και τον θυρεό της αποικίας του Νέου Μπράνσγουικ το 1868.

Καθ' όλη την διάρκεια του 19ου αι., έποικοι από την Βρετανία και την Ιρλανδία συνέχισαν να εγκαθίστανται στην περιοχή. Στον Άγιο Ιωάννη και στο Μιραμισί αναπτύχθηκε πολύ η ναυπηγική. Η υλοτομία και η γεωργία ήταν δύο άλλοι τομείς της οικονομίας που γνώρισαν μεγάλη άνθηση κατά τον 19ο αι. Μετά την ίδρυση της Καναδικής Συνομοσπονδίας, οι σχέσεις του Καναδά με τις ΗΠΑ επιδεινώθηκαν με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι εξαγωγές προϊόντων από το Νέο Μπράνσγουικ προς την γειτονική Νέα Αγγλία. Μόνο στις αρχές του 20ού αι., η οικονομία του Νέου Μπράνσγουικ μπήκε και πάλι σε ανοδική πορεία, κυρίως με την ανάπτυξη της χαρτοβιομηχανίας.

Οι Ακαδιανοί, αν και αποτελούσαν σημαντική μερίδα του πληθυσμού, εντούτοις παρέμεναν πάντα στο περιθώριο των εξελίξεων. Η κατάσταση άλλαξε το 1960 με την εκλογή του Λουί Ρομπισώ (Louis Robichaud) στην πρωθυπουργία της επαρχίας. Το 1969, το Νέο Μπράνσγουικ αναγνώρισε και τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αυτοκρατορικό Θέατρο (New Brunswick Imperial Theatre) στον Άγιο Ιωάννη του Νέου Μπράνσγουικ. Δείγμα της βρετανικής αποικιακής αρχιτεκτονικής του 19ου αι.

Η οικονομία του Νέου Μπράνσγουικ βασίζεται σε πολλούς τομείς. Ο πρωτογενής τομέας περιλαμβάνει σύγχρονη γεωργία, υλοτομία στα πλούσια δάση της περιοχής, μεταλλεία στο Βόρειο Νιέυ Μπράνσγουικ (Μπάθαρστ) και σημαντικό αλιευτικό στόλο. Στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη λειτουργούν μεγάλα εργοστάσια, όπως διυλιστήρια και ναυπηγεία. Το Φρέντρικτον είναι σημαντικό διοικητικό κέντρο, ενώ το Μόνκτον αποτελεί σημαντικό εμπορικό κόμβο. Τα τελευταία χρόνια, σημαντική ανάπτυξη έχει σημειώσει και ο τομέας του τουρισμού.

Στην οικονομική ζωή της επαρχίας επικρατούν δύο οικογενειακοί όμιλοι επιχειρήσεων, ο όμιλος Irving με διυλιστήρια, πρατήρια διανομής καυσίμων, εργοστάσια επεξεργασίας ξύλου, κ.λπ., και ο όμιλος McCain που ειδικεύεται στο εμπόριο προτηγανισμένης πατάτας σε όλον τον κόσμο.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επαρχία του Νέου Μπράνσγουικ διακρίνεται για τα φυσικά της κάλλη. Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση της επαρχίας προσπαθεί να αναπτύξει τον τουρισμό στην περιοχή με την προβολή των εντυπωσιακών παραλιών στον Κόλπο του Φάντυ, της βρετανικής αποικιακής ιστορίας και της γαλλόφωνης (ακαδιανής) πολιτιστικής παράδοσης.

Η μακρύτερη στον κόσμο σκεπαστή γέφυρα βρίσκεται στο Χάρτλαντ του Νέου Μπράνσγουικ.

Ο επισκέπτης μπορεί επίσης να θαυμάσει τους φάρους στις ακτές του Ατλαντικού και τις παλιές σκεπαστές γέφυρες που ενώνουν τις όχθες πολλών ποταμών. Μπορεί ακόμα να φάει άφθονα ψάρια, κάβουρες, αστακούς και θαλασσινά, καθώς και να δοκιμάσει το ψάρεμα του σολωμού στον ποταμό Μιραμισί.

Δημογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ακρωτήριο του Θυμού (Cape Enrage) στο Νέο Μπράνσγουικ.

Οι σημερινοί κάτοικοι του Νέου Μπράνσγουικ είναι στην πλειονότητα (~60%) αγγλόφωνοι απόγονοι εποίκων από την Βρετανία και την Ιρλανδία. Οι γαλλόφωνοι αποτελούν περίπου το 30% του πληθυσμού και κατοικούν κυρίως στην Ακαδιανή χερσόνησο και στα ΒΑ της επαρχίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2001, οι αυτόχθονες (κυρίως Μίκμακ) αποτελούν μόνον το 3,31% του πληθυσμού του Νιου Μπράνσγουικ.

Οι κάτοικοι του Νέου Μπράνσγουικ είναι στην πλειονότητα χριστιανοί καθολικοί (53%) και διαμαρτυρόμενοι (36%) στο θρήσκευμα.

Κατά την πενταετία 19962001, ο πληθυσμός της επαρχίας παρουσίασε μείωση κατά 1,2%, η οποία αποδίδεται κυρίως στην οικονομική ύφεση που χτύπησε τον πρωτογενή τομέα (απαγόρευση της αλιείας μπακαλιάρου, πτώση των τιμών της ξυλείας και των μεταλλευμάτων, κ.λπ.).

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το τοπωνύμιο Νέα Βρουνσβίκη (αγγλ. New Brunswick) χρησιμοποιείται και αλλού, με πιο γνωστή την ομώνυμη πόλη στην Πολιτεία της Νέας Ιερσέης των ΗΠΑ (αγγλ.: New Brunswick, New Jersey). Η ονομασία Βρουνσβίκη (αγγλ.: Brunswick) έχει προέλευση γερμανική και αναφέρεται στον Οίκο του Ανόβερου ή Οίκο του Μπράουνσβαϊκ (γερμ.: Braunschweig) της Κάτω Σαξονίας, από όπου κατάγονταν ο βρετανός μονάρχης Γεώργιος Γ΄ (18381820), με διάταγμα του οποίου ιδρύθηκε η «αποικία» του Νέου Μπράνσγουικ. Η λέξη Brunswick στα αγγλικά σημαίνει «το χωριό του Μπρούνο» (Bruno's wick).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα New Brunswick της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).