Νικόλαος Τρικούπης
Ο Νικόλαος Τρικούπης ήταν Έλληνας στρατηγός, ηγετική μορφή της Μικρασιατικής εκστρατείας.
Γεννήθηκε το 1869 στο Μεσολόγγι. Ήταν γιος του Θεμιστοκλή Τρικούπη και αδελφός του Κωνσταντίνου Τρικούπη. Εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων από την οποία και αποφοίτησε το 1888 ως ανθυπολοχαγός πυροβολικού. Στη συνέχεια μετέβη στη Γαλλία, όπου και ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του εκπαίδευση, παραμένοντας εκεί επί μια επταετία (1889-1895). Μετά την επιστροφή του συμμετείχε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 στο επιτελείο της 1ης Μεραρχίας. Το 1904 μετετέθη στο συγκροτούμενο τότε Σώμα Γενικών Επιτελών, μετά τη κατάργηση του οποίου επανήλθε στο όπλο του.
Στους Βαλκανικούς πολέμους διετέλεσε επιτελάρχης της 3ης Μεραρχίας υπό τον υποστράτηγο Δαμιανό. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους διετέλεσε διαδοχικά διοικητής συντάγματος πυροβολικού, επιτελάρχης του Γ΄ Σώματος Στρατού, καθώς και υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βρέθηκε στο Μακεδονικό μέτωπο ως συνταγματάρχης, όταν ανέλαβε διοικητής της 3ης Μεραρχίας, από της αρχής της εισόδου της Ελλάδος στον πόλεμο και σε ολόκληρη τη νικηφόρα προέλαση του Ελληνικού Στρατού μέχρι των Σερβοβουλγαρικών συνόρων στο Πιρότ, προαχθείς σε υποστράτηγο.
Μετείχε στη Μικρασιατική εκστρατεία. Ήταν διοικητής του Α' σώματος στρατού στη περιοχή Αφιόν Καραχισάρ. Δυστυχώς όμως ο Τρικούπης αν και ηγείτο 5 Μεραρχιών και μετά από σειρά στρατηγικών λαθών, με σοβαρότερο το γεγονός της μη ανάπτυξης αναγκαίων, για τόσες μεγάλες στρατιωτικές μονάδες που διοικούσε, προκεχωρημένων φυλακίων και δικτύου παρατηρητών, δεχόμενος αιφνίδια επίθεση διπλάσιων αριθμητικά εχθρικών δυνάμεων, αντί να απαγκιστρωθεί της περιοχής, άφησε και περικυκλώθηκε εξ αυτών, με αποτέλεσμα να επέλθει το μοιραίο ρήγμα του μετώπου στην κοιλάδα Αλή Βεράν με τη γνωστή κατάληξη της κατάρρευσης ολόκληρου του μετώπου και την άτακτη φυγή όσων πρόλαβαν από την αιχμαλωσία. Ο ίδιος συνελήφθη αιχμάλωτος και επέστρεψε στην Ελλάδα κατά την ανταλλαγή αιχμαλώτων το 1923[1], οπότε και αποστρατεύθηκε, χωρίς ποτέ να κληθεί σε απολογία.
Το 1927, αντίθετα με τα προηγηθέντα των ευθυνών του, ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία και προάχθηκε σε αντιστράτηγο, με τον βαθμό τον οποίο και τελικά αποστρατεύθηκε. Επιπρόσθετα με τα πολιτικά δρώμενα της εποχής κατά το χρονικό διάστημα 1928-1930 διετέλεσε και Νομάρχης Αττικοβοιωτίας. Τιμήθηκε με πολλά ελληνικά ανώτατα παράσημα. Σύζυγός του ήταν η Ελένη, το γένος Κορδέλλα.
Έγραψε τα έργα «Εκγύμνασις ίππου» (1898), «Ταχεία μέθοδος προς κανονισμόν βολής πυροβολικού» (1900) και «Αναμνήσεις επεισοδίων και γεγονότων εκ των πολέμων μας» (1930). Πέθανε το 1956.
Το 1896 κατά την παραμονή του στην Αθήνα πήρε μέρος στους Α' Ολυμπιακούς αγώνες στη σκοποβολή. Στους αγώνες που έγιναν στο σκοπευτήριο Καλλιθέας ήταν τρίτος στη βολή με πολεμικό όπλο από 200 μ . με 1718 βαθμούς[2].
[Επεξεργασία] Σημειώσεις
- ↑ Κατά ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες λέγεται ότι ανταλλάχθηκε με τον τούρκο στρατηγό Τζαφέρ Ταγιάρ.
- ↑ Σύντομο βιογραφικό από τον ΣΕΓΑΣ [1]
|
|||||||||||||