Νικοτσάρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νίκος Τσάρας, γνωστότερος ως Νικοτσάρας, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους και ηρωικότερους αρματολούς του Ολύμπου και έζησε το διάστημα 1774-1807.

Η ζωή και η δράση του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε το 1774 στο χωριό Γιαννωτά, στις πλαγιές του Ολύμπου και πατέρας του ήταν ο κλεφταρματολός Πάνος Τσάρας. Σε ηλικία 18 χρονών, μετά τη δολοφονία του πατέρα του, κατέφυγε στην φιλική προς την οικογένεια του φατρία των Λαζαίων, μαζί με τον αδερφό του Κώστα και με τη βοήθεια τους έγινε αρχηγός του αρματολικιού στο Βλαχολίβαδο και διακρίθηκε για τη φιλοτιμία του, την αφιλοχρηματία του και τα σωματικά του χαρίσματα. Απέδειξε ότι είχε ηγετικά προσόντα όταν βρέθηκε στη δίνη της βεντέτας της οικογένειας του με τον κλεφτοκαπετάνιο Βλαχοθόδωρο και όταν ξεσήκωσε την περιοχή του Ολύμπου, κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου τη περίοδο 1792 με 1794, εναντίον των πασάδων της Μακεδονίας. Ακόμα ο ιστορικός Κασομούλης αναφέρει ότι ο Νικοτσάρας είχε επαφές με τον Έλληνα ναύαρχο του ρωσικού ναυτικού, Λάμπρο Κατσώνη, για παράλληλα χτυπήματα από στερία και θάλασσα στην ευρύτερη περιοχή του Ολύμπου και της Μακεδονίας. Όταν οι Ρώσοι με τους Οθωμανούς έκλεισαν ειρήνη, ο Αλή πασάς κατεδίωξε τους κλέφτες που συνεργάστηκαν μαζί τους. Έτσι ο Νικοτσάρας με τους συνεργάτες του, τους Λαζαίους, τον Βέργο και τον Χαρίση, κατέφυγε στις Σποράδες και έκανε πειρατικές επιδρομές στα παράλια για να αποδυναμώσει τον Αλή πασά, που πολεμούσε ήδη σε άλλο μέτωπο. Εκείνη τη περίοδο ο πασάς του Βιδηνίου, Οσμάν Πασβανόγλου, παλίος συνεργάτης του Ρήγα Φεραίου, είχε αποστατήσει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αναγκάζοντας πολλούς πασάδες της ηπειρωτικής Ελλάδας να στείλουν δυνάμεις να τον υποτάξουν. Ο Νικοτσάρας παρέμεινε πειρατής μέχρι το 1801 όποτε και ο Αλή πασάς του ξαναπαρέδωσε το αρματολικι στο Βλαχολίβαδο, αλλά οι σχέσεις τους οδηγήθηκαν πάλι σε ρήξη και ο φημισμένος πλέον κλέφτης άνοιξε πόλεμο ξανά στον πασά.

Το 1802 έλαβε μέρος στην Επανάσταση της Σερβίας με δύναμη 550 ανδρών. Το 1804 δολοφόνησε έναν αξιωματούχο του πασά και μετά ξεκίνησε πάλι να παρενοχλεί τους προύχοντες και τους Οθωμανούς του Ολύμπου. Όταν όλη η περιοχή, Έλληνες κλέφτες πρώην εχθροί του πατέρα του μαζί με τους Τούρκους και τους κοτζαμπάσηδες, εναντιώθηκε στον Νικοτσάρα και τον επικυρήξανε εκείνος κατέφυγε στην Ύδρα, όπου ο Λάζαρος Κουντουριώτης, του απένειμε την υπηκοότητα της νεοϊδρυθείσας, Ιονίου Πολιτείας. Τον Ιούνιο του 1807, και ενώ είχε ξεσπάσει ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος, ο Ρώσος ναύαρχος Δημήτριος Σινιάβιν τον κάλεσε στην Τένεδο και του πρότεινε συνεργασία κατά των Τούρκων. Κέρδισε τους Τούρκους στο (Άνω) Νευροκόπι και το Μελένικο της βορειοανατολικής Μακεδονίας, στη συνέχεια όμως αναγκάσθηκε σε υποχώρηση, κοντά στο Πράβι (Ελευθερούπολη Καβάλας) όταν ο κινήθηκε εναντίον του ο Ισμαήλ μπέης, πασάς των Σερρών, με 8.000 στρατιώτες. Ο Νικοτσάρας διέθετε 400 περίπου Έλληνες, από τον Όλυμπο και μερικούς που στρατολόγησε κοντά στο Στρυμώνα, ενώ μαζί του είχαν συνταχθεί και 120 εμπειροπόλεμοι Αλβανοί. Ο Ισμαήλ μπέης τους πολιορκούσε για 3 μέρες ώσπου παραδόθηκαν οι 120 Αλβανοί πολεμιστές του Νικοτσάρα. Εκείνο το βράδυ αποφάσισε ο "Αετός του Ολύμπου", όπως τον ανέφερε ενίοτε ο Νικόλαος Κασομούλης, να επιχειρήσει έξοδο από το στρατόπεδο του μέσα από τις τουρκικές γραμμές. Η έξοδος ήταν επιτυχής αλλά με τρομερές απώλειες, συνυπολογίζοντας τις 3 μέρες που ήταν πολιορκημένοι, απέμειναν μόνο 60 Έλληνες μαχητές. Αυτοί οι λίγοι που απέμειναν πέρασαν στο Άγιο Όρος, μετά στη Σκιάθο και έπειτα στον Όλυμπο.

Η δράση του Νικοτσάρα συνεχίστηκε, τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα. Έγινε υπαρχηγός στον πειρατικό στόλο του Σταθά και πέτυχε καίρια πλήγματα κατά του τουρκικού στόλου στη Μακεδονία και στην Εύβοια. Η μοίρα του δεν ήθελε να πάρει μέρος στον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1821, καθώς τραυματίστηκε θανάσιμα από πυροβολισμό Τούρκων στην παραλία κοντά στο Λιτόχωρο, τον Ιούλιο του 1807, λίγο μετά τη νίκη του επί ισχυρής δύναμης Τουρκαλβανών στις ακτές της πόλης. Ο Νικοτσάρας πέθανε στο καράβι του και ενταφιάστηκε στη Σκιάθο, κοντά στη Μονή της Ευαγγελίστριας, όπου υπάρχει και το λεγόμενο «ρέμα του Νικοτσάρα». Το όνομά του δόθηκε σε χωριό της Δράμας, με 309 κατοίκους (απογραφή 2001).

Είπαν για αυτόν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε πει ότι: "Η προσφορά του στον αγώνα μας, θα ήταν μεγάλη εάν ζούσε τώρα"
  • Ο Κασομούλης διηγείται ότι ακόμα και τις τελευταίες του ώρες τις πέρασε ατάραχος και ψύχραιμος όπως ήταν σε όλη του τη ζωή: "...επιτυχόντες να τον πληγώσουν καιρίως εις το υπογάστριον..επεστρέψας αταράχως εις το πλοιάριον του μετά μιας ώραν ξεψύχησε."
  • Το δημοτικό μας τραγούδι κατέγραψε την ηρωική έξοδο του Νικοτσάρα στο Πράβι:
"Ο Νικοτσάρας πολεμά με τρία βιλαέτια, τη Ζίχνα και το Χάντακα, το έρημο το Πράβι
Τρεις μέρες κάμει πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες.
Χιόν'έτρωγαν, χιόν'έπιναν, και τη φωτιά βαστούσαν.
Τα παλικάρια φώναξε στις τέσσερις ο Νίκος
-Ακούστε, παλικάρια μου, ολίγα και αντρειωμένα,
σίδερο βάλτε στην καρδία και χάλκωμα στα στήθη.
Αύριο πόλεμο κακόν έχομεν με τους Τούρκους.
Αύριο να πατήσουμε, να πάρουμε το Πράβι.
Το δρόμο πήραν σύνταχα κι έφθασαν στο γιοφύρι.
Ο Νίκος με το δαμασκί τον άλυσο του κόφτει.
Φεύγουν οι Τουρκοι σαν τραγιά, πίσω το Πράβι αφήνουν."

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ράπτης Γ., Όλυμπος, Πιέρια Βέρμιο και Άθως στη ζωή των Μακεδόνων, εκδ. Όλυμπος, 1996.
  • Συλλογικό έργο, Εγκυκλοπαίδεια Παιδεία, Μαλλιάρης Παιδεία, τόμος 17, Θεσσαλονίκη, 2006.
  • ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΝΙΚΟΤΣΑΡΑΣ-Ο Αετός του Ολύμπου, Βαρσάμη Δ., τεύχος 96, εκδόσεις ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ, Αύγουστος 2004
  • Mittheilungen aus der Geschichte und Dichtung der Neu-Griechen. Zweiter Band. Coblenz: Jacob Hölscher. 1825. http://www.archive.org/details/mittheilungenau00dergoog. Ανακτήθηκε στις 28 Μαρτίου 2010.