Ναυτική Βάση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο Ναυτική Βάση (αγγλικά: Naval Base, γαλλικά: Base navale ), χαρακτηρίζεται γενικά μία θαλάσσια ή ποτάμια ασφαλής θέση (λιμένας, όρμος κ.λπ.) όπου μπορούν να ελλιμενίζονται, ή να ναυλοχούν μόνιμα, πολεμικά πλοία για ανεφοδιασμό, επισκευή, συντήρηση, ανάπαυση πληρωμάτων κ.λπ. και από την οποία μπορούν ν΄ αποπλέουν ταχύτατα, όταν παραστεί ανάγκη, έτοιμα προς δράση.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αντίθεση με το στρατό ξηράς που εν καιρώ επιχειρήσεων μπορεί ν΄ ανεφοδιάζεται με οποιονδήποτε τρόπο σχεδόν καθημερινά, τα πολεμικά πλοία φέρουν αρκετές ποσότητες τροφίμων, πυρομαχικών, καυσίμων και ανταλλακτικών καθώς και άλλων αναλωσίμων υλικών που τους επιτρέπουν να καλύπτουν τις ανάγκες τους για μακρύτερο διάστημα ή περιόδους ανάλογα του τύπου τους χωρίς έτσι να μειώνεται η πολεμική τους ισχύς και δραστηριότητα. Τα καταδρομικά και τα υποβρύχια έχουν κατά κανόνα την μεγαλύτερη αυτονομία.
Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα αμερικανικά και ιαπωνικά καταδρομικά που προορίζονταν για δράση στον Ειρηνικό Ωκεανό μπορούσαν, θεωρητικά τουλάχιστον, να πλέουν με οικονομική ταχύτητα επί ένα μήνα χωρίς ανεφοδιασμό, ενώ τα μεγάλα υποβρύχια μπορούσαν να εκτελέσουν περιοδείες επί ένα τετράμηνο περισσότερο των προηγουμένων.

Επειδή όμως κάθε πολεμικό πλοίο χρειάζεται ανεφοδιασμό σε τακτές χρονικές περιόδους, αλλά και υπό τις σημερινές συνθήκες των πολεμικών επιχειρήσεων είναι αδύνατον να παραμείνουν επί μακρόν στην ανοικτή θάλασσα λόγω του κινδύνου ν΄ αποτελέσουν στόχο από υποβρύχια, πυραύλους και αεροσκάφη, εκτός αν κινούνται με μεγάλη ταχύτητα, οι ναυτικές δυνάμεις πρέπει να διαθέτουν ασφαλείς θέσεις όπου να μπορούν αυτά να ανεφοδιάζονται, να επισκευάζονται ή ν' αναπαύονται τα πληρώματά τους και σε έκτακτη ανάγκη ν' αποπλέουν.

Συνέπεια των παραπάνω είναι η δημιουργία των ναυτικών βάσεων που αποτελεί την κυρίαρχη επιμέλεια των ναυτικών διοικήσεων διοικητικής μέριμνας και υποστήριξης των πολεμικών στόλων.

Διάκριση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ναυτικές βάσεις διακρίνονται σε "μόνιμες" και "προσωρινές". Στις μόνιμες περιλαμβάνονται οι από καιρού ειρήνης υφιστάμενοι ναύσταθμοι οι οποίοι διακρίνονται με τη σειρά τους σε πρωτεύοντες και δευτερεύοντες, ανάλογα της γεωγραφικής τους θέσης.
Οι προσωρινές βάσεις είναι περισσότερο βάσεις επιχειρήσεων που προστίθενται εν καιρώ πολέμου επιχειρησιακά στις μόνιμες βάσεις. Συνηθέστερα αποτελούν διάφορα αγκυροβόλια προστατευμένων όρμων στα οποία ναυλοχούν βοηθητικά πλοία του στόλου, όπως π.χ. πετρελαιοφόρα, υδροφόρα, πλωτά συνεργεία, ρυμουλκά, πλοία ανεφοδιασμού πυρομαχικών, κ.λπ. στα οποία προσεγγίζουν τα πλοία του στόλου.

Στις μεγάλες μόνιμες ναυτικές βάσεις που συνηθέστερα πρόκειται για πρωτεύοντες ναυστάθμους ο ελλιμενισμός των πολεμικών πλοίων γίνεται κατά τον τύπο ενός εκάστου και όχι ανακατεμένα ή όπου βρει ελεύθερο προβλήτα το καθένα.
Συνέπεια αυτού είναι να περιλαμβάνονται σ΄ αυτές επιμέρους μικρότερες ναυτικές βάσεις ανάλογα των τύπων των πολεμικών πλοίων για τους οποίους έχουν διαμορφωθεί με ανάλογες εγκαταστάσεις εξυπηρέτησης, π.χ. "βάση υποβρυχίων", "βάση αντιτορπιλικών", "βάση ναρκαλιευτικών", "βάση ταχυπλόων σκαφών", κ.λπ.
Τέλος υποδιαίρεση αυτών είναι οι "βάσεις στολίσκων πλοίων", ή "ναυτικών μοιρών", π.χ. "βάση Α΄ Μοίρας Α/Τ", ή "Β΄ Στολίσκου Ν/Α", κ.ά. Η τελευταία αυτή υποδιαίρεση μπορεί ν΄ απαντάται και ως χαρακτηρισμός προσωρινών βάσεων για συγκεκριμένους τύπους πλοίων, π.χ. το Πόρτο Κουφό αποτέλεσε στον Β΄ Π.Π. γερμανική προσωρινή ναυτική βάση υποβρυχίων.

Υπαγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιχειρησιακά οι ναυτικές βάσεις υπάγονται στη Διοίκηση Διοικητικής Μέριμνας του εκάστου Πολεμικού Ναυτικού. Παρόμοιες βάσεις διαθέτουν και οι υπηρεσίες ακτοφυλακής των διαφόρων Χωρών, καλούμενες ιδιαίτερα "Βάσεις Ακτοφυλακής".

Στρατηγική σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στρατηγική αξία μιας ναυτικής βάσης εξαρτάται κυρίως από τη γεωγραφική της θέση, τον χρόνο, και τις περιστάσεις εξελίξεων. Συνεπώς η σπουδαιότητά της, στο πέρασμα του χρόνου κρίνεται περισσότερο σχετική.

Για παράδειγμα η σπουδαιότητα των αγγλικών ναυστάθμων παρά τις εκβολές του Τάμεση, όπως επίσης και των ναυστάθμων του Τσάθαμ (Chatham) και του Σίρνες (Sheerness), οι οποίοι χρονολογούνται από τον 17ο αιώνα, και δημιουργήθηκαν για την τότε αντιμετώπιση του ολλανδικού ναυτικού, κυριολεκτικά μηδενίστηκε στον Β΄ Π.Π. λόγω της εγγύτητάς τους στις γερμανικές αεροπορικές βάσεις.
Αντίθετα ο περίφημος και ιστορικός αγγλικός ναύσταθμος Σκάπα Φλόου (Scapa Flow), που δημιουργήθηκε κατά τον Α΄ Π.Π. (1914-1918) στη Β. Σκοτία, στον Β' Π.Π., διατήρησε όλη τη σπουδαιότητά του επειδή ήταν απομακρυσμένος της Ευρωπαϊκής ηπείρου.

Παρόμοιο γεγονός υπήρξε και στη Μεσόγειο. Ο λιμένας της πρωτεύουσας της Μάλτας που υπήρξε η σπουδαιότερη αγγλική ναυτική βάση της Μεσογείου, έμεινε σχεδόν αχρησιμοποίητη, κατά τον Β΄ Π.Π., τουλάχιστον από μεγάλα πλοία γραμμής λόγω της εγγύτητάς της προς τις ιταλικές βάσεις και των συχνών ιταλικών αεροπορικών επιχειρήσεων, με συνέπεια να καταφεύγουν εκεί μόνο μικρά ελαφρά σκάφη και υποβρύχια τα οποία πολλές φορές καταδύονταν εντός του λιμένα.

Συμπέρασμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συμπέρασμα των παραπάνω είναι ότι ιδιαίτερη σημασία πρέπει ν΄ αποδίδεται κάθε φορά στον πιθανό χώρο εξέλιξης επιχειρήσεων έτσι ώστε οι βάσεις αυτών να είναι όσο το δυνατόν πλησιέστερα των ζωνών που θα πρέπει μια ναυτική δύναμη να επιτηρεί ή να απειλεί έτσι ώστε σε περίπτωση προσέγγισης του εχθρού να μπορεί να τον εκδιώκει ή να προβαίνει σε μάχη πριν επιτευχθεί ο αντικειμενικός του σκοπός ή πριν επιστρέψει στη βάση του.

Συμβαίνει πολύ τακτικά σε καιρό πολέμου οι γεωγραφικές θέσεις των μονίμων ναυτικών βάσεων να μην ανταποκρίνονται στις ανάγκες των επιχειρήσεων. Ακριβώς γι΄ αυτό τον λόγο σχεδιάζονται και οργανώνονται οι προσωρινές βάσεις οι οποίες μπορούν τουλάχιστον να ικανοποιήσουν μέχρι ενός βαθμού τις βασικές ανάγκες ενός στόλου.
Οι προσωρινές αυτές βάσεις περιλαμβάνουν μικρές εγκαταστάσεις που μπορούν να προσφέρουν περιορισμένης έκτασης επισκευές, εργασίες συντήρησης, ανεφοδιασμών κ.λπ. Είναι όμως εξοπλισμένες με εγκαταστάσεις αντιαεροπορικής και ανθυποβρυχιακής κάλυψης, (αντιαεροπορικά πυροβόλα, ανθυποβρυχιακά δίχτυα κ.λπ). Ο τρόπος σχεδιασμού οργάνωσης και ανάπτυξης αυτών των βάσεων είναι απόρρητος. Σε γενικές γραμμές ακολουθεί εκείνων των μονίμων.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σήμερα με τον όρο "Ναυτική Βάση" ή "Βάση του Πολεμικού Ναυτικού" χαρακτηρίζονται, εκτός από λιμενικές εγκαταστάσεις και χώροι όπου εδρεύουν Ναυτικές Διοικήσεις, Ναυτικά Στρατηγεία, κ.λπ., εκτός των ναυτικών οχυρών, που διατηρούν ιδία ονομασία.
  • Το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό μέχρι το 1881 χρησιμοποιούσε ως μόνιμη ναυτική βάση, ναύσταθμο, τον λιμένα του Πόρου. Έκτοτε χρησιμοποιεί ομοίως ως πρωτεύοντα ναύσταθμο αυτόν της Σαλαμίνας.
  • Στην Ελλάδα την διοίκηση όλων των ναυτικών βάσεων ασκεί η Διοίκηση Διοικητικής Μέρμνας Ναυτικού που εδρεύει στην Αθήνα (πλατεία Κλαυθμώνος), η οποία αποτελεί τον δεύτερο κλάδο, μετά το Αρχηγείο Στόλου, του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Naval operations" - Gorbert (WW I)
  • "The Navy at War" - Stubbs
  • "The Battle of the Mediterranean - Capt. D. Mclntyre 1948
  • "Το Σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό" - Μ. Ματσάκη, Αθήναι 1973
  • "Σχολή Ναυτικού Πολέμου" παραδόσεις (1990).