Ναυμαχία του Ρίβερ Πλέιτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο Ναυμαχία του Ρίβερ Πλέιτ περιγράφεται η θαλάσσια σύγκρουση (αποτελεί μέρος της Μάχης του Ατλαντικού) μεταξύ του θωρηκτού "τσέπης" Άντμιραλ Γκραφ Σπέε (γερμ. Admiral Graf Spee) και τριών συμμαχικών καταδρομικών που έλαβε χώρα στις 13 Δεκεμβρίου 1939 κοντά στις ακτές της Ουρουγουάης. Η ναυμαχία κατέληξε στην αυτοβύθιση του γερμανικού θωρηκτού στο λιμάνι του Μοντεβιδέο.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ναζιστική Γερμανία είχε ήδη εισβάλει και καταλάβει την Πολωνία. Οι Συμμαχικές δυνάμεις, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία κήρυξαν πόλεμο κατά της Γερμανίας, αλλά οι εχθροπραξίες περιορίζονταν ακόμη σε μικρές αψιμαχίες κοντά στα σύνορα Γαλλίας - Γερμανίας, ενώ οι Βρετανοί έχουν αποστείλει εκστρατευτικό σώμα στη Γαλλία. Η περίοδος αυτή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αποκλήθηκε Drôle de Guerre (γελοίος πόλεμος)[1]. Στη θάλασσα, όμως, ο πόλεμος δεν είναι ούτε γελοίος ούτε παράξενος: Ήδη ο Χίτλερ έχει εξαπολύσει τα υποβρύχια του Ναυάρχου Καρλ Ντένιτς ενώ τα ενισχύει με όσα σκάφη επιφανείας μπορεί να διαθέσει. Οι γερμανικές ναυτικές δυνάμεις επιφανείας δε θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν "αξιόλογες" με την ίδια έννοια των βρετανικών, (αργότερα) των γαλλικών ή των ιταλικών: Ως απόρροια της Συνθήκης των Βερσαλλιών η Γερμανία είχε κρυφά κατασκευάσει έναν αριθμό υποβρυχίων και πολύ λίγα αξιόλογα σκάφη επιφανείας, καθώς η συνθήκη απαγόρευε την κατασκευή υποβρυχίων και σκαφών επιφανείας με εκτόπισμα μεγαλύτερο των 10.000 τόνων, ενώ έπρεπε να ζητήσει άδεια για να εξοπλίσει σκάφη με πυροβόλα με διαμέτρημα μεγαλύτερο των 11 ιντσών.[2] Στον αντίποδα, οι Βρετανοί διέθεταν έξι μεγάλα θωρηκτά, μεταξύ των οποίων και το Χουντ (HMS Hood), το μεγαλύτερο τότε πολεμικό του κόσμου, ενώ τα HMS Repulse και HMS Reknown διέθεταν τόσο την ταχύτητα του θωρηκτού τσέπης όσο και καλύτερο εξοπλισμό και, κυρίως, θωράκιση.

Το γερμανικό θωρηκτό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Άντμιραλ Γκραφ Σπέε (1936)

Το συμβόλαιο για την κατασκευή του Άντμιραλ Γκραφ Σπέε υπογράφηκε μόλις στις 23 Αυγούστου 1932 μεταξύ του γερμανικού κράτους και του ναυπηγείου "Marine Werft" στο Βιλχελμσχάβεν. Το πλοίο ονομάστηκε πρόχειρα Panzerschiff "C" (θωρακισμένο πλοίο "C") Ο σχεδιασμός είχε ξεκινήσει από το 1923 με το ίδιο κωδικό όνομα (Panzerschiffe), αν και, όπως αποδείχτηκε, δεν ήταν ακριβώς αυτό που στο βρετανικό ναυτικό θα αποκαλούνταν θωρηκτό: Η θωράκισή του ήταν υπερβολικά λεπτή στα πλάγια (μόνον 3,1 ίντσες), ενώ δεν ήταν και ιδιαίτερα ταχύ (η σχεδίαση προέβλεπε μέγιστη ταχύτητα 26 κόμβων). Η κατασκευή του Γκραφ Σπέε ολοκληρώθηκε στις 30 Ιουνίου 1934 και ανάδοχος του σκάφους ήταν η κόμισσα Χουμπέρτα φον Σπέε (Gräfin Huberta von Spee), θυγατέρα του Ναυάρχου Κόμητα Μαξιμίλιαν φον Σπέε (Maximilian Graf von Spee), το όνομα του οποίου δόθηκε σε αυτό.[3]. Οι βοηθητικές κατασκευές μεταφέρθηκαν αμέσως στο επόμενο υπό κατασκευή σκάφος (συνολικά κατασκευάστηκαν τρία όμοια σκάφη). Η διοίκηση του σκάφους ανατέθηκε στον Πλοίαρχο (Kapitän zur See) Κόνραντ Πάτσιχ (Conrad Patzig). Το θωρηκτό εφοδιάστηκε με κινητήρες ντίζελ, που του έδιναν μεγαλύτερη ακτίνα δράσης, αλλά, σύμφωνα με τα κρατούντα της εποχής, μειωμένη αξιοπιστία. Οι δοκιμές και οι μικρές τροποποιήσεις κράτησαν μέχρι τον Απρίλιο του 1936. Αποδείχτηκε όμως ότι η ταχύτητα ήταν μεγαλύτερη από την αναμενόμενη, 28 κόμβοι. Εφοδιάστηκε με έξι πυροβόλα των οκτώ ιντσών, τοποθετημένα ανά τρία σε δύο πυργίσκους και οκτώ πυροβόλα των έξι ιντσών, τοποθετημένα σε ανεξάρτητους πυργίσκους. Η δοκιμή των πυροβόλων έγινε στα Κανάρια νησιά στο διάστημα 6 έως 26 Ιουνίου 1936. Το σκάφος συμμετείχε σε ασκήσεις και επιχειρήσεις στον Ισπανικό εμφύλιο καθώς και σε επίσημες εκδηλώσεις, όπως στην καθέλκυση του βαρέος καταδρομικού Πριντς Όιγκεν (Prinz Eugen) τον Αύγουστο του 1938, ενώ λίγο αργότερα τα αντιαεροπορικά πυροβόλα του αντικαταστάθηκαν με ισχυρότερα. Την 1η Νοεμβρίου 1938 κυβερνήτης του σκάφους ανέλαβε ο Πλοίαρχος Χανς Λάνγκσντορφ (Hans Langsdorff).[4]

Οι αντίπαλες δυνάμεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν το Γκραφ Σπέε εντοπίστηκε στο νότιο Ατλαντικό, οι Βρετανοί διέθεταν στην περιοχή μόνο τρία καταδρομικά: Το βαρύ καταδρομικό Έξετερ (HMS Exeter), με πυροβόλα των οκτώ ιντσών και τα ελαφρά καταδρομικά Αχιλλέας (HMS Achilles), προερχόμενο από το Ναυτικό της Νέας Ζηλανδίας και Αίας (HMS Ajax), εξοπλισμένα με πυροβόλα των έξι ιντσών. Και τα τρία σκάφη υπερτερούσαν σε ταχύτητα του Γκραφ Σπέε, φθάνοντας τους 30 κόμβους, αλλά βέβαια είχαν υποδεέστερο εξοπλισμό σε πυροβόλα. Η μοίρα αυτή - επονομαζόμενη "Δύναμη G" - περιλάμβανε και ένα ακόμη βαρύ καταδρομικό, το Κάμπερλαντ (HMS Cumberland), αλλά εκείνη την περίοδο βρισκόταν για ανεφοδιασμό στις νήσους Φώκλαντ[5]. Διοικητής της μοίρας ήταν ο Πλοίαρχος Χένρι Χάργουντ (Henry Harwood). Ωστόσο τα τρία βρετανικά σκάφη αντιμετωπίζουν αντίπαλο του οποίου το βοηθητικό πυροβολικό ισοδυναμεί με το δικό τους κύριο.

Η σύγκρουση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θωρηκτό αποπλέοντας από το Βιλχελμσχάβεν στις 21 Αυγούστου 1939 είχε λάβει διαταγές επίθεσης κατά κάθε αντίπαλου σκάφους, εμπορικού ή πολεμικού. Στις 30 Σεπτεμβρίου βυθίζει το SS Clement, τον Οκτώβριο συναντά και βυθίζει τα εμπορικά SS Newton Beech, SS Ashlea, SS Huntsman και MV Trevanion.[6]

Ο Λάνγκσντορφ έχοντας πληροφορηθεί ότι το βρετανικό ναυτικό αναζητά το Γκραφ Σπέε έκανε πρώτα ένα κύκλο στον Ινδικό ωκεανό, ελπίζοντας να παραπλανήσει τους Βρετανούς, κάτι που εν μέρει πέτυχε. Εκεί βύθισε το MV Africa Shell. Επιστρέφοντας στο νότιο Ατλαντικό συναντά και βυθίζει τα SS Doric Star, SS Tairoa και SS Streonshalh. Συνολικά βύθισε εννέα συμμαχικά σκάφη χωρητικότητας περίπου 50.000 τόνων.[7]Ωστόσο, όλες οι βυθίσεις ήταν σύμφωνες με τη Συνθήκη της Γενεύης: Το θωρηκτό σταματούσε τα αντίπαλα εμπορικά, έδινε εντολή να εκκενωθούν από το πλήρωμα και, αφού ειδοποιούσαν παραπλέοντα σκάφη για την περισυλλογή του πληρώματος, τα βύθιζε (ορισμένα πληρώματα τα περισυνέλεξε το ίδιο το θωρηκτό). Δικαίως ο κυβερνήτης του υπερηφανευόταν ότι "δεν έγινε αφορμή να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα"[1] Ο Λάνγκσντορφ, ύστερα από την εκτεταμένη του περιπολία και αναφέροντας τις μικροαβαρίες που είχε υποστεί το σκάφος, γνωστοποιεί την πρόθεσή του να επιστρέψει στη Γερμανία για τις απαραίτητες μικροεπισκευές και συντηρήσεις. Του δόθηκε η διαταγή να μην εμπλακεί σε μάχη με αντίπαλα πολεμικά, αλλά ο κυβερνήτης αποφάσισε ότι εφόσον επέστρεφε στη Γερμανία δεν υπήρχε λόγος μη εμπλοκής με μικρότερα σκάφη.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1939 και ενώ βρισκόταν κοντά στις εκβολές του ποταμού Πλέιτ, ο Λάνγκσντορφ διακρίνει από μακριά μια στήλη καπνού. Πιστεύοντας ότι πρόκειται για ένα ακόμη εμπορικό - θύμα κατευθύνει το σκάφος προς τα εκεί, για να διαπιστώσει ότι ο καπνός προερχόταν από το Έξετερ. Ετοιμάζεται να το αντιμετωπίσει, αλλά διακρίνει και τα άλλα δύο αντίπαλα σκάφη. Αρχικά και λόγω της απόστασης εκτίμησε ότι πρόκειται για αντιτορπιλικά[8]. Όταν διαπιστώνει ότι πρόκειται για καταδρομικά, είναι πλέον αργά για να αλλάξει πορεία. Το μόνο που απομένει είναι να εμπλακεί σε μάχη, δεδομένης και της μεγαλύτερης ταχύτητας των αντιπάλων του. Οι καιρικές συνθήκες είναι πολύ καλές, ελαφρός άνεμος και θάλασσα ήρεμη.

Ο Χάργουντ, γνωρίζοντας ότι ο αντίπαλος υπερτερεί σε ισχύ πυρός χωρίζει τα σκάφη του στα δύο: Το Έξετερ παίρνει πορεία ώστε να βρεθεί στα βόρεια του γερμανικού θωρηκτού, τα δύο ελαφρότερα καταδρομικά παίρνουν πορεία προς τα νότια του Γκραφ Σπέε.

Υδατογραφία αναπαράστασης της ναυμαχίας με το Έξετερ σε πρώτο πλάνο

Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Λάνγκσντορφ κατευθύνει τα βαρέα πυροβόλα του εναντίον του Έξετερ, το οποίο πλήττεται σοβαρά και σχεδόν αχρηστεύεται: Του απομένει μόνο ένας πυργίσκος πυροβόλων ενώ έχει ξεσπάσει και πυρκαϊά στο σκάφος. Τα δύο μικρότερα καταδρομικά πλήττονται επίσης: Το Αίας χάνει τους δύο πυργίσκους πυροβόλων του, ενώ το Αχιλλέας έχει υποστεί και αυτό ζημιές. Ο Χάργουντ ήδη διατάσσει το Έξετερ να αποχωρήσει (πράγματι, το σκάφος αποχωρεί από το πεδίο της μάχης κατευθυνόμενο προς τα Φώκλαντ) αλλά με έκπληξή του βλέπει το αντίπαλο θωρηκτό να στρέφεται προς τα δυτικά. Ο Λάνγκσντορφ φεύγει. Το σκάφος του δεν είναι ανέπαφο: Έχει δεχτεί είκοσι πλήγματα, έχει αχρηστευμένα μαγειρεία, έχουν φονευθεί 36 μέλη του πληρώματος και υπάρχουν 60 τραυματίες. Οι ζημιές μοιάζουν επιφανειακές και η ισχύς πυρός του δεν έχει μειωθεί στο ελάχιστο, όπως και η ταχύτητά του. Ωστόσο ο κυβερνήτης του εκτιμά ότι αν συνεχίσει την εμπλοκή θα έχει περισσότερους νεκρούς και τραυματίες και δε θα καταφέρει να φθάσει στη Γερμανία, ούτε καν να αντιμετωπίσει κακές καιρικές συνθήκες. Αποφασίζει, λοιπόν, να καταφύγει στο λιμάνι του Μοντεβιδέο, όπου σκοπεύει να κάνει μερικές μικροεπισκευές, να ενταφιάσει τους νεκρούς και να περιθάλψει τους τραυματίες του. Τα δύο ελαφρά καταδρομικά το ακολουθούν. Το θωρηκτό πράγματι καταφεύγει στο ουδέτερο λιμάνι της Ουρουγουάης. Την επομένη, ο Λάνγκσντορφ αποβιβάζει και τα 320 μέλη του πληρώματος για να παραστούν στη νεκρώσιμη ακολουθία των συναδέλφων τους, ενώ αφήνει ελεύθερα τα πληρώματα των βυθισμένων από αυτόν σκαφών που είχε περισυλλέξει. Στο ουδέτερο λιμάνι της Ουρουγουάης σύμφωνα με τις συνθήκες, το σκάφος μπορεί να παραμείνει μόνο επί 24 ώρες. Με ειδικό προεδρικό διάταγμα του επιτρέπεται η παραμονή επί 72 επιπλέον ώρες.[9]

Το Γκραφ Σπέε αυτοβυθίζεται. 17 Δεκεμβρίου 1939, Μοντεβιδέο

Το σκάφος υφίσταται μερικές μικροεπισκευές και διαθέτει πυρομαχικά για 80 ακόμη λεπτά εμπλοκής. Η "Δύναμη G", στο μεταξύ, ενισχύεται με το Κάμπερλαντ που φθάνει εσπευσμένα από τα Φώκλαντ, αλλά οι πλησιέστερες βρετανικές ενισχύσεις βρίσκονται σε απόσταση πέντε ημερών. Η προθεσμία των αρχών της Ουρουγουάης φθάνει στο τέλος της. Το γερμανικό θωρηκτό έχει δύο εναλλακτικές λύσεις: Είτε θα βγει και θα αντιμετωπίσει τα τρία καταδρομικά, είτε θα δεχτεί τον εγκλεισμό του στο Μοντεβιδέο μέχρι τη λήξη του πολέμου. Ο Χίτλερ στο μεταξύ "βομβαρδίζει" τον πλοίαρχό του με τηλεγραφήματα: Του απαγορεύει αυστηρά τον εγκλεισμό, τον διατάσσει να βγει από το λιμάνι με όλες του τις δυνάμεις έτοιμες και να εμπλακεί σε ναυμαχία, έστω κι αν αυτό σημαίνει τη βύθισή του. Ο Λάνγκσντορφ υφίσταται πιέσεις και από τους Ναζί πράκτορες που βρίσκονται στη Νότια Αμερική, αλλά έχει λάβει την απόφασή του: Δε σκοπεύει να θυσιάσει άσκοπα τη ζωή όσων ναυτικών του απομένουν. Με τη λήξη της προθεσμίας αποβιβάζει το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματος και μόνο με τους απαραίτητους ναύτες οδηγεί το σκάφος έξω από το λιμάνι με όλα τα σινιάλα του αναπεπταμένα να δηλώνουν ότι είναι έτοιμο για μάχη. Το σκάφος ακινητοποιείται τέσσερα μίλια από το λιμάνι και ενώ τα βρετανικά καταδρομικά ετοιμάζονται για μάχη από το θωρηκτό ακούγονται μερικές υπόκωφες εκρήξεις: Το Γκραφ Σπέε αυτοβυθίζεται σε πολύ ρηχά νερά (βάθος 6 μ.). Ο πλοίαρχος και το πλήρωμα επιστρέφουν στη στεριά. Είναι 17 Δεκεμβρίου 1939. Την επομένη ο Λάνγκσντορφ αυτοκτονεί.[1] Ενταφιάστηκε στο γερμανικό κοιμητήριο του Μπουένος Άιρες στην Αργεντινή[10].

Το πλήρωμα του θωρηκτού μεταφέρθηκε στην Αργεντινή, όπου υποχρεώθηκε να παραμείνει ως τον τερματισμό του Πολέμου. Πολλά μέλη του πληρώματος αποφάσισαν να παραμείνουν στη χώρα και ύστερα από τον Πόλεμο.

Απολογισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ναυμαχία του Ρίβερ Πλέιτ στοίχισε 36 νεκρούς και 102 τραυματίες στους Γερμανούς και 72 νεκρούς και 28 τραυματίες στους Βρετανούς. Το γερμανικό θωρηκτό βυθίστηκε, ενώ το Έξετερ ύστερα από μικροεπισκευές στα Φώκλαντ επέστρεψε στη Βρετανία όπου επισκευάστηκε και ξαναμπήκε σε ενεργό υπηρεσία για να βυθιστεί τελικά στη ναυμαχία της Ιάβας στις αρχές του 1942. Η ναυμαχία του Ρίβερ Πλέιτ αποτέλεσε νίκη για το βρετανικό ναυτικό και, μέχρι την εμφάνιση του "Μπίσμαρκ" εκμηδένισε την απειλή των εμπορικών σκαφών από πολεμικά σκάφη επιφανείας.

Η βύθιση του σκάφους σε τόσο μικρό βάθος, ωστόσο, αποτέλεσε σφάλμα: Βρετανοί ειδικοί "επισκέφτηκαν" το ναυάγιο και διαπίστωσαν πώς οι Γερμανοί είχαν καταφέρει να κατασκευάσουν θωρηκτό με τόσο μικρό εκτόπισμα: Ορισμένα τμήματα του σκάφους (όσα δεν έρχονταν σε επαφή με θαλάσσιο νερό) είχαν κατασκευαστεί από αλουμίνιο, ενώ στο κύτος του σκάφους η αρμολόγηση των πλακών δεν είχε γίνει με πριτσίνια αλλά με ηλεκτροκόλληση, τεχνική που δεν είχε εφαρμοστεί μέχρι τότε. Εξέτασαν, επίσης, το σύστημα εντοπισμού σκαφών (ένα είδος ραντάρ που είχε επονομαστεί Seetakt) και έφεραν τμήματά του στη Βρετανία για περαιτέρω εξέταση.[11]

Ο Χίτλερ είχε εκμανεί με τη στάση του Πλοιάρχου του, ωστόσο δε μπόρεσε να τον δικάσει. όπως ήταν η πρόθεσή του, ύστερα από την αυτοκτονία του. Την επόμενη της βύθισης του Γκραφ Σπέε διέταξε τη μετονομασία του δίδυμου σκάφους που έφερε το όνομα Ντόιτσλαντ (= Γερμανία) σε Λύτσοβ (Lützow) καθαρά για λόγους γοήτρου και προλήψεων.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τ. Α', Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  2. History of war, Battle of the River Plate
  3. Graf Spee Operational History
  4. Graf Spee Operational History, ό.π.
  5. Naval History Net
  6. SS = Steam Ship, ατμόπλοιο, MV = Motor Vessel, μηχανοκίνητο σκάφος
  7. Graf Spee.com, ό.π.
  8. Matthew Adams, Battle of the River Plate
  9. Ocean98, Graf Spee
  10. About.com: Military History
  11. John Asmussen, Operational History, ό.π.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • S.W. Roskill, War at Sea 1939-45: Defensive v. 1 (Official History of the Second World War), Naval & Military Press Ltd; New edition edition (Sep 2004), ISBN 1843428032
  • Anthony J. Cumming, The Royal Navy And The Battle Of Britain, Naval Institute Press (31 Aug 2010), ISBN 1591141605

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]