Ναρκίς Πελετιέ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ναρκίς Πελετιέ (Narcisse Pelletier) (1844 - 28 Σεπτεμβρίου 1894) ήταν Γάλλος ναυτικός, ο οποίος σε ηλικία 14 ετών εγκαταλείφθηκε στην Αυστραλία, όπου διασώθηκε από μία οικογένεια Αβοριγίνων, και ανακαλύφθηκε μετά από 17 χρόνια.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ναρκίς Πελετιέ γεννήθηκε το 1844 στο Σεν-Ζιλ-Κρουά-ντε-Βι στο Βαντέ της Γαλλίας. Τον Αύγουστο του 1857, σε ηλικία 13 ετών, μπαρκάρισε από τη Μασσαλία ως μούτσος στο τριίστιο Άγιος Παύλος υπό τη διοίκηση του καπετάνιου Εμμανουέλ Πινάρ. Το πλοίο αναχώρησε για τη Βομβάη έχοντας ως φορτίο κρασί και στη συνέχεια για το Χονγκ Κονγκ όπου πήρε 317 Κινέζους εργάτες που αναχωρούσαν για να εργαστούν στην Αυστραλία.

Οι μερίδες άρχισαν να λιγοστεύουν κι έτσι ο καπετάνιος επέλεξε μία πιο γρήγορη αλλά πιο επικίνδυνη διαδρομή προς το Σίδνεϊ, πλέοντας ανάμεσα στις Νήσους Σολομώντα και στο Αρχιπέλαγος Λουισιάντε, αντί να περάσει γύρω από τις Νήσους Σολομώντα. Όμως ο καιρός χάλασε και το πλοίο προσέκρουσε σε ύφαλο στα ανοικτά της νήσου Ροσέλ. Το 19μελές πλήρωμα και οι επιβάτες αποβιβάστηκαν σε ένα μικροσκοπικό άνυδρο νησί περίπου ένα χιλιόμετρο από το πολύ μεγαλύτερο Ροσέλ. Όταν μία ομάδα στάλθηκε στο Ροσέλ προς αναζήτηση νερού, δέχθηκε επίθεση και μερικά άτομα σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Ο Πελετιέ και ένας μαθητευόμενος ήταν οι μόνοι που διέφυγαν και τους οποίους πήρε ο καπετάνιος πίσω στο μικρό νησί. Εκεί δέχθηκαν επίθεση πάλι από ιθαγενείς του Ροσέλ, οι οποίοι είτε κολύμπησαν είτε έφτασαν με κανό, αλλά εκδιώχθηκαν χάρη στα όπλα που είχαν οι άντρες του Πινάρ.

Ο καπετάνιος, αφήνοντας σχεδόν όλα τα τρόφιμα στους Κινέζους και σε εννιά άντρες του πληρώματος που έμειναν μαζί τους, επιβίβασε τους υπόλοιπους δέκα και τον Ναρκίς Πελετιέ σε μία βάρκα, με σκοπό να μπορέσει να φτάσει στη Νέα Καληδονία και να ζητήσει βοήθεια. Αργότερα ο καπετάνιος ισχυρίστηκε ότι μίλησε με τους Κινέζους, αλλά ο Πελετιέ ισχυρίστηκε ότι ο καπετάνιος έφυγε τη νύχτα χωρίς να ενημερώσει τους Κινέζους. Από τους 326 ανθρώπους που εγκαταλείφθηκαν στο νησί Ροσέλ, οι 320 σκοτώθηκαν από τους ιθαγενείς. Ένα πλοίο που έφτασε αργότερα στο νησί βρήκε ζωντανούς μονάχα έναν Κινέζο, τέσσερις ναύτες και τον ξυλουργό του Αγίου Παύλου.

Εν τω μεταξύ, ο καπετάνιος και οι άντρες που έφυγαν από το νησί γρήγορα έμειναν από προμήθειες. Έπιαναν θαλασσοπούλια για να φάνε και έπιναν τα ούρα τους και θαλασσινό νερό για να επιβιώσουν στο 12ήμερο ταξίδι με την ανοικτή βάρκα στη Θάλασσα των Κοραλλίων[1].

Η Χερσόνησος Ακρωτηρίου Γιορκ (Αυστραλία) στην ανατολική ακτή της οποίας εγκαταλείφθηκε ο Ναρκίς Πελετιέ

Στα τέλη Σεπτεμβρίου ή αρχές Οκτωβρίου του 1858, κατά τη διάρκεια της περιόδου ανομβρίας και μετά από ένα ταξίδι περίπου 1.200 χιλιομέτρων (750 μίλια), οι άνδρες αποβιβάστηκαν στην ανατολική ακτή της Χερσονήσου Ακρωτηρίου Γιορκ στην Αυστραλία. Και πάλι οι περιγραφές διαφέρουν ως προς τον τρόπο που ο Πελετιέ έμεινε πίσω αφού πρώτα οι άνδρες βρήκαν νερό στη ξηρά. Το σίγουρο είναι ότι ο Πελετιέ εγκαταλείφθηκε στην ακτή ενώ οι υπόλοιποι άνδρες συνέχισαν το ταξίδι τους και ύστερα από πέντε εβδομάδες ταξίδι συνάντησαν μία αγγλική σκούνα. Οι Άγγλοι περιμάζεψαν τους ναυαγούς και τους οδήγησαν στο Σίδνεϊ ενώ τον βρήκαν τρεις γυναίκες Αβορίγινες, οι οποίες και ενημέρωσαν τους συζύγους τους. Ο Πελετιέ πρέπει να ήταν πολύ αδύναμος από το μακρύ ταξίδι, από τις πληγές που απέκτησε στο Ροσέλ και από τα κοψίματα που είχαν τα πόδια του από τα κοράλλια. Στη συνέχεια τον πήγαν στη φυλή των Αβοριγίνων, υιοθετήθηκε από έναν άνδρα και του δόθηκε το όνομα "Άμγκλο".

Παράλληλα, έφτασε στη Γαλλία η είδηση για τη σφαγή των επιβατών και του πληρώματος του Αγίου Παύλου. Ύστερα, έφτασε και ο κατάλογος των νεκρών. Ένα ειδικό σημείο αφορούσε τον Ναρκίς Πελετιέ. Η έκθεση ανέφερε: "Ναρκίς Πελετιέ, ναυτόπαις. Εξηφανίσθη εις την θάλασσαν, υπό περιστάσεις μη πλήρως εξακριβωθείσας". Το αρμόδιο Υπουργείο ειδοποίησε σχετικά και τον πατέρα του. Μία νεκρώσιμη ακολουθία ψάλθηκε τότε στη μικρή εκκλησία του χωριού.

Μετά από 17 χρόνια, στις 11 Απριλίου 1875, η αγγλική γολέτα Τζων Μπελ, υπό τη διοίκηση του Τζόζεφ Φρέιζερ και με βάση σ' ένα από τα νησιά του πορθμού Τόρες, αγκυροβόλησε στο Μεγάλο Κοραλλιογενή Ύφαλο και κάποιοι άνδρες στάλθηκαν στη ξηρά για να βρουν νερό. Οι άνδρες αυτοί συναντήθηκαν με μία ομάδα ιθαγενών, η οποία συνοδεύονταν από έναν λευκό άνδρα, και ανέφεραν τη συνάντηση αυτή στον πλοίαρχο. Ο Τζόζεφ Φρέιζερ έστειλε τους άνδρες του πίσω μαζί με κάποια πράγματα προκειμένου να τα ανταλλάξουν για να πάρουν το λευκό άνδρα. Σύμφωνα με τη γαλλική βιογραφία, ο άνδρας που υιοθέτησε τον Πελετιέ, τον ενθάρρυνε να διαπραγματευθεί με τους ναυτικούς και εκείνοι έπεισαν τον Πελετιέ να τους ακολουθήσει. Ωστόσο, ο Πελετιέ πάντα υποστήριζε ότι έπεσε θύμα απαγωγής από τους ναυτικούς και ότι δεν ήθελε ν' αφήσει την οικογένεια των Αβοριγίνων. Επίσης υποστήριζε ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους ναυτικούς, οι οποίοι μιλούσαν μόνο αγγλικά, και πίστευε πως θα τον πυροβολούσαν αν προσπαθούσε να δραπετεύσει. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε σ' ένα μικρό διοικητικό φυλάκιο στο Σόμερσετ, στην άκρη του ακρωτηρίου Γιορκ, απ' όπου στάλθηκε μία αναφορά περί της ανακάλυψής του στον Κυβερνήτη του Κουΐνσλαντ, Άρθουρ Μακάλιστερ.

Στην αρχή ο Πελετιέ είχε πρόβλημα στο να θυμηθεί τα γαλλικά του, με τα οποία όσο ήταν στο Σόμερσετ μπορούσε να επικοινωνήσει με δύο άνδρες. Υπάρχουν αναφορές ότι το διάστημα που βρισκόταν εκεί έκανε κάποιες απόπειρες να δραπετεύσει. Επίσης σημειώθηκαν τα σκουλαρίκια και οι ουλές που είχε στο σώμα του ενώ σε κάποιο άτομο ο Πελετιέ εκμυστηρεύτηκε ότι απέκτησε τρία παιδιά στο διάστημα που ζούσε με τους Αβοριγίνες, όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν τεκμηριώθηκε ποτέ. Μία άλλη αναφορά εκείνης της εποχής λέει ότι ο Πελετιέ άφησε πίσω του δύο παιδιά.

Ο Πελετιέ έφυγε από το Σόμερσετ στις 14 Μαΐου 1875 με το Μπρισμπέιν, ένα άλλο πλοίο που μετέφερε Κινέζους εργάτες στην Αυστραλία, έχοντας ως προορισμό το Σίδνεϊ, και μέσω του Κούκταουν, του Τάουνσβιλ, του Μπόουεν και του Μπρισμπέιν έφτασε στο Σίδνεϊ στις 25 Μαΐου. Έμεινε εκεί 38 ημέρες, διάστημα κατά το οποίο ήταν το αντικείμενο μεγάλης περιέργειας, και ήρθε σε επαφή με τον Γάλλο πρόξενο, ο οποίος και τον φωτογράφησε. Οι φωτογραφίες δείχνουν καθαρά τα σημάδια στο στήθος και τα χέρια του και τις τρύπες στα αυτιά του.

Από το Σίδνεϊ ο Πελετιέ μπαρκάρισε σ' ένα γαλλικό καράβι και στις 13 Δεκεμβρίου έφτασε στην Τουλόν, όπου ένας από τους αδελφούς του τον συνάντησε και τον πήρε στο Παρίσι. Τελικά επέστρεψε στη γενέτειρά του, το Σεν-Ζιλ, στις 2 Ιανουαρίου οπότε και έγινε δεκτός θριαμβευτικά από την οικογένειά του και όλους τους κατοίκους της πόλης που φώναζαν "Ζήτω ο Πελετιέ!". Η επιστροφή του εορτάστηκε την επόμενη μέρα στην τοπική εκκλησία από τον ίδιο ιερέα που τον είχε βαπτίσει 32 χρόνια πριν.

Μετά την επιστροφή του στη Γαλλία, του προσφέρθηκε μία θέση εργασίας σε μία ταξιδιωτική παράσταση αλλά όταν ανακάλυψε ότι θα εμφανιζόταν ως "ο τεράστιος Αγγλο-Αυστραλός γίγαντας" αρνήθηκε. Αργότερα έπιασε δουλειά ως φαροφύλακας κοντά στο Σαιν Ναζαίρ. Το 1880, σε ηλικία 36 ετών, παντρεύτηκε μία 22χρονη μοδίστρα, τη Λουίζ Ντεζιρέ Μαμπιλού. Έζησαν κοντά στην είσοδο του λιμανιού του Σαιν Ναζαίρ, όπου ο Πελετιέ εργάστηκε ως υπάλληλος στον σηματογράφο, αλλά δεν απέκτησαν παιδιά. Ο Ναρκίς Πελετιέ απεβίωσε στις 28 Σεπτεμβρίου 1894 σε ηλικία 50 ετών. Από την επιστροφή του το 1875 έως το θάνατό του, έμεινε ένας άνθρωπος κλεισμένος στον εαυτό του, ακοινώνητος, σχεδόν άγριος.

Μία βιογραφία του Πελετιέ που καταγράφτηκε μετά την επιστροφή του στη Γαλλία από τον Κονστάν Μερλάν[2], περιέχει λεπτομέρειες σχετικά με την κοινωνική οργάνωση, τη γλώσσα, τις πεποιθήσεις, τη θεραπεία των ασθενειών, τις νεκροτομικές πρακτικές, τη σωματική διακόσμηση, τους χορούς, τις διαμάχες, τις τιμωρίες, τις τέχνες και τις δραστηριότητες για να εξασφαλίσουν τα μέσα επιβίωσης των ανθρώπων που τον διέσωσαν και τον φρόντισαν. Έτσι δόθηκε μία πολύτιμη εικόνα για τον τρόπο ζωής των Αβοριγίνων πριν αποκτήσουν διαρκή επαφή με τους Ευρωπαίους, και γενικά συμφωνεί με την παρούσα άποψη για τους Αβορίγινες εκείνης της εποχής τόσο από τους ανθρωπολόγους όσο και από τους σύγχρονους Αβορίγινες.

Η περιγραφή του Πελετιέ περιέχει λίγα στοιχεία για τις πνευματικές πεποιθήσεις, την ιερή γνώση, τη μαγεία και άλλα παρόμοια θέματα. Οι περισσότερες φυλές των Αβοριγίνων, αν όχι όλες, κρατούσαν μυστικές αυτού του είδους τις πληροφορίες, όχι μόνο από τους ξένους αλλά και από τους αμύητους και τα άτομα του αντίθετου φύλου στη δική τους φυλή. Εκείνοι στους οποίους έδειχναν ή δίδασκαν τέτοια θέματα, αναλάμβαναν σχεδόν πάντα την υποχρέωση να μην τα αποκαλύψουν και αυτό ακριβώς προσδίδει αξιοπιστία στην ιστορία του Πελετιέ.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Stephanie Anderson, ABC Radio, Late Night Live: Cape York castaway (εκπομπή 16 Ιουλίου 2009)
  2. Constant Merland, Dix-sept ans chez les sauvages: les aventures de Narcisse Pelletier (1876)

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]