Νίκος Ζαχαρίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο λυρικός καλλιτέχνης (βαθύφωνος) Νίκος Ζαχαρίου[1][2][3] (Nicola Zaccaria) γεννήθηκε στον Πειραιά στις 9 Μαρτίου του 1923 και πέθανε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2007.

Ο πρόωρος θάνατος των γονέων του ανάγκασε τον Νίκο και τα αδέλφια του, Δημήτρη και Βαρβάρα, να μεγαλώσουν με τη θεία τους. Η ιδιαίτερη σχέση της με την εκκλησία πιθανόν να ήταν και ο λόγος που ο Ζαχαρίου έγινε αρχικά μέλος της χορωδίας της Αγίας Τριάδας στον Πειραιά και στην συνέχεια της χορωδίας Πειραιώς υπό τη διεύθυνση του Μενέλαου Παλλάντιου. Έτσι, μέσω των Βυζαντινών ψαλμωδιών, ήρθε σε επαφή με τη συμφωνική μουσική και την όπερα.

Η ενασχόλησή του με το τραγούδι ξεκινά από τις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου, όταν παρακολούθησε μαθήματα φωνητικής από τον Μίλτο Βιθηνό. Συνέχισε με πιο συστηματικό τρόπο τις σπουδές του στο Εθνικό Ωδείο του Μανώλη Καλομοίρη, από όπου αποφοίτησε με άριστα παμψηφεί και με τιμητική διάκριση. Το 1943 προσλαμβάνεται στη Χορωδία της Λυρικής Σκηνής και από το 1950 συμμετέχει σποραδικά ως σολίστ σε διάφορες όπερες και οπερέτες, με αποκορύφωμα το 1953, όταν εμφανίζεται σε συναυλίες στο αρχαίο θέατρο της Πάτρας και στο Ηρώδειο.

Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς και με τη συμβουλή του διάσημου προπολεμικά Έλληνα δραματικού τενόρου Οδυσσέα Λάππα, ο Νίκος Ζαχαρίου μεταβαίνει στην Ιταλία για να τελειοποιήσει τις φωνητικές του ικανότητες, στη Σχολή Τραγουδιού της Σκάλας του Μιλάνου. Εκεί όμως μαθαίνει ότι η αρμόδια επιτροπή υπό τον Τοσκανίνι εισηγείται την ένταξή του στο δυναμικό της Σκάλα ως σολίστ. Στις 16 Δεκεμβρίου του 1953, ο Nicola Zaccaria, όπως ήταν το ψευδώνυμο που υιοθέτησε έκτοτε, κάνει το ντεμπούτο του στην Σκάλα του Μιλάνου, ως Σπαραφουτσίλε στον «Ριγκολέτο» του Βέρντι.

Οι εμφανίσεις του στη Σκάλα και στα σημαντικότερα λυρικά θέατρα όλου του κόσμου (Κρατική Όπερα Βιέννης, Όπερα Παρισίων, Βερολίνου, Κόβεντ Γκάρντεν, Κάρνεγκι Χολ κ.ά.) πυκνώνουν. Αργότερα, επιστρέφει στην Ελλάδα ως σολίστ σε διάφορες μεγάλες παραγωγές στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο. Έχει την τύχη να εμφανιστεί στα πιο σημαντικά μουσικά φεστιβάλ του κόσμου, όπως του Ζάλτσμπουργκ, του Εδιμβούργου και αλλού. Πλέον, καθιερώνεται ως ένας από τους σπουδαιότερους βαθύφωνους του κόσμου με ένα ευρύ ρεπερτόριο που περιλαμβάνει έργα συνθετών όπως Μοντεβέρντι, Μότσαρτ, Βάγκνερ, Ροσίνι, Μπελίνι, Ντονιτσέτι, Βέρντι και πολλών άλλων. Πολλά από αυτά ηχογραφούνται ή βιντεοσκοπούνται και κυκλοφορούν από τις εταιρείες ΕΜΙ, Columbia, Decca κ.ά.

Ξεχωριστή θέση στην καριέρα του αποτελεί και το γεγονός της αδιάκοπης και στενής συνεργασίας του με την Μαρία Κάλλας σε 14 όπερες, με την πρώτη τους κοινή εμφάνιση να γίνεται το 1955 στην Σκάλα του Μιλάνου, με την όπερα «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» του Ντονιτσέτι υπό τη διεύθυνση του Χέρμπερτ φον Κάραγιαν.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Enciclopedia della Musica. 
  2. Grande Enciclopedia della Musica Classica. 
  3. Biographical Dictionary of Signers. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]