Νέα αστικοποίηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εφαρμογή της Νέας Αστικοποίησης στο Celebration της Φλόριντα. Είναι εμφανή τα νεοπαραδοσιακά στοιχεία και το ανθρωποκεντρικό στίγμα.

Η Νέα Αστικοποίηση (αγγλικά: New Urbanism) είναι αμερικανικό πολεοδομικό κίνημα που γεννήθηκε στις αρχές του 1980. Σκοπός του ήταν να δώσει νέα μορφή σε ποικίλες πτυχές της οικοδομικής ανάπτυξης και του πολεοδομικού σχεδιασμού για τη μετακίνηση από τη φιλοσοφία της παραδοσιακής αστικοποίησης στην "προαστιοποίηση". Γειτονιές που δημιουργούνται βασισμένες στο κίνημα σχεδιάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να περιλαμβάνουν μια ισορροπημένη μίξη οικιστικών και εργασιακών ζωνών και να βασίζονται σε ένα ανθρωποκεντρικό σχήμα. Η Νέα Αστικοποίηση μπορεί να περιλαμβάνει και "νεοπαραδοσιακά" σχέδια, καθώς και ανάπτυξη φιλική προς τις μετακινήσεις (transit-oriented development).

To 1991, η Τοπική Κυβερνητική Επιτροπή των ΗΠΑ, ένας ιδιωτικός, μη κερδοσκοπικός οργανισμός στο Σακραμέντο της Καλιφόρνια, κάλεσε αρχιτέκτονες όπως τον Peter Carthorpe, τον Michael Corbett, Andres Duany, Elizabeth Moule, Elizabeth Plater-Zyberk, Στέφανο Πολυζωίδη και τον Daniel Solomon να αναπτύξουν ένα σύνολο αρχών για το καθορισμό των χρήσεων γης. Οι αρχές αυτές που ονομάσθηκαν "Ahwahnee Principles" (από το Ahwahnee Hotel στο Εθνικό άρκο Γιοσέμιτι), παρουσιάστηκαν από την επιτροπή σε σχεδόν ένα εκατομμύριο κυβερνητικούς επισήμους το φθινόπωρο του 1991, κατά το πρώτο συνέδριο "Yosemite Conference for Local Elected Officials".

Οι Calthrope, Duany, Moule, Plater-Zyberk, Πολυζωίδης και Solomon ίδρυσαν το "Congress for the New Urbanism" στο Σικάγο το 1993. Το CNU αναπτύχθηκε με περισσότερα από 3.000 μέλη και είναι ο κύριος διεθνής οργανισμός που προωθεί τις αρχές σχεδιασμού της νέας αστικοποίησης. Κάθε χρόνο πραγματοποιούνται υπό την αιγίδα της συγκλήτου συνέδρια σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ.

Ιστορικό Πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γύρω στο 1925, οι πόλεις στις ΗΠΑ αναπτύσσονταν υπό τη μορφή συμπαγών, μικτής χρήσεως γειτονιών. To μοντέλο αυτό άρχισε να αλλάζει όταν τα προσιτά μέσα μετακίνησης σταθερής τροχιάς ώθησαν την ανάπτυξη των απομακρυσμένων προαστίων, τη μοντέρνα αρχιτεκτονική, το διαχωρισμό στις χρήσεις γης και τη διείσδυση των ΙΧ.

Ένα νέο σύστημα ανάπτυξης με ευδιάκριτο το διαχωρισμό στις χρήσεις γης, γνωστό ως προαστιακή ανάπτυξη (υπό ένα άλλο πρίσμα αποκαλούμενο ως αστική εξάπλωση) εμφανίστηκε μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Η πλειοψηφία των πολιτών των ΗΠΑ σήμερα κατοικεί στις προάστιες κοινότητες που οικοδομήθηκαν μέσα στα τελευταία πενήντα χρόνια. Η προαστιακή ανάπτυξη καταναλώνει μεγάλα αποθέματα γης στην εξοχή, ενώ η αναλογία αυτοκινήτων ανά κεφαλή λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις.

Η νέα αστικοποίηση αντιτίθεται στην αστική εξάπλωση, βασισμένη στο σχεδιασμό και τις αρχιτεκτονικές αρχές που συνδυάζονται για τη δημιουργία ανθρωποκεντρικών και προσβάσιμων κοινοτήτων. Βασίζεται δε στη δουλειά αρχιτεκτόνων, πολεοδόμων και θεωρητικών που πιστεύουν ότι η συμβατική χωροθέτηση απέτυχε.

Ο κοινωνικός φιλόσοφος και ιστορικός Lewis Mumford άσκησε κριτική και αποκάλεσε "αντι-αστική" την ανάπτυξη της μεταπολεμικής Αμερικής. Το έργο "Death and Life of Great American Cities", γραμμένο από τον Jane Jacobs στις αρχές του 1960, αποτελούσε ένα κάλεσμα προς τους σχεδιαστές να επαναθεωρήσουν τα οικιστικά προγράμματα μίας χρήσης, που χαρακτηρίζονται από μεγάλες εκτάσεις δρόμων ταχείας προσπέλασης και απομονωμένα εμπορικά κέντρα που είχαν γίνει η συνήθης πρακτική.

Στις αρχές του 1970 και 1980, η νέα αστικοποίηση εμφανίστηκε στο προσκήνιο με τα αστικά οράματα και τα θεωρητικά μοντέλα που στόχευαν στην επανοικοδόμηση μιας "ευρωπαϊκής" πόλης, όπως προτάθηκε από τον αρχιτέκτοτα Leon Krier και τις θεωρίες του Christofer Alexander. Αυτά τα γεγονότα οδήγησαν στη συγκρότηση μιας συμπαγούς ομάδας το 1990.

Το κίνημα περιλαμβάνει παραδοσιακή αρχιτεκτονική αλλά και στοιχεία μοντερνισμού. Ορισμένοι προσανατολίζονται σε προγράμματα στοχευμένα στον τρόπο οικιστικής κάλυψης, άλλοι σε ανάπτυξη προσανατολισμένη στις μετακινήσεις, άλλοι αποπειρώνται να αλλάξουν τη μορφή των προαστίων και άλλοι εργάζονται σε όλα αυτά τα πεδία. Όλοι πιστεύουν στην ισχύ και τη χρηστικότητα της παραδοσιακής γειτονιάς, ώστε να επαναφέρουν στη σημερινή πρακτική λειτουργικά και διατηρήσιμα σχήματα κοινοτήτων.

Οι κατοικίες που διαπνέονται από το κίνημα κατάφεραν να κινήσουν το ενδιαφέρον συγκεκριμένων αγοραστών, όχι όμως και να καταλάβουν σημαντικό μερίδιο στην αγορά κατοικίας. Οι κατασκευαστές συνεχίζουν να εφαρμόζουν συμβατικά προαστιακά σχέδια, καθώς είναι πιο εξοικειωμένοι με το παραδοσιακό μοντέλο ανάπτυξης προάστιας εμπορικής χρήσης, ιδίως όσον αφορά τη μορφή strip malls (γραμμικά συγκροτήματα καταστημάτων).

Καθοριστικά Στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ανδρόγυνο Andres Duany και Elizabeth Plater-Zyberk, δύο από τους ιδρυτές του Congress for New Urbanism, γνωρίστηκαν στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον. Τα πιστεύω τους συνέπεσαν όσο βρίσκονταν στο Yale School of Architecture στο Νιού Χέιβεν. Καθώς ζούσαν σε μια από τις βικτοριανές γειτονιές του Νιού Χέιβεν, παρατηρούσαν τοπία μεικτής χρήσης κατοικιών, γωνιακών καταστημάτων, εκτεθειμένες βεράντες και μια ποικιλία καλοσχεδιασμένων κατοικιών. Σύμφωνα με τον Duany και Plater-Zyberk, η καρδιά της νέας αστικοποίησης συνίσταται στο σχεδιασμό γειτονιών, στις οποίες είναι διακριτά δεκατρία στοιχεία:

  1. Η γειτονιά έχει ένα ευδιάκριτο κέντρο. Αυτό συχνά συνίσταται σε μια πλατεία πρασίνου και ορισμένες φορές ένα δραστήριο και αξιομνημόνευτο γωνιακό σημείο. Μια στάση για τις μετακινήσεις είναι καλό να τοποθετηθεί σε αυτό το σημείο.
  2. Τα περισσότερα από τα κτίσματα πρέπει να απέχουν πέντε λεπτά από αυτό το κέντρο, κατά μέσο όρο απόσταση 0,4 χιλιόμετρων.
  3. Υπάρχει ποικιλία κατοικιών, συνήθως σπίτια, συνεχείς κατοικίες (rowhouses) και διαμερίσματα, ώστε νεότερα ή γηραιότερα άτομα, άγαμοι ή οικογένειες, φτωχοί και πλούσιοι να μπορούν να επιλέξουν την κατάλληλη κατοικία.
  4. Στο άκρο της γειτονιάς υπάρχουν μαγαζιά και γραφεία ποικίλου ενδιαφέροντος, ώστε να εξυπηρετούν τις καθημερινές ανάγκες ενός νοικοκυριού.
  5. Ένας μικρός βοηθητικός χώρος ή γκαράζ επιτρέπεται στην αυλή κάθε κατοικίας. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χώρος προς ενοικίαση ή ως προσωπικός χώρος εργασίας.
  6. Ένα δημοτικό σχολείο βρίσκεται αρκετά κοντά ώστε τα περισσότερα παιδιά να μπορούν να μετακινηθούν με τα πόδια από το σπίτι τους.
  7. Υπάρχουν μικρές παιδικές χαρές προσβάσιμες σε κάθε κατοικία.
  8. Οι δρόμοι εντός του οικιστικού ιστού συγκροτούν ένα συνδεδεμένο οδικό δίκτυο που διαχέει την κίνηση εξασφαλίζοντας μια ποικιλία πεζοδρόμων και αυτοκινητοδρόμων προς πάσα κατεύθυνση.
  9. Οι δρόμοι είναι σχετικά στενοί και σκιασμένοι από σειρά δένδρων. Αυτό μειώνει την κίνηση, δημιουργώντας ένα περιβάλλον φιλικό προς τους πεζούς και τα ποδήλατα.
  10. Τα κτίρια στο κέντρο της γειτονιάς οικοδομούνται πλησίον του δρόμου, δημιουργώντας ένα καλαίσθητο συγκρότημα.
  11. Οι χώροι στάθμευσης και οι προσόψεις των γκαράζ σπάνια κοιτάζουν προς το δρόμο. Το πάρκινγκ τοποθετείται στο πίσω μέρος των κτιρίων, προσβάσιμο συνήθως από κήπο.
  12. Ορισμένα εξέχοντα κτίρια στο τέρμα του δρόμου ή στο κέντρο της γειτονιάς διατηρούνται ως δημόσια κτίρια. Αυτά περιλαμβάνουν κτίρια για συγκεντρώσεις της κοινότητος, εκπαιδευτικούς σκοπούς, θρησκευτικούς ή πολιτιστικές δραστηριότητες.
  13. Η γειτονιά οργανώνεται με τη φιλοσοφία της αυτοδιοίκησης. Ένας επίσημος σύλλογος πραγματεύεται ζητήματα συντήρησης, ασφάλειας και φυσικής ανάπλασης. Η φορολογία είναι ζήτημα μιας ευρύτερης κοινότητας.

Σύμφωνα με το καταστατικό του CNU:

"Συνηγορούμε στην αναδιάρθρωση της δημόσιας πολιτικής και αναπτυξιακής πρακτικής με σκοπό την υποστήριξη των παρακάτω αρχών: οι γειτονιές θα πρέπει να ποικίλουν σε χρήσεις και πληθυσμό' οι κοινότητες θα πρέπει να σχεδιάζονται έτσι ώστε να είναι φιλικές τόσο τους πεζούς, όσο και στις μετακινήσεις με το ΙΧ' οι πόλεις και οι κωμοπόλεις θα πρέπει να σχεδιαστούν με τρόπο που να υποστηρίζουν φυσικά καθορισμένους χώρους και κτίρια κοινής ωφελείας προσβάσιμα σε όλους' οι αστικοί χώροι θα πρέπει να διαπνέονται από αρχιτεκτονικά και φυσιολατρικά στοιχεία που να αναδεικνύουν τα τοπικά χαρακτηριστικά, το κλίμα, την οικολογία και την οικοδομική πρακτική."

Οι υποστηρικτές του κινήματος συνηγορούν στο χωροταξικό σχεδιασμό των ανοικτών χώρων, την αρχιτεκτονική και το σχεδιασμό που δένουν με την περιοχή και μια ισορροπημένη ανάπτυξη χώρων εργασίας και κατοικίας. Πιστεύουν ότι οι στρατηγικές αυτές μπορούν να περιορίσουν την κυκλοφοριακή κίνηση, να αυξήσουν το απόθεμα στέγασης στο ευρύ κοινό και να φρενάρουν την αστική εξάπλωση. Ο καταστατικός χάρτης επίσης αναλύει ζητήματα όπως ιστορική διατήρηση, ασφαλείς δρόμοι, οικολογικά κτίρια και επανασχεδιασμός της αποβιομηχανοποιηθείσης γης.

Παραδείγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

ΗΠΑ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νέα αστικοποίηση έχει τεράστια επιρροή στο πώς και πού οι μητροπολιτικής περιοχές επιλέγουν να αναπτυχθούν. Τουλάχιστον δεκατέσσερις μεγάλης κλίμακας πρωτοβουλίες σχεδιασμού βασίζονται στις αρχές προσβασιμότητας των συγκοινωνιών και στις χρήσεις γης, καθώς και χρήση της γειτονιάς ως το λειτουργικό κέντρο μιας περιοχής.

Περισσότερες από εξακόσιες νέες πόλεις, χωριά και γειτονιές στις ΗΠΑ που ακολουθούν τις αρχές του κινήματος, σχεδιάζονται ή βρίσκονται σε φάση κατασκευής. Εκατοντάδες νέων, μικρής κλίμακας αστικών και προαστιακών προγραμμάτων επανακαθιστούν την αστική δομή των πόλεων και των κωμοπόλεων, με τον επανακαθορισμό προσβάσιμων δρόμων και πεζοδρόμων. Στο Μέριλαντ και πολλές άλλες αμερικανικές πολιτείες, οι αρχές της νέας αστικοποίησης αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι μιας φιλοσοφίας "ευφυούς επέκτασης".

Στα μέσα του 1990, το Αμερικανικό Τμήμα Οικιστικής και Αστικής Ανάπτυξης (HUD) υιοθέτησε τις αρχές της νέας αστικοποίησης σε ένα πολυδάπανο πρόγραμμα με στόχο να επανακατασκευαστούν δημόσια κτίρια δημόσιας κατοικίας σε εθνικό επίπεδο. Οι οπαδοί της νέας αστικοποίησης έχουν σχεδιάσει και αναπτύξει εκατοντάδες τέτοια προγράμματα σε οικοδομήσιμες εκτάσεις. Τα περισσότερα προωθήθηκαν από τον ιδιωτικό τομέα, αλλά πολλά, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος του HUD, χρησιμοποίησαν δημόσιο χρήμα.

Σισάιντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Σισάιντ (Seaside) της Φλόριντα, η πρώτη νεοαστικοποιηθείσα πόλη οικοδομήθηκε το 1981 σε έκταση 324.000 μ2 στην παραλιακή της Panhdandle της Φλόριντα. Το έργο φιλοξενήθηκε στις σελίδες του Atlantic Monthly του 1988, όταν μόλις μερικοί δρόμοι είχαν ολοκληρωθεί και κατέστη παγκοσμίως διάσημο για την αρχιτεκτονική του, αλλά και την ποιότητα των δρόμων και των ελεύθερων χώρων.

Το Σισάιντ σήμερα αποτελεί διάσημο τουριστικό προορισμό και εμφανίσθηκε στην ταινία The Truman Show. Τα διαμερίσματα πωλούνταν προς $ 15.000 στις αρχές του 1980 και σε λιγότερο από μία δεκαετία αργότερα η τιμή είχε ανέλθει σε περίπου $ 200.000. Σήμερα, τα περισσότερα από τα σπίτια αξίζουν περισσότερο από ένα εκατομμύριο δολάρια και ορισμένες κατοικίες αγγίζουν μέχρι και τα $5.000.000.

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα new urbanism της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).