Μπρους Τσάτουιν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Τσαρλς Μπρους Τσάτουιν (13 Μαϊου 1940 – 18 Ιανουαρίου 1989) ήταν Άγγλος μυθιστοριογράφος και ταξιδιωτικός συγγραφέας. Κέρδισε το βραβείο James Tait Black Memorial για το μυθιστόρημα του «Στο Μαύρο Λόφο» (1982). Ήταν παντρεμένος και αμφισεξουαλικός και ήταν ένας από τους πιο γνωστούς ανθρώπους στη Βρετανία που προσβλήθηκαν από τον ιό HIV και πέθαναν από AIDS, ωστόσο δεν είχε κάνει γνωστές τις λεπτομέρειες της ασθένειάς του.

Πρώτα Χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπρους Τσάτουιν γεννήθηκε το 1940 στο Σέφιλντ της Αγγλίας, και το πρώτο του σπίτι ήταν το σπίτι των παππούδων του στο Ντρόνφιλντ, κοντά στο Σέφιλντ. Η μητέρα του Μαργαρίτα (το γένος Turnell), είχε μετακομίσει στο σπίτι των γονιών της όταν ο πατέρας του Τσάτουιν, Τσαρλς Τσάτουιν, έφυγε για να υπηρετήσει στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό. Πριν από αυτό ζούσαν στο Μπαρντ Γκριν (Barnt Green) στο Γουορστσεστερσάιρ. Ο Τσάτουιν πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια με τους γονείς του στο Γουέστ Χιθ στο Μπέρμιγχαμ, όπου ο πατέρας του είχε δικηγορικό γραφείο. Σπούδασε στο Κολλέγιο Μάρλμπορο στο Γουιλτσάιρ.[1]

Τέχνη και Αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού έφυγε από το Μάρλμπορο το 1958, ο Τσάτουιν μετακόμισε απρόθυμα στο Λονδίνο για να δουλέψει ως μεταφορέας στο τμήμα Έργων Τέχνης στον οίκο δημοπρασιών Σόθμπις. Χάρη στην οπτική του οξύτητα, γρήγορα έγινε ειδικός του Ιμπρεσσιονισμού για τον οίκο Σόθμπις. Αργότερα έγινε διευθυντής στην εταιρεία. Στο τέλος του 1964 άρχισε να υποφέρει από προβλήματα όρασης, τα οποία απέδιδε στη λεπτομερή ανάλυση των έργων τέχνης που απαιτούσε η δουλειά του. Συμβουλεύτηκε τον ειδικό Πάτρικ Τρέβορ-Ρόπερ (Patrick Trevor-Roper), ο οποίος διέγνωσε ένα λανθάνοντα στραβισμό και του συνέστησε να κάνει εξάμηνη διακοπή από τη δουλειά του στους Σόθμπις. Ο Τρέβορ- Ρόπερ είχε αναμειχθεί με το σχεδιασμό μιας οφθαλμολογικής κλινικής στην Αντίς Αμπέμπα, και πρότεινε στον Τσάτουιν να επισκεφθεί την ανατολική Αφρική. Το Φεβρουάριο του 1965, ο Τσάτουιν έφυγε για το Σουδάν.[2] Όταν επέστρεψε, είχε απογοητευθεί από τον κόσμο της τέχνης και έστρεψε το ενδιαφέρον του στην αρχαιολογία. Παραιτήθηκε από τη θέση του στους Σόθμπις το καλοκαίρι του 1966. Ο Τσάτουιν γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου για να σπουδάσει αρχαιολογία τον Οκτώβριο του 1966.[3] Παρόλο που κέρδισε το Βραβείο Γουόρντροπ (Wardrop Prize) για την καλύτερη εργασία πρωτοετούς, βρήκε την αυστηρότητα της ακαδημαϊκής αρχαιολογίας κουραστική. Πέρασε δύο χρόνια εκεί και έφυγε χωρίς να πάρει πτυχίο.[4]

Λογοτεχνική Καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1972 ο Τσάτουιν προσλήφθηκε από το περιοδικό των Sunday Times ως σύμβουλος τέχνης και αρχιτεκτονικής. Η ενασχόληση του με το περιοδικό καλλιέργησε τις αφηγηματικές του ικανότητες. Ταξίδεψε σε πολλές διεθνείς αποστολές, γράφοντας για θέματα όπως οι Αλγερινοί μετανάστες εργάτες, το Μεγάλο Τείχος της Κίνας και πήρε συνεντεύξεις από πολύ διαφορετικούς ανθρώπους όπως ο Αντρέ Μαλρώ[5] στη Γαλλία και η ποιήτρια Ναντέζντα Μαντελστάμ[6] στη Σοβιετική Ένωση. Το 1972 ο Τσάτουιν πήρε συνέντευξη από την ενενηντατριάχρονη αρχιτέκτονα και σχεδιάστρια Εϊλίν Γκρέι στο σπίτι της στο Παρίσι, όπου παρατήρησε ένα χάρτη μιας περιοχής της Νότιας Αμερικής, της Παταγονίας, που είχε ζωγραφίσει η ίδια. «Πάντα ήθελα να πάω εκεί», της είπε ο Μπρους. «Κι εγώ», απάντησε εκείνη, «πήγαινε εσύ για μένα». Δύο χρόνια αργότερα το Νοέμβριο του 1974, ο Τσάτουιν πέταξε για τη Λίμα του Περού και έφτασε στην Παταγονία, ένα μήνα αργότερα. Όταν έφτασε, παραιτήθηκε από την εφημερίδα με ένα τηλεγράφημα. «Έφυγα για Παταγονία». Πέρασε έξι μήνες στην περιοχή, ένα ταξίδι που είχε ως αποτέλεσμα το βιβλία «Στην Παταγονία» (1977). Αυτή η δουλειά καθιέρωσε τη φήμη του ως ταξιδιωτικού συγγραφέα. Αργότερα, ωστόσο, οι κάτοικοι της περιοχής δεν επιβεβαίωναν τα γεγονότα όπως τα διηγήθηκε ο Τσάτουιν στο βιβλίο του. Ήταν η πρώτη, αλλά όχι η τελευταία φορά στην καριέρα του, όπου συζητήσεις και χαρακτήρες τους οποίους ο Τσάτουιν παρουσίαζε ως αληθινούς υποστηρίχθηκε ότι ήταν φανταστικοί. Μεταγενέστερα έργα περιλαμβάνουν ένα μυθιστόρημα βασισμένο στο δουλεμπόριο «Ο Αντιβασιλεύς της Ουίντα», για το οποίο έκανε έρευνα με παρατεταμένες διαμονές στο Μπενίν, στη Δυτική Αφρική. Για το βιβλίο «Τα μονοπάτια των τραγουδιών» (1987) ένα έργο που συνδυάζει την πραγματικότητα με την επινόηση ο Τσάτουιν πήγε στην Αυστραλία. Μελέτησε την κουλτούρα των Αβορίγινων για να εκφράσει το πως τα τραγούδια τους είναι μια διασταύρωση μεταξύ ενός μύθου για τη δημιουργία, ενός άτλαντα και της προσωπικής ιστορίας του κάθε Αβορίγινα. Συσχέτισε επίσης το ταξίδι που εκφράζεται στα Μονοπάτια των Τραγουδιών με τα δικά του ταξίδια και το μακρύ νομαδικό παρελθόν των ανθρώπων.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Shakespeare 1999, σελ. 65.
  2. Shakespeare 1999, σελίδες 158–159.
  3. Shakespeare 1999, σελ. 178.
  4. Shakespeare 1999, σελ. 214.
  5. Shakespeare 1999, σελ. 280.
  6. Chatwin 1990, σελίδες 83–85

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]