Μπίσμαρκ (θωρηκτό)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μπίσμαρκ (θωρηκτό)
Bundesarchiv Bild 193-04-1-26, Schlachtschiff Bismarck.jpg
Το θωρηκτό Μπίσμαρκ
Πληροφορίες
Παραγγελία 16 Νοεμβρίου 1935
Ναυπηγείο Blohm & Voss, Αμβούργο
Έναρξη ναυπήγησης 1 Ιουλίου 1936
Καθέλκυση 14 Φεβρουαρίου 1939
Ένταξη σε υπηρεσία 24 Αυγούστου 1940
Παροπλισμός Δεν υπήρξε
Δίδυμα σκάφη Θωρηκτό Τίρπιτς
Κατάληξη Βυθίστηκε, 27 Μαΐου 1941
Γενικά χαρακτηριστικά
Εκτόπισμα 41.700 t
Μήκος 251 μ.
Πλάτος 36 μ.
Βύθισμα 9,3 μ.
Πρόωση
  • 12 λέβητες Wagner
    3 στρόβιλοι
    3 έλικες των 3 πτερυγίων
    συνολική ισχύς 150.170 (μέγιστη)[1][2]
Ταχύτητα 30,01 κόμβοι
Αυτονομία 8.870 ναυτικά μίλια (16.430 km) στους 19 κόμβους
Πλήρωμα 103 αξιωματικοί, 1.891 άνδρες σύνολο
Οπλισμός 8 × 38 cm (15 in) SK C/34 (4 × 2)
12 × 15 cm (5.9 in) (6 × 2)
16 × 10.5 cm (4.1 in) SK C/33 (8 × 2)
16 × 3.7 cm (1.5 in) SK C/30 (8 × 2)
12 × 2 cm (0.79 in) FlaK 30 (12 × 1)

Το θωρηκτό μάχης Μπίσμαρκ ήταν γερμανικό σκάφος επιφανείας, ένα από τα μεγαλύτερα της εποχής του, και ανήκε στη δύναμη του Ναυτικού της Ναζιστικής Γερμανίας. Ήταν το πρώτο της ομώνυμης κλάσης θωρηκτών με δεύτερο της ίδιας κλάσης το θωρηκτό Τίρπιτς. Το Μπίσμαρκ ονομάστηκε προς τιμήν του Καγγελάριου Ότο φον Μπίσμαρκ, πρωτοστάτορα της γερμανικής ενοποίησης του 1871[3]. Το σκάφος παραγγέλθηκε το 1935 στα ναυπηγεία Blohm & Voss, στο Αμβούργο από την κυβέρνηση της Ναζιστικής Γερμανίας κατά παράβαση των όρων της συνθήκης των Βερσαλλιών του 1919.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με δεδομένη την ανομοιότητα ισχύος μεταξύ του Kriegsmarine (γερμανικού ναυτικού) και του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, η τακτική των Γερμανών κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν να αποφευχθεί μια κλασικού τύπου ναυμαχία. Αντίθετα, η τακτική που υιοθετήθηκε ήταν να γίνονται επιθέσεις στα συμμαχικά εμπορικά σκάφη είτε με επιδρομές σκαφών επιφανείας είτε, και κυρίως, με υποβρύχια (U-boote). Οι επιθέσεις αυτές σε εμπορικά σκάφη εξυπηρετούσαν πολλαπλούς στόχους: Ανάγκαζαν Βρετανία και Γαλλία να οργανώνουν νηοπομπές, ενώ η δυσκολία εντοπισμού των υποβρυχίων υπαγόρευε τη διασπορά μεγάλου αριθμού αεροσκαφών και σκαφών συνοδείας νηοπομπών, προκειμένου να προστατευτούν τα εμπορικά σκάφη, που ήταν απαραίτητα για τη διατήρηση του εμπορίου και την προμήθεια πολεμικού και μη υλικού. Επιπλέον, οι απώλειες των εμπορικών σκαφών θα περιόριζαν τη μεταφορική ικανότητα των χωρών που πλήττονταν, με ό,τι συνέπειες θα είχε αυτό. Ο ρόλος των σκαφών επιφανείας στο σχέδιο αυτό ήταν να πλήττουν εχθρικές νηοπομπές και να βυθίζουν όσο το δυνατό περισσότερα εμπορικά ή πολεμικά σκάφη. Με τον τρόπο αυτό θα επηρεαζόταν η πολεμική παραγωγή αλλά και ο εν γένει ανεφοδιασμός των χωρών με πρώτες ύλες και τρόφιμα. Με βάση αυτό το σχέδιο, δρομολογήθηκε η κατασκευή σκαφών επιφανείας.

Τα κύρια σκάφη επιφανείας ήταν αρχικά τα τρία θωρηκτά "τσέπης" Ντόιτσλαντ (μετονομάστηκε σε Λύτσοβ κατόπιν διαταγής του Χίτλερ ύστερα από τη βύθιση του Άντμιραλ Γκραφ Σπέε[4]), Άντμιραλ Γκραφ Σπέε και Άντμιραλ Σερ, συνεπικουρούμενα από δύο βαρέα καταδρομικά Άντμιραλ Χίππερ και Πριντς Όιγκεν και δύο καταδρομικά μάχης Σάρνχορστ και Γκνάιζεναου. Το Βίσμαρκ ήταν το πλέον πρόσφατο, ως κατασκευή, και προβλεπόταν να είναι το δεύτερο μεγαλύτερο θωρηκτό παγκοσμίως (μεγαλύτερό του ήταν μόνο το - αρκετά πεπαλαιωμένο - βρετανικό Χουντ (HMS Hood).[5]

Κατασκευή και δοκιμές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το συμβόλαιο κατασκευής του σκάφους μεταξύ της γερμανικής κυβέρνησης και του ναυπηγείου Blohm & Voss στο Αμβούργο υπογράφηκε στις 16 Νοεμβρίου 1935 και η καρένα του τοποθετήθηκε στο ναυπηγείο την 1η Ιουλίου 1936. Το αρχικό σχέδιο (project) έφερε το κωδικό όνομα "F". Η κατασκευή του σκάφους διήρκεσε τρία χρόνια και η καθέλκυση έγινε στις 14 Φεβρουαρίου 1939 με ανάδοχο την Ντοροτέα φον Λέβενφελντ (Dorothea von Loewenfeld), εγγονή του Καγκελαρίου Βίσμαρκ. Ακολούθησαν δοκιμαστικοί πλόες, οι οποίοι διήρκεσαν περίπου 18 μήνες, και στις 24 Αυγούστου 1940 το σκάφος μπήκε σε ενεργή υπηρεσία με κυβερνήτη τον Πλοίαρχο (Kapitän zur See) Ερνστ Λίντεμαν (Ernst Lindemann) και πλήρωμα συνολικά 2.200 ανδρών.[6] Το σκάφος απέπλευσε από το αγκυροβόλιό του στο ναυπηγείο στις 15 Σεπτεμβρίου 1940 και ξεκίνησε τον δοκιμαστικό (για το πλήρωμα) πλου του διερχόμενο από τα κανάλια του Έλβα και του Κιέλου και ανοίχτηκε στη Βαλτική θάλασσα. Οι επανδρωμένες δοκιμές διήρκεσαν μέχρι τις 9 Δεκεμβρίου, οπότε το σκάφος επέστρεψε στο Αμβούργο, προκειμένου να εκτελεστούν οι απαραίτητες βελτιώσεις όπως διαπιστώθηκε ότι χρειάζονταν κατά τον πλου του. Παρέμεινε εκεί ως τις 6 Μαΐου 1941, οπότε απέπλευσε και στις 8 Μαΐου έφθασε στο Κίελο.[7]

Οπλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πυργίσκοι πυροβόλων των 15 ιντσών Anton και Bruno

Ο κύριος οπλισμός του Βίσμαρκ ήταν οκτώ πυροβόλα των 15 ιντσών, τοποθετημένα ανά δύο σε ισχυρά θωρακισμένους πυργίσκους. Δύο από αυτούς βρίσκονταν στο πρόσθιο τμήμα του σκάφους και άλλοι δύο στο οπίσθιο. Το πλήρωμα είχε επονομάσει τους πυργίσκους αυτούς Anton και Bruno (πρόσθιο τμήμα), Caesar και Dora (οπίσθιο τμήμα).[8] Τα πυροβόλα αυτά έδιναν στο σκάφος μεγάλη ισχύ πυρός αλλά, το κυριότερο, είχαν τέτοιο βεληνεκές ώστε επέτρεπαν στο Βίσμαρκ να βάλει εναντίον των αντιπάλων σκαφών από απόσταση τέτοια, που το ίδιο να μην κινδυνεύει από τα πυρά τους. Τα βοηθητικά πυροβόλα ήταν 12 των 5,9 ιντσών, κατανεμημένα σε δυάδες σε τρεις πυργίσκους ανά πλευρά του σκάφους, ενώ υπήρχαν, επίσης, πυροβόλα των 105 και των 37 χιλιοστών. Η αντιαεροπορική άμυνα αποτελούνταν από πληθώρα αντιαεροπορικών πυροβόλων (flak) των 20 mm, τοποθετημένων είτε μεμονωμένα είτε ανά τετράδες. Το σκάφος ήταν επίσης σε θέση να μεταφέρει και να χρησιμοποιεί, για αναγνωρίσεις, τέσσερα αεροσκάφη Arado Ar 196, τα οποία εκτόξευε από καταπέλτη διπλής φοράς.[8].

Θωράκιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασικό ρόλο στην προστασία ενός σκάφους όπως το Μπίσμαρκ έπαιζε η θωράκισή του. Ήδη από την εποχή της ναυπήγησης των τριών θωρηκτών τσέπης, οι Γερμανοί ναυπηγοί είχαν αντικαταστήσει το "κάρφωμα" των πλακών θωράκισης με κόλληση[4] επιτυγχάνοντας το ίδιο αποτέλεσμα με σημαντικά μικρότερο βάρος. Την τεχνική αυτή εκμεταλλεύθηκαν και στο Μπίσμαρκ, έδωσαν όμως ιδιαίτερη προσοχή σε αυτήν, ώστε να καλύψουν όλα τα σημεία του σκάφους που ήταν εύτρωτα σε οβίδες κανονιών, βόμβες αεροσκαφών και τορπίλες. Θωρακίστηκαν το κατάστρωμα, το κύτος και οι πυργίσκοι των πυροβόλων (ιδιαίτερα βαρεία θωράκιση διέθεταν οι πυργίσκοι των κανονιών των 15 ιντσών). Αν και η όλη τεχνική βρισκόταν ένα σκαλί πίσω από αυτή των Άγγλων και των Αμερικανών σχετικά με τη θωράκιση των πλοίων, η θωράκιση ήταν αξιοπρόσεκτη για το συνολικό της πάχος: Σχεδόν το μισό βάρος του σκάφους οφειλόταν σε αυτή.[8]

Επιχειρησιακή δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ολοκληρώθηκαν οι δοκιμές και οι ασκήσεις του Μπίσμαρκ και έγιναν οι απαραίτητες μετατροπές στα επιμέρους τμήματά του, στο σκάφος μεταφέρθηκαν τα δύο πρώτα αναγνωριστικά αεροσκάφη "Arado 196 (14 - 17 Μαρτίου 1941) και στις 2 Απριλίου 1941 μεταφέρθηκαν και τα υπόλοιπα δύο από τα τέσσερα προβλεπόμενα. Στις 5 Μαΐου το σκάφος δέχεται την επίσκεψη του Χίτλερ που συνοδεύεται από τον Κάιτελ, ο οποίος θέτει ως επικεφαλής της αποστολής τον Ναύαρχο Λύτγιενς.[9] Η τελευταία δοκιμή με τα αεροσκάφη επί του πλοίου κατέληξε στην απενεργοποίηση του γερανού φορτοεκφόρτωσης των 12 τόνων, που χρειάστηκε επισκευή. Όταν και αυτή ολοκληρώθηκε (16 Μαΐου 1941), το Μπίσμαρκ θεωρήθηκε επιχειρησιακά έτοιμο και αποφασίστηκε η συμμετοχή του στην «Επιχείρηση Rheinübung» (= άσκηση στον Ρήνο). Η επιχείρηση αυτή προέβλεπε επιθέσεις μεγάλων σκαφών επιφανείας του Kriegsmarine κατά των συμμαχικών νηοπομπών στον Ατλαντικό. Η αρχική πρόβλεψη περιλάμβανε, εκτός από το Μπίσμαρκ, τα βαρέα καταδρομικά Σάρνχορστ και Γκνάιζενάου, τα οποία βρίσκονταν στο λιμένα της Βρέστης. Ωστόσο, η Βρετανική αεροπορία, έχοντας αντιληφθεί την απειλή που αποτελούσαν αυτά τα σκάφη για τις νηοπομπές που εφοδίαζαν το Ηνωμένο Βασίλειο με ποικίλα υλικά, έκανε επανειλημμένες αεροπορικές επιδρομές εναντίον τους. Το μεν Σάρνχορστ εκείνη την περίοδο χρειάστηκε να υποστεί πολύ μεγάλες επισκευές στις μηχανές του (αν και δεν επλήγη), το δε Γκνάιζενάου δέχτηκε μια τορπίλη, η οποία το έθεσε εκτός μάχης για έξι μήνες. Έτσι, στην επιχείρηση θα συμμετείχε μόνο το Μπίσμαρκ, συνοδευόμενο από το βαρύ καταδρομικό Πριντς Όιγκεν (Prinz Eugen, Πρίγκηψ Ευγένιος). Οι οδηγίες του Μεγάλου Ναυάρχου Έριχ Ραίντερ προς τον Λύτγιενς ήταν σαφείς: Τα δύο σκάφη δεν έπρεπε να εμπλακούν σε ναυμαχίες με σκάφη σχεδόν ίδιας δυναμικότητας με αυτά: Ο αντικειμενικός σκοπός τους ήταν να καταστρέψουν όσο περισσότερα εμπορικά ή μικρότερα σκάφη τούς ήταν δυνατό. Ο Λύτγιενς ζήτησε από τον Ραίντερ να καθυστερήσει την έναρξη της επιχείρησης, ώστε η δύναμή του να περιλάβει το Σάρνχορστ ή το δίδυμο του Μπίσμαρκ θωρηκτό Τίρπιτς (Tirpitz). Ο Ραίντερ αρνείται: Το μεν καταδρομικό δεν θα έχει ολοκληρώσει τις επισκευές του πριν τον Ιούλιο του επόμενου έτους, το δε πλήρωμα του Τίρπιτς δεν έχει ακόμη το επαρκώς εκπαιδευμένο πλήρωμα που απαιτείται για παρόμοιες επιχειρήσεις. Η άρνηση του Ραίντερ δεν είναι αναιτιολόγητη: Ο Μέγας Ναύαρχος έχει πληροφορηθεί την επικείμενη Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα (εισβολή της Ναζιστικής Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση), γνωρίζει τον ήσσονα ρόλο του Ναυτικού σε αυτήν και θέλει να εντυπωσιάσει τον Χίτλερ με σημαντικά επιτεύγματα του Ναυτικού, ώστε να μην περικοπούν οι δαπάνες για την κατασκευή νέων σκαφών επιφανείας, όπως έχει αποφασίσει ο Φύρερ.[10]

Επιχείρηση Rheinübung[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 16 Μαΐου ο Λύτγιενς ανέφερε ότι τόσο το Μπίσμαρκ όσο και το Πριντς Όιγκεν ήταν πλήρως προετοιμασμένα για να εκκινήσουν για την "επιχείρηση Rheinübung". Έλαβε τη διαταγή να προχωρήσει στην επιχείρηση το βράδυ της 19ης Μαΐου.[11] Μαζί τους θα απέπλεαν και δεκαοκτώ εφοδιαστικά σκάφη προς υποστήριξη των δύο μεγάλων πολεμικών. Της νηοπομπής θα προηγούνταν τέσσερα υποβρύχια (U-boote) που θα λάμβαναν θέση μεταξύ Χάλιφαξ και Βρετανίας, υπό τύπον ανιχνευτικών σκαφών.[12]

Με την έναρξη της επιχείρησης το πλήρωμα του Μπίσμαρκ είχε φθάσει το σύνολο των 2.221 αξιωματικών και ναυτών. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν 65 αξιωματικοί του επιτελείου του Ναυάρχου και 80 επιπλέον ναύτες προς επάνδρωση των σκαφών που θα συλλαμβάνονταν κατά την επιχείρηση. Το Μπίσμαρκ απέπλευσε από το Γκοτενχάφεν στις 2 το πρωί της 20ής Μαΐου και συναντήθηκε με το Πριντς Όιγκεν στις 11:25΄, καθώς το καταδρομικό είχε αποπλεύσει την προηγουμένη στις 21:20 από το Καπ Αρκόνα. Τα δύο σκάφη συνόδευαν τρία αντιτορπιλικά (Z10 Hans Lody, Z16 Friedrich Eckoldt και Z23) καθώς και ένας στολίσκος από ναρκαλιευτικά. Η Λουφτβάφε παρείχε πλήρη αεροπορική υποστήριξη σε όλη την πορεία των σκαφών εντός των γερμανικών υδάτων. Το μεσημέρι της 20ής Μαΐου, ο κυβερνήτης Λίντεμαν ενημερώνει, μέσω των μεγαφώνων του σκάφους, το πλήρωμα σχετικά με την αποστολή. Σχεδόν την ίδια στιγμή, ένα σμήνος δέκα ή δώδεκα σουηδικών αναγνωριστικών αεροσκαφών εντοπίζει τη γερμανική νηοπομπή και ενημερώνει σχετικά τόσο για την κατεύθυνση όσο και για τη σύνθεσή της. Οι Γερμανοί, όμως, δεν εντόπισαν τους Σουηδούς.[12] Μια ώρα αργότερα, ο γερμανικός στολίσκος συνάντησε το σουηδικό καταδρομικό Γκότλαντ (HMS Gotland), το οποίο τον παρακολούθησε επί δίωρο στον πορθμό του Κατεγάτη. Το καταδρομικό απέστειλε στο σουηδικό ναυαρχείο αναφορά, στην οποία μεταξύ άλλων, ανέφερε: "... δύο μεγάλα σκάφη, τρία αντιτορπιλικά, πέντε σκάφη συνοδείας και 10 - 12 αεροσκάφη πέρασαν από το Μάρστραντ (Marstrand) (βόρεια του Γκέτεμποργκ) με πορεία 205°/20'".[13] Το γερμανικό επιτελείο, φυσικά, δεν ανησύχησε για την παρουσία του σουηδικού καταδρομικού, ωστόσο και ο Λύτγιενς και ο Λίντεμαν αντιλήφθηκαν ότι η μυστικότητα της επιχείρησης είχε καταρρεύσει. Η αναφορά έφθασε στον Πλοίαρχο Χένρυ Ντέναμ (Henry Denham), τον Βρετανό ακόλουθο του Βρετανικού ναυτικού στο σουηδικό ναυαρχείο, ο οποίος και την μετέδωσε στο Βρετανικό ναυαρχείο. Οι αποκρυπτογράφοι του Μπλέτσλεϊ Παρκ επιβεβαίωσαν την επικείμενη επιδρομή στον Ατλαντικό, καθώς κατόρθωσαν να αποκρυπτογραφήσουν αναφορές τόσο από το Μπίσμαρκ όσο και από το Πριντς Όιγκεν ότι είχαν επιβιβάσει τους πρόσθετους άνδρες του πληρώματος, ενώ αιτούνταν την αποστολή πρόσθετων χαρτών πλοήγησης από το αρχηγείο. Δύο αεροσκάφη Σπιτφάιρ απογειώθηκαν για να εντοπίσουν τον γερμανικό στολίσκο κατά μήκος των ακτών της Νορβηγίας.[12]

Εν τω μεταξύ τα γερμανικά αναγνωριστικά ανέφεραν ότι ένα αεροπλανοφόρο, τρία θωρηκτά και τέσσερα καταδρομικά παρέμεναν αγκυροβολημένα στη βάση του Σκάπα Φλόου, γεγονός που έδωσε στον Λύτγιενς την εντύπωση ότι οι Βρετανοί, ως τότε, δεν είχαν πληροφορηθεί τα σχετικά με την επιχείρησή του. Το βράδυ της 20ής Μαΐου ο γερμανικός στολίσκος έφθασε στα παράλια της Νορβηγίας, όπου τα ναρκαλιευτικά αποσπάστηκαν ενώ τα δύο βαρέα πολεμικά και τα συνοδευτικά αντιτορπιλικά συνέχισαν την πορεία τους προς τα βόρεια. Το επόμενο πρωί οι αξιωματικοί επικοινωνιών του Πριντς Όιγκεν συνέλαβαν ένα μήνυμα προς τα βρετανικά αναγνωριστικά, τα οποία είχαν διαταχθεί να εντοπίσουν, κατά μήκος των νορβηγικών ακτών, στολίσκο δύο βαρέων σκαφών και τριών αντιτορπιλικών συνοδείας. Στις 7 το πρωί της 21ης Μαΐου, οι Γερμανοί εντοπίζουν άγνωστης ταυτότητας αεροσκάφος, το οποίο ταχύτατα εξαφανίζεται. Γύρω στις 12 το μεσημέρι, ο στολίσκος φθάνει στο Μπέργκεν, αγκυροβολεί στο Γκρίμσταντφιορδ (Grimstadfjord) και τα πληρώματα αρχίζουν να αλλάζουν τα χρώματα του καμουφλάζ των σκαφών.[11]

Αεροφωτογραφία του Γκρίμσταντφιορδ που τράβηξε από το Σπιτφάιρ του ο Βρετανός πιλότος Μάικλ Σάκλινγκ. Διακρίνεται ευκρινώς το Μπίσμαρκ.

Κατά τη διάρκεια παραμονής του Μπίσμαρκ στη Νορβηγία, δύο Messerschmitt Bf 109 πετούσαν συνεχώς κάνοντας κύκλους γύρω του, ώστε να αποτρέψουν τυχόν βρετανικές επιθέσεις από αέρος. Ωστόσο, ο Βρετανός πιλότος Μάικλ Σάκλινγκ (Michael Suckling) κατόρθωσε να φωτογραφήσει τον γερμανικό στολίσκο, υπεριπτάμενος στα 8.000 μ.[11] Όταν έλαβε αυτή την πληροφορία, ο Ναύαρχος Τζων Τόβυ (John Tovey) έδωσε εντολή να αποπλεύσουν το Χουντ (HMS Hood) και το νεότευκτο Πρίγκηψ της Ουαλίας (HMS Prince of Wales), συνοδευόμενα από έξι αντιτορπιλικά, ενισχύοντας έτσι τα δύο καταδρομικά, Σάφφολκ και Νόρφολκ (HMS Suffolk. HMS Norfolk), τα οποία περιπολούσαν στα στενά της Δανίας.[14] Το υπόλοιπο του στόλου προάσπισης της Βρετανίας (Home Fleet) διατάχτηκε να αναμείνει σε υψηλής ετοιμότητας επιφυλακή στο Σκάπα Φλόου. Κλήθηκαν, επίσης, δεκαοκτώ βομβαρδιστικά για εναέρια προσβολή των γερμανικών σκαφών, αλλά ο καιρός πάνω από το φιορδ χειροτέρευσε και τα αεροσκάφη στάθηκε αδύνατο να εντοπίσουν τα γερμανικά πολεμικά.[15] Στο φιορδ, ωστόσο, το Μπίσμαρκ δεν ανεφοδιάστηκε σε καύσιμα σε αντίθεση με το Πριντς Όιγκεν που μεταφόρτωσε περίπου 760 τόνους μαζούτ.

Στις 19:30 την εσπέρα της 21ης Μαΐου ο γερμανικός στολίσκος απέπλευσε από το φιορδ του Μπέργκεν, γεγονός που θορύβησε τους Βρετανούς[4] Τα μεσάνυκτα και ενώ κατευθυνόταν προς τον Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό, ο Έριχ Ραίντερ ανακοίνωσε την αποστολή - επιχείρηση στον Χίτλερ, από τον οποίο εισέπραξε μια χλιαρή συναίνεση. Στις 4 το πρωί της 22ας Μαΐου και ενώ ο στολίσκος περνούσε στα ανοικτά του Τρόντχαϊμ, αποσπάστηκαν από αυτόν να τρία αντιτορπιλικά. Ο Λύτγιενς, έχοντας πλέον μόνο το Μπίσμαρκ και το Πριντς Όιγκεν άλλαξε πορεία προς τα στενά της Δανίας για να αποπειραθεί να ανοιχτεί στον Ατλαντικό Ωκεανό.[13] Τα γερμανικά σκάφη αύξησαν την ταχύτητά τους στους 27 κόμβους (περίπου (50 km/h) για να πραγματοποιήσουν τη διέλευση από τα στενά, ενώ παράλληλα ενεργοποίησαν τα ραντάρ τους.[16] Το Μπίσμαρκ βρισκόταν περίπου 700 μ. μπροστά από το Πριντς Όιγκεν αλλά η ομίχλη περιόριζε την ορατότητα στα 3 ως 4 χλμ. Λόγω της ύπαρξης πάγων στη θάλασσα, τα σκάφη αναγκάστηκαν να μειώσουν την ταχύτητά τους στους 24 κόμβους και να κάνουν ελιγμούς, προκειμένου να αποφύγουν τα επιπλέοντα κομμάτια πάγων. Στις 19:22΄ οι Γερμανοί χειριστές του ραντάρ εντόπισαν το βρετανικό καταδρομικό Σάφφολκ σε απόσταση περίπου 12,5 χλμ. Η ομάδα ασυρμάτου του Πριντς Όιγκεν αποκρυπτογράφησε τα σήματα του Σάφφολκ και διαπίστωσε ότι η θέση των γερμανικών σκαφών είχε αναφερθεί στο βρετανικό ναυαρχείο.[4]

Ο Λύτγιενς επέτρεψε στον κυβερνήτη του Πριντς Όιγκεν να εμπλακεί με το Σάφφολκ, αλλά ο Γερμανός πλοίαρχος δεν μπορούσε να στοχεύσει, λόγω των συνθηκών, με ακρίβεια τον στόχο του κι έτσι δεν άνοιξε πυρ.[17] Το Σάφφολκ, αντιλαμβανόμενο ότι δεν θα μπορούσε να εμπλακεί σε μάχη με τα υπέρτερά του γερμανικά σκάφη αποσύρθηκε σε απόσταση ασφαλείας και συνέχισε, μέσω ραντάρ, να τα παρακολουθεί. Στις 20:30΄ το βαρύ καταδρομικό Νόρφολκ συναντήθηκε με το Σάφφολκ αλλά έκανε το σφάλμα να πλησιάσει σε μη ασφαλή απόσταση τα γερμανικά σκάφη, με αποτέλεσμα να δεχθεί έξι ομοβροντίες από το Μπίσμαρκ, από τις οποίες έπεσαν πολύ κοντά στο βρετανικό πολεμικό, γεμίζοντας θραύσματα οβίδων το κατάστρωμά του. Ο Βρετανός κυβερνήτης δημιούργησε προπέτασμα καπνού και υποχώρησε, εισερχόμενος σε παρακείμενο στρώμα ομίχλης, δίνοντας τέλος στη σύντομη αυτή μάχη. Ωστόσο, οι ισχυροί κραδασμοί που δημιούργησαν στο σκάφος οι κανονιοβολισμοί των πυροβόλων των 15 ιντσών, απενεργοποίησαν το ραντάρ του πλοίου. Ο Λύτγιενς διέταξε το Πριντς Όιγκεν να τεθεί επικεφαλής, ώστε να χρησιμοποιήσει το δικό του ραντάρ για τον εντοπισμό εχθρικού σχηματισμού.[17]

Γύρω στις 10 το βράδυ ο Λύτγιενς διέταξε το Μπίσμαρκ να κάνει στροφή 180ο για να αιφνιδιάσει τα δύο βρετανικά καταδρομικά που παρακολουθούσαν τα σκάφη του. Το Μπίσμαρκ, καλυπτόμενο από ισχυρή βροχόπτωση, πραγματοποίησε τον ελιγμό, αλλά το ραντάρ του Σάφφολκ τον εντόπισε έγκαιρα, επιτρέποντας στο σκάφος να διαφύγει.[17] Τα δύο βρετανικά καταδρομικά συνέχισαν καθ' όλη τη διάρκεια της νύκτας την παρακολούθηση των γερμανικών πλοίων, αλλά η κακοκαιρία υποχώρησε και το πρωινό της 24ης Μαΐου ξημέρωσε με καθαρό ουρανό. Στις 05:07΄ το πρωί, το Πριντς Όιγκεν ανέφερε ότι εντόπισε δύο ταχέως κινούμενα αταυτοποίητα σκάφη με διεύθυνση πυξίδας 280ο ως προς αυτό και σε απόσταση 20 ναυτ. μιλίων.

Ναυμαχία των Στενών της Δανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 05:45΄ οι Γερμανοί παρατηρητές εντόπισαν καπνό στον ορίζοντα: Επρόκειτο για τα δύο θωρηκτά που είχε στείλει ο Τόβυ, το Χουντ και το Πρίγκηψ της Ουαλίας, υπό την ηγεσία του Αντιναυάρχου Λάνσελοτ Χόλλαντ (Lancelot Holland). Ο Λύτγιενς διέταξε τα πληρώματα των σκαφών του να πάρουν θέσεις μάχης. Στις 05:22΄ η απόσταση που χώριζε τα γερμανικά από τα βρετανικά σκάφη είχε περιοριστεί στα 26.000 μέτρα και το επόμενο λεπτό το Χουντ άνοιξε πυρ, ακολουθούμενο από το Πρίγκηψ της Ουαλίας με διαφορά ενός λεπτού. Το Χουντ έβαλε εναντίον του Πριντς Όιγκεν, νομίζοντάς το για το Μπίσμαρκ ενώ το Πρίγκηψ της Ουαλίας στοχοποίησε το Μπίσμαρκ.

Τα βρετανικά σκάφη προσέγγιζαν τα γερμανικά με την πλώρη στραμμένη προς αυτά, γεγονός που τα υποχρέωνε να χρησιμοποιούν μόνο τα πυροβόλα της πλώρης. Τα γερμανικά σκάφη, αντίθετα, ήσαν στραμμένα στο πλάι, πράγμα που τους επέτρεπε να χρησιμοποιήσουν όλα τα πυροβόλα τους. Ο Χόλλαντ το παρατήρησε και διέταξε στροφή 20ο. Και τα δύο γερμανικά σκάφη συγκέντρωσαν αρχικά το πυρ τους εναντίον του Χουντ. Το Μπίσμαρκ μετά από τρεις ομοβροντίες κατόρθωσε να στοχεύσει επακριβώς το βρετανικό σκάφος και ο αξιωματικός βολής διέταξε ταχύ πυρ με οκτώ από τα πυροβόλα των 15 ιντσών, ενώ παράλληλα διέταξε πυρ με τα μικρότερα πυροβόλα κατά του Πρίγκηψ της Ουαλίας. Τη στιγμή εκείνη ο Χόλλαντ διέταξε στροφή άλλων 20ο ώστε να φέρει τα σκάφη του παράλληλα με τα γερμανικά. Η τέταρτη όμως ομοβροντία του Μπίσμαρκ κατάφερε να πλήξει το Χουντ με μια οβίδα στο ασθενώς θωρακισμένο κατάστρωμά του. Η οβίδα προκάλεσε πυρκαϊά και έφθασε ως την οπίσθια πυριτιδαποθήκη του βρετανικού θωρηκτού, η οποία περιείχε 112 τόνους κορδίτη, οι οποίοι εξερράγησαν κόβοντας το σκάφος στα δύο: Το πρόσθιο τμήμα συνέχισε να κινείται λόγω αδράνειας, αλλά σύντομα κατακλύσθηκε από τα νερά και η πλώρη υψώθηκε σχεδόν κατακόρυφα, ενώ για τον ίδιο λόγο ανασηκώθηκε και η πρύμνη. Το Χουντ βυθίστηκε σχεδόν αύτανδρο, αφού μόνον δύο άνδρες, ο τιμονιέρης και ένας ναύτης (κατ' άλλες πηγές τρεις), από το σύνολο των 1.419 ανδρών του πληρώματος περισυνελλέγησαν από τα παγωμένα νερά. Σύμφωνα με τον Ρεϊμόν Καρτιέ, η καταστροφή αυτή οφειλόταν σε κατασκευαστικό λάθος, που επέτρεψε στην πυρκαγιά που προκάλεσε η (διατρητική) οβίδα να εξαπλωθεί στην αποθήκη πυρομαχικών (είχαν συμβεί και άλλες παρόμοιες βυθίσεις μεγάλων σκαφών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και παλαιότερα, όπως αυτή του HMS Indefatigable).[4]

Όταν το Χουντ εξαφανίστηκε, το Μπίσμαρκ έστρεψε τα πυρά του κατά του κατά πολύ ασθενέστερου Πρίγκηψ της Ουαλίας, το οποίο μένοντας μόνο κτυπήθηκε τέσσερις φορές μέσα σε τέσσερα λεπτά. Μια οβίδα έπληξε το βρετανικό θωρηκτό αλλά δεν εξερράγη: Πέρασε στην άλλη πλευρά του σκάφους, φονεύοντας όλους όσοι βρίσκονταν στο κέντρο διοίκησης του σκάφους, εκτός από τον κυβερνήτη του Τζων Λητς (John Leach) και έναν ακόμη αξιωματικό. Η ανισότητα ήταν τέτοια που ο Λητς διέταξε την απεμπλοκή του νεότευκτου θωρηκτού, το οποίο είχε ήδη υποστεί σημαντικές ζημιές, ενώ παρουσίασε και δυσλειτουργίες στα οπλικά του συστήματα (χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι στο σκάφος επέβαιναν ακόμη πολίτες τεχνικοί),[15] ενώ ο Καρτιέ είναι σαφέστερος: Αναγράφει ότι το ροντάζ του σκάφους δεν είχε συμπληρωθεί. Τη στιγμή της απεμπλοκής του το Πρίγκηψ της Ουαλίας είχε σε λειτουργία μόνο δύο από τα δεκατέσσερα πυροβόλα των 14 ιντσών. Το σκάφος έκανε στροφή 160ο και δημιούργησε προπέτασμα καπνού για να καλύψει την υποχώρησή του. Τα γερμανικά σκάφη σταμάτησαν το πυρ καθώς η απόσταση μεταξύ των σκαφών είχε μεγαλώσει και, παρά την επιμονή του κυβερνήτη Λίντεμαν να κυνηγήσουν το αντίπαλο σκάφος και να το βυθίσουν, ο Λύτγιενς παρέμεινε πιστός στις εντολές του να αποφύγει αχρείαστες εμπλοκές με σκάφη που δεν συνόδευαν νηοπομπές.

Ωστόσο, το πιο αδύναμο βρετανικό σκάφος δεν αποχώρησε άπρακτο: Τρεις οβίδες του είχαν πλήξει το Μπίσμαρκ, μία στην ίσαλο γραμμή, αρκετά χαμηλά ώστε να δημιουργήσει ρήγμα από το οποίο ο κυματισμός έμπαινε στο σκάφος, μία εξερράγη πλάι στην αποθήκη τορπιλών, χωρίς να τη φθάσει και οι ζημίες που προκάλεσε ήταν σχετικά ασήμαντες και η τρίτη διαπέρασε μια από τις σωσίβιες λέμβους και "προσγειώθηκε" στον καταπέλτη των αεροσκαφών, χωρίς να εκραγεί. Ωστόσο, αν και οι ζημίες εκτιμήθηκαν αρχικά ως "ασήμαντες", αποδείχτηκε ότι δεν ήταν: Η πρώτη οβίδα είχε προκαλέσει ρήγμα και σε δεξαμενή καυσίμων, στην οποία αρχικά σημειώθηκε είσοδος θαλασσινού νερού, ενώ αργότερα σημειώθηκε διαρροή μαζούτ.

Όσο διαρκούσε η εμπλοκή του Μπίσμαρκ με το Χουντ το Πριντς Όιγκεν "ασχολήθηκε" με το Πρίγκηψ της Ουαλίας αλλά, κατ' εντολή του Λύτγιενς, και με τα δύο καταδρομικά που είχαν γίνει σκιά των γερμανικών. Ύστερα από την απεμπλοκή των Βρετανών, ο Λύτγιενς διέταξε τα σκάφη του να ακολουθήσουν πορεία προς τον Βόρειο Ατλαντικό.

Ύστερα από τη ναυμαχία ο Λύτγιενς ανέφερε: "Ένα θωρηκτό, πιθανόν το Χουντ, βυθίστηκε, ένα δεύτερο, το Βασιλιάς Γεώργιος V (King George V) ή το Ρινόουν (Renown) υποχώρησε με ζημιές. Δύο βαρέα καταδρομικά διατηρούν την επαφή μας με το βρετανικό Ναυαρχείο". Στις 8 το πρωί γνωστοποιεί τις προθέσεις του στο γερμανικό ναυαρχείο: Το Πριντς Όιγκεν θα συνεχίσει την αποστολή ενώ το Μπίσμαρκ θα κατευθυνθεί προς το Σαιν Ναζαίρ για επισκευές. Το καταδρομικό, που έπλεε επικεφαλής, βραδυπόρησε ώστε να επιτρέψει στο θωρηκτό να προσπεράσει, προκειμένου να ελέγξει τη διαρροή καυσίμων και επιβεβαίωσε σοβαρή διαρροή καυσίμων και από τις δύο πλευρές της πλώρης του Μπίσμαρκ. Στη συνέχεια μπήκε ξανά εμπρός. Η διαρροή, όμως, επισημάνθηκε και από βρετανικό αναγνωριστικό, το οποίο ενημέρωσε τις δύο βρετανικές "σκιές" του γερμανικού σχηματισμού, καταδρομικά "Σάφφολκ" και "Νόρφολκ", τα οποία είχε, στο μεταξύ, συναντήσει το Πρίγκηψ της Ουαλίας. Ο υποναύαρχος Ουέικ-Ουόκερ (Wake-Walker), διοικητής της μοίρας των καταδρομικών, έδωσε εντολή στο τραυματισμένο θωρηκτό να παραμείνει πίσω από τα σκάφη του.[17]

Η καταδίωξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βρετανοί, στο μεταξύ, έχουν θορυβηθεί σημαντικά και κινητοποιούν όλες τους τις ναυτικές δυνάμεις (ο Καρτιέ αναφέρει χαρακτηριστικά εναντίον του κινητοποιείται ο Ατλαντικός)[4] Το Ναυαρχείο διατάσσει όλα τα διαθέσιμα πολεμικά στην περιοχή να συμβάλουν στην καταδίωξη των γερμανικών. Ο "Χόουμ Φλητ" του Ναυάρχου Τόβυ έπλεε με όλη του την ταχύτητα προς συνάντηση των Γερμανών, αλλά στις 24 Μαΐου οι μονάδες του απείχαν από 400 ως 600 ναυτ. μίλια από αυτούς. Εν τω μεταξύ, το Ναυαρχείο έδωσε διαταγή στα ελαφρά καταδρομικά HMS Manchester, HMS Birmingham και HMS Arethusa να περιπολούν στα στενά της Δανίας, για την περίπτωση που ο Λύτγιενς θα ακολουθούσε την ίδια πορεία για την επιστροφή του, ενώ ο στόλος του Τόβυ ενισχύεται με το Ρόντνεϊ" (HMS Rodney) το οποίο εγκατέλειψε τη συνοδεία του RMS Britannic και το ίδιο έπραξαν τα δύο παλαιά θωρηκτά Ριβέντζ (HMS Revenge) και Ράμιλλιες (HMS Ramillies), τα οποία εγκατέλειψαν τη συνοδεία της νηοπομπής "HX 127". Συνολικά, εναντίον του Μπίσμαρκ κινητοποιήθηκαν έξι θωρηκτά και βαρέα καταδρομικά, δύο αεροπλανοφόρα, δεκατρία ελαφρά καταδρομικά και εικοσιένα αντιτορπιλικά. Γύρω στις 5 το απόγευμα, το πλήρωμα και οι τεχνικοί στο Πρίγκηψ της Ουαλίας κατάφεραν να επισκευάσουν εννέα από τα δέκα κύρια πυροβόλα του σκάφους, γεγονός που επέτρεψε στον Ουέικ-Ουόκερ να θέσει το θωρηκτό επικεφαλής του σχηματισμού του, ώστε να είναι άμεσα δυνατή η επίθεση κατά του Μπίσμαρκ, αν το συναντούσε.

Οι καιρικές συνθήκες χειροτέρευσαν. Ο Λύτγιενς αποπειράθηκε να αποσπαστεί από το Πριντς Όιγκεν, αλλά το μπουρίνι δεν ήταν αρκετά δυνατό ώστε να καλύψει την προσπάθεια από τα βρετανικά καταδρομικά, τα οποία συνέχιζαν να έχουν επαφή με τα γερμανικά σκάφη μέσω ραντάρ. Έτσι, το Πριντς Όιγκεν συνέχισε να πλέει με τη συνοδεία του Μπίσμαρκ. Αποσπάστηκε από αυτό με επιτυχία στις 18:14΄, ενώ το Μπίσμαρκ ανέκρουσε πλώρη για να επιτεθεί στον σχηματισμό του Ουέικ-Ουόκερ, αναγκάζοντας το Σάφφολκ να υποχωρήσει με όλη του την ταχύτητα. Αυτό, όμως, επέτρεψε στο Πρίγκηψ της Ουαλίας να βάλει δώδεκα ομοβροντίες κατά του γερμανικού σκάφους, το οποίο απάντησε με εννέα ομοβροντίες. Καμία από αυτές δεν βρήκε στόχο. Ο επιτυχημένος αυτός αντιπερισπασμός από πλευράς Γερμανών επέτρεψε στο Πριντς Όιγκεν να ξεγλιστρήσει χωρίς να γίνει αντιληπτό από τα βρετανικά σκάφη.

Το Μπίσμαρκ, αν και "τραυματισμένο" είχε καταφέρει να διατηρήσει υψηλή ταχύτητα (27 - 28 κόμβοι). Οι Βρετανοί όφειλαν να το επιβραδύνουν, αν ήθελαν να το εμποδίσουν να φθάσει στη βάση του Σαιν Ναζαίρ. Στις 4 το απόγευμα της 25ης Μαΐου ο Τόβυ διέταξε το αεροπλανοφόρο Βικτόριους και τέσσερα ελαφρά καταδρομικά να αλλάξουν πορεία, ώστε τα τορπιλοβόλα αεροσκάφη του Βικτόριους να μπορέσουν να φθάσουν το γερμανικό σκάφος και να το πλήξουν. Τα αεροσκάφη απονηώθηκαν στις 22:00΄: Τον σχηματισμό αποτελούσαν έξι Fairey Fulmar και εννέα Fairey Swordfish, αλλά οι πιλότοι τους ήταν άπειροι: Κατεύθυναν τα πυρά τους αρχικά εναντίον του Νόρφολκ, το οποίο απέφυγε μεν τις τορπίλες, αλλά η αποτυχημένη αυτή επίθεση έθεσε σε συναγερμό το αντιαεροπορικό πυροβολικό του Μπίσμαρκ, το οποίο χρησιμοποίησε για την άμυνά του όλα τα διαθέσιμα πυροβόλα, ακόμη και του κυρίου πυροβολικού, για να δημιουργήσει τεράστιους πίδακες νερού, που δυσχέραιναν την πορεία των αεροσκαφών.[17] Ωστόσο, δεν κατόρθωσε να καταρρίψει κανένα από τα επιτιθέμενα αεροσκάφη, τα οποία έριξαν συνολικά εννέα τορπίλες εναντίον του. Διέφυγε από τις οκτώ, αλλά η ένατη έπληξε το σκάφος στο μέσον της κύριας ζώνης θωράκισης προκαλώντας πολύ μικρές ζημίες, ένα νεκρό, ο οποίος από την ώση της έκρηξης εκτοξεύθηκε σε μεταλλικό τοίχο και πέντε τραυματίες. Προκάλεσε, επίσης, μικροζημιές στα ηλεκτρικά του σκάφους. Πολύ πιο σημαντικές ήταν οι ζημιές που προκλήθηκαν από τους ελιγμούς αποφυγής των τορπιλών: Οι ταχείες μεταβολές ταχύτητας και πορείας χαλάρωσαν τους, ήδη χαλαρούς από το πλήγμα οβίδας, αρμούς της πλώρης, με συνέπεια να αυξηθεί το μέγεθος του ρήγματος που είχε προκληθεί εκεί. Η εισροή υδάτων είχε γίνει πλέον τόσο σημαντική, ώστε το μηχανοστάσιο αριθ. 2 έπρεπε να εγκαταλειφθεί. Η εγκατάλειψη αυτή σε συνδυασμό με την απώλεια καυσίμων είχαν ως συνέπεια την ελάττωση της ταχύτητας του σκάφους στους 16 κόμβους. Οι Γερμανοί αντιμετώπισαν το πρόβλημα στέλνοντας δύτες, οι οποίοι επισκεύασαν πρόχειρα το ρήγμα της πλώρης, με συνέπεια την αύξηση της ταχύτητας του Μπίσμαρκ στους 20 κόμβους, ταχύτητα που το επιτελείο διακυβέρνησης έκρινε ως την οικονομικότερη σε καύσιμα, προκειμένου το σκάφος να καταφέρει να φθάσει στο λιμάνι της κατεχόμενης Γαλλίας.[13]

Όταν τα αεροσκάφη αποχώρησαν, το Μπίσμαρκ και το Πρίγκηψ της Ουαλίας ενεπλάκησαν εκ νέου σε σύντομη ναυμαχία, στην οποία κανένα σκάφος δεν πέτυχε να πλήξει το άλλο. Αμέσως μετά, ομάδες αποκαταστάσεως ζημιών του γερμανικού σκάφους κατάφεραν να εμποδίσουν την είσοδο θαλασσινού νερού στην τουρμπίνα, το οποίο θα κατέστρεφε τα ελάσματά της, προκαλώντας τη διακοπή της λειτουργίας της και, ως εκ τούτου, τη σημαντική ελάττωση της ταχύτητας του σκάφους. Η ταχύτητα μειώθηκε στους 12 κόμβους το πρωί της 25ης Μαΐου για να επιτραπεί στους δύτες να απαντλήσουν καύσιμα από τις πρόσθιες στις οπίσθιες δεξαμενές. Με τη σύνδεση δύο σωλήνων επιτεύχθηκε, έτσι, η μεταφορά μερικών εκατοντάδων τόνων καυσίμου από τις ημικατεστραμμένες πρόσθιες δεξαμενές στις οπίσθιες, που ήταν άθικτες.[17]

Καθώς πλέον η καταδίωξη του Μπίσμαρκ εισερχόταν σε ανοικτή θάλασσα, τα σκάφη του Ουέικ- Ουώκερ αναγκάστηκαν να κάνουν συνεχείς ελιγμούς, για να αποφύγουν τυχόν γερμανικά υποβρύχια. Σε κάποιον από αυτούς, η απόσταση μεταξύ των σκαφών αυξήθηκε και, ως συνέπεια, το Σάφφολκ έχασε την επαφή ραντάρ με το Μπίσμαρκ. Εν τω μεταξύ, ο Λύτγιενς έδωσε διαταγή στο Μπίσμαρκ να αυξήσει την ταχύτητά του στο μέγιστο (με τις τρέχουσες συνθήκες αυτή μπορούσε να φθάσει ως τους 28 κόμβους), ενώ παράλληλα έδωσε εντολή να πραγματοποιούνται κύκλοι αρχικά προς δυσμάς και ύστερα προς βορρά. Οι ελιγμοί αυτοί συνέπεσαν με την απώλεια του σκάφους από τα βρετανικά ραντάρ. Ο κυβερνήτης του Σάφφολκ υπέθεσε ότι το γερμανικό σκάφος είχε βάλει πορεία προς τα δυτικά και διέταξε κι αυτός πορεία προς δυσμάς με όλη τη διαθέσιμη ταχύτητα. Μισή ώρα αργότερα πληροφόρησε τον Ουέικ-Ουώκερ, ο οποίος διέταξε διασπορά των σκαφών και προσπάθεια εντοπισμού του Μπίσμαρκ με οπτικά μέσα. Εν τω μεταξύ, μέσω Ναυαρχείου, την απώλεια επαφής ραντάρ με το γερμανικό σκάφος πληροφορήθηκε και ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο οποίος, προς στιγμήν, τρομοκρατήθηκε, αναρωτώμενος τι θα έπρεπε να πει στους Βρετανούς: Το Μπίσμαρκ, αφού βύθισε το Χουντ διέφυγε ανενόχλητο;[4] Η κατάσταση για τα βρετανικά σκάφη είχε αρχίσει να δυσχεραίνει, καθώς τα περισσότερα άρχισαν να εμφανίζουν προβλήματα ανεφοδιασμού σε καύσιμα. Οι Βρετανοί έστειλαν το Βικτόριους και τα συνοδευτικά του σκάφη προς τα δυτικά, ενώ τα σκάφη του ναυάρχου Ουέικ-Ουώκερ συνέχισαν προς τα νοτιοδυτικά. Στο μεταξύ ο Λύτγιενς γνωστοποιεί στο γερμανικό ναυαρχείο την πρόθεσή του να φθάσει στη Βρέστη. Τμήματα των μηνυμάτων του κατορθώνουν να αποκρυπτογραφήσουν οι Βρετανοί, ενώ η Λουφτβάφφε μετακινεί αεροσκάφη της, προκειμένου να παρέξει αεροπορική κάλυψη στο γερμανικό θωρηκτό, γεγονός που επιβεβαιώνει η γαλλική αντίσταση. Στην προσπάθεια εντοπισμού του Μπίσμαρκ συμμετέχει και ένα σμήνος από αναγνωριστικά υδροπλάνα "PBY Καταλίνα". Στις 10:30΄ της 26ης Μαΐου, ο σημαιοφόρος Λέοναρντ Σμιθ (Leonard B. Smith)[13] ή, κατ' άλλες πηγές, ο Βρετανός πιλότος Ντ. Ε. Μπριγκς[4] εντοπίζει ένα μεγάλο σκάφος. Κατεβαίνει χαμηλότερα για να έχει πληρέστερη οπτική επαφή και δέχεται σφοδρά αντιαεροπορικά πυρά, από τα οποία καταφέρνει με μεγάλη δυσκολία να διαφύγει, βοηθούμενος από την πυκνή νέφωση. Το σήμα εντοπισμού του Μπίσμαρκ φθάνει στο βρετανικό ναυαρχείο: Το γερμανικό σκάφος βρίσκεται 690 ναυτ. μίλια από τη Βρέστη, γεγονός που του δίνει τη δυνατότητα σε λιγότερο από μια ημέρα, με την τρέχουσα ταχύτητά του, να βρεθεί σε περιοχή που καλύπτεται τόσο από τα γερμανικά υποβρύχια όσο και από τα καταδιωκτικά της Λουφτβάφφε. Δεν υπάρχουν στην περιοχή βρετανικά σκάφη που να μπορέσουν να το προλάβουν και να το σταματήσουν. Μία είναι η ελπίδα των Βρετανών: Τα αεροπλάνα στο αεροπλανοφόρο Αρκ Ρόαγιαλ και η "Δύναμη Η" του ναυάρχου Τζέιμς Σόμερβιλ.

Αεροσκάφος "Swordfish" επιστρέφει στο Αρκ Ρόαγιαλ ύστερα από την επίθεσή του κατά του Μπίσμαρκ

Τα σκάφη των υπόλοιπων σχηματισμών σταματούν την άσκοπη πλέον καταδίωξη και σταδιακά αρχίζουν να επιστρέφουν στις βάσεις τους, έχοντας σχεδόν άδειες δεξαμενές καυσίμων. Οπτική επαφή με το Μπίσμαρκ, στο μεταξύ, έχουν και μερικά από τα "Swordfish" του Αρκ Ρόαγιαλ που είχαν απονηωθεί για αναγνωρίσεις και διαπιστώνεται ότι η απόσταση μεταξύ Μπίσμαρκ και Αρκ Ρόαγιαλ είναι περίπου 60 ναυτ. μίλια. Ο Σόμερβιλ περιμένει τα σκάφη του να επιστρέψουν και να εξοπλιστούν με τορπίλες. Το καταδρομικό Σέφιλντ επιφορτίζεται με την παρακολούθηση του γερμανικού θωρηκτού, αλλά αυτό δεν το πληροφορούνται οι αεροπόροι των "Swordfish". Όταν ο Σόμερβιλ στέλνει το πρώτο κύμα αεροπλάνων, αυτά επιτίθενται στο Σέφιλντ, το οποίο γλιτώνει από τις τορπίλες χάρη σε ταχύτατους ελιγμούς του, αλλά και στη δυσλειτουργία των περισσότερων μαγνητικών πυροκροτητών που έφεραν οι τορπίλες.[15] Τα "Swordfish" επιστρέφουν στο αεροπλανοφόρο, εφοδιάζονται με τορπίλες με πυροκροτητές επαφής και ξαναφεύγουν. Στο μεταξύ το Μπίσμαρκ έχει εντοπίσει το Σέφιλντ και βάλλει εναντίον του. Δεν κατορθώνει να το πλήξει απευθείας, αλλά θραύσματα από τις οβίδες του πλήττουν το καταδρομικό, φονεύοντας τρεις άνδρες και τραυματίζοντας αρκετούς άλλους. Το Σέφιλντ αναγκάζεται να οπισθοχωρήσει δημιουργώντας προπέτασμα καπνού. Αλλά στις 19:10΄ ο Σόμερφιλντ απονηώνει το δεύτερο κύμα "Swordfish", τα οποία φθάνουν το γερμανικό θωρηκτό στις 20:47΄ και εμφανίζονται απότομα, βγαίνοντας από τα σύννεφα. Τα "Swordfish" δέχονται σφοδρά αντιαεροπορικά πυρά, ενώ το Μπίσμαρκ κάνει ταχείς ελιγμούς για να αποφύγει τις τορπίλες τους. Ωστόσο, δύο από αυτές καταφέρνουν να το πλήξουν. Η μία το χτυπά σχεδόν στο μέσον του, προκαλώντας μικρές μόνο ζημιές στο σκάφος, η δεύτερη όμως το πλήττει κοντά στην πρύμνη, προκαλώντας ζημιές τόσο στους έλικες όσο και στο πηδάλιο, γεγονός που προκαλεί το μπλοκάρισμά του σε στροφή 12 μοιρών: Το Μπίσμαρκ είναι αναγκασμένο να διαγράφει ευρείς κύκλους και, πρακτικά, είναι ακυβέρνητο, παρά τις προσπάθειες του πληρώματος να επισκευάσει τη ζημιά, η οποία αποκαταστάθηκε μόνο μερικά. Στις 21:15΄ο Λύτγιενς αναγκάζεται να αναφέρει ότι το σκάφος είναι ακυβέρνητο λόγω απώλειας του πηδαλίου του.

Η βύθιση του Μπίσμαρκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ρόντνεϊ ενώ βάλλει κατά του Μπισμαρκ

Η διαφυγή του γερμανικού θωρηκτού είναι πλέον αδύνατη. Ο ναύαρχος Τόβυ διαθέτει ακόμη, αν και με λίγα καύσιμα, τα θωρηκτά Βασιλιάς Γεώργιος Ε και Ρόντνεϊ και τα καταδρομικά Ντορσετσάιρ και Νόρφολκ. Στις 21:40΄ ο Λύτγιενς στέλνει νέο σήμα στο γερμανικό ναυαρχείο: "Σκάφος ακυβέρνητο. Θα πολεμήσουμε ως την τελευταία μας οβίδα. Ζήτω ο Φύρερ".[11] Ενώ σκοτείνιαζε, το Μπίσμαρκ επιτέθηκε ξανά στο Σέφιλντ αναγκάζοντάς το για μια ακόμη φορά να υποχωρήσει, γεγονός που επέφερε την απώλεια οπτικής επαφής υπό τις συνθήκες αυτές. Η διαταγή παρακολούθησης του γερμανικού θωρηκτού μεταβιβάζεται στα πέντε αντιτορπιλικά της μοίρας που διοικεί ο Πλοίαρχος Φίλιπ Βάιαν (Philip Vian).[4] Το γερμανικό σκάφος εμπλέκεται με τους μικρότερους αντιπάλους του και, ύστερα από τρεις ομοβροντίες του κυρίου πυροβολικού του, κατάφερε να περιβάλει ως στόχο το πολωνικό αντιτορπιλικό Piorun, το οποίο, όμως, συνέχισε να το πλησιάζει μέχρι να δεχτεί σχεδόν εύστοχη βολή στα 12.000 μέτρα, οπότε και άλλαξε πορεία απομακρυνόμενο. Ολόκληρη τη νύχτα τα σκάφη του Βάιαν παρενοχλούσαν το Μπίσμαρκ φωτίζοντάς το με φωτοβολίδες και εξαπολύοντας τορπίλες, καμία από τις οποίες δεν έπληξε το γερμανικό σκάφος. Το ξημέρωμα και μεταξύ 05:00΄ - 06:00΄ το πλήρωμα του θωρηκτού προσπάθησε να απονηώσει ένα από τα Arado 196 που διέθετε, για να μεταφέρει το ημερολόγιο του σκάφους, την εμπλοκή με το Χουντ και άλλα σημαντικά έγγραφα. Ωστόσο, μία από τις βολές του Πρίγκηψ της Ουαλίας είχε αχρηστεύσει τον καταπέλτη και έτσι η απονήωση δεν πραγματοποιήθηκε.[13] Λίγο μετά την αυγή, εμφανίζονται στο προσκήνιο τα δύο βρετανικά θωρηκτά, πρώτα το Βασιλιάς Γεώργιος Ε και λίγο αργότερα το Ρόντνεϊ, τα οποία εμπλέκονται με το Μπίσμαρκ από απόσταση 23.000 μ. Η απόσταση ανάμεσα στα βρετανικά σκάφη και το γερμανικό θωρηκτό μειώνεται και στη μάχη εμπλέκονται και τα δευτερεύοντα πυροβόλα αλλά και τα καταδρομικά Ντορσετσάιρ και Νόρφολκ με τα πυροβόλα των 8 ιντσών. Στις 09:02΄ μια οβίδα των 16 ιντσών του Ρόντνεϊ κτυπά την υπερδομή του Μπίσμαρκ στο πρόσθιο τμήμα της, σκοτώνοντας πολλούς άνδρες του πληρώματος και προκαλώντας σημαντικές ζημίες στους πρόσθιους πυργίσκους των πυροβόλων. Σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων Γερμανών, η βολή αυτή πιθανότατα φόνευσε τόσο τον Λίντεμαν όσο και τον Λύτγιενς καθώς και ολόκληρο το επιτελείο της γέφυρας.[17] Το κύριο πυροβολικό στο πρόσθιο τμήμα ήταν πρακτικά απενεργοποιημένο και η τελευταία του ομοβροντία ήταν στις 09:27΄. Μία από τις οβίδες αυτές παρ' ολίγο να πλήξει την πλώρη του Ρόντνεϊ και κατέστρεψε τους πρόσθιους τορπιλοσωλήνες. Ήταν η πλέον εύστοχη βολή που κατόρθωσε να επιτύχει το βαριά πληγωμένο γερμανικό σκάφος. Ο ανθυποπλοίαρχος φον Μύλλενχάιμ (von Müllenheim), που ήταν επικεφαλής στους οπίσθιους πυργίσκους, κατόρθωσε να στείλει τρεις ακόμη ομοβροντίες κατά των αντιπάλων του, αλλά μια βρετανική οβίδα κατέστρεψε τα όργανα ελέγχου βολής. Ο ανθυποπλοίαρχος έδωσε διαταγή στα ακόμη ενεργά πυροβόλα να βάλουν κατά βούληση, αλλά ως τις 09:31΄ όλοι οι πυργίσκοι του κύριου πυροβολικού έχουν εξουδετερωθεί.[17] Μέχρι τις 10 το πρωί τα σκάφη του Τόβυ έχουν καταφέρει πάνω από 700 βολές βαρέων πυροβόλων στο γερμανικό σκάφος, το οποίο φλέγεται από την πρύμνη ως την πλώρη, ενώ έχει πάρει κλίση 20 μοιρών και η πρύμνη του έχει σχεδόν φθάσει την επιφάνεια της θάλασσας. Ο Τόβυ δεν μπορεί να σταματήσει το πυρ αν οι Γερμανοί δεν κατεβάσουν τα διάσημά τους ή αν δεν γίνει σαφώς αντιληπτό ότι εγκαταλείπουν το σκάφος. Το Ρόντνεϊ πλησιάζει στα 2.700 μ., απόσταση πολύ μικρή για τα βαρέα πυροβόλα του, αλλά εκτοξεύει δύο τορπίλες από τους πλάγιους πυροσωλήνες. Οι άνδρες του Ρόντνεϊ ισχυρίζονται ότι η μία βρήκε στόχο, ωστόσο ο συγγραφέας Λούντοβικ Κέννεντυ σημειώνει: "Αν αυτό αληθεύει, τότε είναι η μοναδική περίπτωση στη ναυτική ιστορία που ένα θωρηκτό τορπιλίζει ένα άλλο".[18]

Στο Μπίσμαρκ ο Υποπλοίαρχος Χανς Ελς (Hans Oels) δίνει διαταγή εγκατάλειψης του σκάφους στους άνδρες του και στο μηχανοστάσιο να απασφαλίσει τις υδατοστεγείς θύρες και να προετοιμάσει την αυτοβύθιση του πλοίου. Ο αρχιμηχανικός Γκέραρντ Γιούνακ (Gerhard Junack) δίνει εντολή στους άνδρες του να ετοιμάσουν τα εκρηκτικά με φιτίλι διάρκειας εννέα λεπτών, αλλά το σύστημα ενδοεπικοινωνίας σταματά να λειτουργεί κι έτσι αναγκάζεται να στείλει αγγελιαφόρο για να επιβεβαιώσει τη διαταγή αυτοβύθισης του πλοίου. Ο αγγελιαφόρος δεν επέστρεψε ποτέ και ο Γιούνακ εκτελεί τη διαταγή που είχε λάβει, δίνοντας διαταγή εγκατάλειψης του σκάφους. Ο Γιούνακ και οι άνδρες του άκουσαν τα εκρηκτικά να εκρήγνυνται καθώς ανέβαιναν στο επίπεδο του καταστρώματος, ενώ ο Ελς περιφερόταν στο σκάφος δίνοντας διαταγή εγκατάλειψής του. Μόλις έφθασε στη γέφυρα, μια ισχυρή έκρηξη φόνευσε τον ίδιο και περίπου 100 ακόμη άνδρες.

Παρά τις σχεδόν 400 οβίδες που είχε δεχτεί το γερμανικό θωρηκτό και την προσπάθεια αυτοβύθισής του, αυτό συνέχισε να επιπλέει. Τα σκάφη του Τόβυ κινδυνεύουν να μείνουν από καύσιμα στο μέσο του πελάγους και σε κακές καιρικές συνθήκες. Ο ναύαρχος δίνει εντολή αποχώρησης σε όλα τα σκάφη και διατάσσει το Ντόρσετσάιρ να βυθίσει το γερμανικό σκάφος με τορπίλες. Το βρετανικό σκάφος πλήττει το θωρηκτό με μία τορπίλη στα δεξιά και μία στα αριστερά. αν και το Μπίσμαρκ έχει πλέον γείρει τόσο ώστε το κατάστρωμά του να καλύπτεται από το νερό. Στις 10:35΄ το Μπίσμαρκ γέρνει αργά προς τα αριστερά και βυθίζεται αργά με την πρύμνη.

Διασώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περίπου 400 άνδρες του Μπίσμαρκ βρίσκονται στο νερό. Το Ντορσετσάιρ συνοδευόμενο από το αντιτορπιλικό Μαορί πλησιάζουν και ρίχνουν σκοινιά, προκειμένου να περισυλλέξουν τους ναυαγούς. Στις 11:40΄ όμως ο κυβερνήτης του Ντορσετσάιρ δίνει διαταγή να εγκαταλειφθεί η επιχείρηση διάσωσης, γιατί επισημάνθηκε γερμανικό υποβρύχιο. Τα δύο βρετανικά σκάφη είχαν προλάβει να διασώσουν 85 άνδρες το πρώτο και 25 το δεύτερο. Όταν τα βρετανικά σκάφη αποχώρησαν, το γερμανικό υποβρύχιο αναδύθηκε και διέσωσε τρεις ακόμη άνδρες, ενώ άλλοι δύο διασώθηκαν από διερχόμενο ρυμουλκό. Συνολικά της βύθισης του Μπίσμαρκ επέζησαν 114 άνδρες[18] κατ' άλλες πηγές 110[4] από σύνολο 2.200 ανδρών του πληρώματος. Ο πρώτος αξιωματικός φον Μυλλενχάιμ (Von Müllenheim-Rechberg) επέζησε και συνέγραψε αργότερα το βιβλίο Battleship Bismarck, A Survivor's Story (εκδ. 1980).

Λαϊκή κουλτούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1959 ο Κ. Σ. Φόρεστερ (C. S. Forester) συνέγραψε το μυθιστόρημά του Last Nine Days of the Bismarck (οι εννέα τελευταίες ημέρες του Μπίσμαρκ). Το 1960 το μυθιστόρημα αποτέλεσε τη βάση της ταινίας "Sink the Bismarck!" (ελληνικός τίτλος "Βυθίσατε το Βίσμαρκ!") σε σενάριο του Έντμουντ Νορθ (Edmund H. North) και σκηνοθεσία Λιούις Γκίλμπερτ (Lewis Gilbert)[19]. Για λόγους δραματοποίησης, το γερμανικό σκάφος εμφανίζεται να έχει βυθίσει ένα βρετανικό αντιτορπιλικό και να έχει καταρρίψει δύο "Swordfish", αλλά στην πραγματικότητα τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Το ίδιο έτος παρουσιάστηκε και το τραγούδι του Τζώννυ Χόρτον (Johnny Horton) "Sink the Bismarck".[20]

Το 1996 ο σκηνοθέτης Ρόμπερτ Κερκ (Robert Kirk) δημιούργησε το ντοκιμαντέρ Sink the Bismarck, διάρκειας 100 λεπτών για την τηλεόραση[21] ενώ το 2012 οι σκηνοθέτες Μαρκ Ράντις και Μπεν Μπλαιρ (Mark Radice, Ben Blair) δημιούργησαν το επίσης τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ How the Bismarck Sank HMS Hood (Πώς το Μπισμαρκ βύθισε το Χουντ).[22]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ballard, Robert D. (1990). Bismarck: Germany's Greatest Battleship Gives Up its Secrets. Toronto, ON: Madison Publishing. ISBN 978-0-7858-2205-9.
  2. Ballard, Robert D. (2008). Archaeological Oceanography. Princeton, NJ: Princeton University Press. ISBN 9780691129402.
  3. Bercuson, David J.; Herwig, Holger H. (2003). The Destruction of the Bismarck. New York, NY: The Overlook Press. ISBN 978-1-58567-397-1.
  4. Campbell, John (1985). Naval Weapons of World War II. London: Conway Maritime Press. ISBN 978-0-87021-459-2.
  5. Campbell, John (1987). "Germany 1906–1922". In Sturton, Ian. Conway's All the World's Battleships: 1906 to the Present. London: Conway Maritime Press. pp. 28–49. ISBN 978-0-85177-448-0.
  6. Gaack, Malte; Carr, Ward (2011). Schlachtschiff Bismarck—Das wahre Gesicht eines Schiffes—Teil 3 (in German). Norderstedt, Germany: BoD – Books on Demand GmbH. ISBN 978-3-8448-0179-8.
  7. Gardiner, Robert; Chesneau, Roger, eds. (1980). Conway's All the World's Fighting Ships, 1922–1946. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press. ISBN 978-0-87021-913-9. OCLC 18121784.
  8. Garzke, William H.; Dulin, Robert O. (1985). Battleships: Axis and Neutral Battleships in World War II. Annapolis, MD: Naval Institute Press. ISBN 978-0-87021-101-0.
  9. Gröner, Erich (1990). German Warships: 1815–1945. Annapolis, MD: Naval Institute Press. ISBN 978-0-87021-790-6.
  10. Grützner, Jens (2010). Kapitän zur See Ernst Lindemann: Der Bismarck-Kommandant – Eine Biographie (in German). Zweibrücken, DE: VDM Heinz Nickel. ISBN 978-3-86619-047-4.
  11. Jackson, Robert (2002). The Bismarck. London: Weapons of War. ISBN 978-1-86227-173-9.
  12. Kennedy, Ludovic (1991). Pursuit: The Sinking of the Bismarck. London: Fontana. ISBN 978-0-00-634014-0.
  13. McGowen, Tom (1999). Sink the Bismarck: Germany's Super-Battleship of World War II. Brookfield, CT: Twenty-First Century Books. ISBN 0761315101.
  14. Miller, Nathan (1997). War at Sea: A Naval History of World War II. New York, NY: Oxford University Press. ISBN 978-0-19-511038-8.
  15. Niemi, Robert (2006). History in the Media: Film and Television. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. ISBN 978-1-57607-952-2.
  16. Polmar, Norman; Cavas, Christopher P. (2009). Navy's Most Wanted. Washington, DC: Potomac Books. ISBN 978-1-59797-226-0.
  17. von Müllenheim-Rechberg, Burkhard (1980). Battleship Bismarck, A Survivor's Story. Annapolis, MD: Naval Institute Press. ISBN 978-0-87021-096-9.
  18. Williamson, Gordon (2003). German Battleships 1939–45. Oxford, England: Osprey Publishing. ISBN 978-1-84176-498-6.
  19. Die Wehrmachtberichte 1939–1945 Band 1, 1. September 1939 bis 31. Dezember 1941 (in German). München: Deutscher Taschenbuch Verlag GmbH & Co. KG. 1985. ISBN 978-3-423-05944-2.
  20. Zetterling, Niklas; Tamelander, Michael (2009). Bismarck: The Final Days of Germany's Greatest Battleship. Drexel Hill, PA: Casemate. ISBN 978-1-935149-04-0

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. KBismarck.com: General data
  2. Military History στο About.com: Bismarck - General Characteristics
  3. KBismark.com: Otto von Bismarck
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 4,7 4,8 4,9 Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  5. Naval History Heritage (U.S. Navy): Bismarck: British/American Cooperation and the Destruction of the German Battleship
  6. History Learning Site: The Bismarck
  7. John Asmussen: Bismarck and Tirpitz
  8. 8,0 8,1 8,2 Military Factory, KMS Bismarck Battleship
  9. Kbismarck.com: Career Timeline of the Bismarck
  10. Murray, Williamson & Millet, Alan War To Be Won, Harvard: Belknap Press, 2000 σελ. 242
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 von Müllenheim-Rechberg, Burkhard (1980), Battleship Bismarck, A Survivor's Story, Annapolis, MD: Naval Institute Press, ISBN 978-0-87021-096-9.
  12. 12,0 12,1 12,2 Bercuson, David J.; Herwig, Holger H. The Destruction of the Bismarck, New York, NY: The Overlook Press, 2003, ISBN 978-1-58567-397-1.
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 William H. Garzke, Robert O. Dulin, Battleships: Axis and Neutral Battleships in World War II. Annapolis, MD: Naval Institute Press 1985. ISBN 978-0-87021-101-0
  14. Πρόκειται για τη δίοδο μεταξύ Γροιλανδίας και Ισλανδίας
  15. 15,0 15,1 15,2 Niklas Zetterling, Michael Tamelander, Bismarck: The Final Days of Germany's Greatest Battleship, Drexel Hill, PA: Casemate, 2009. ISBN 978-1-935149-04-0.
  16. Dave Saxton, Bismarck's radar. Τα σκάφη διέθεταν τις συσκευές ραντάρ GEMA FuMG40G, (αργότερα ονομάστηκαν FuMO 27) ισχύος 9 kW με ακτίνα εντοπισμού περίπου 30 χλμ. και ακρίβεια 40 μ.
  17. 17,0 17,1 17,2 17,3 17,4 17,5 17,6 17,7 Bercuson, David J.; Herwig, Holger H. (2003). The Destruction of the Bismarck. New York, NY: The Overlook Press. ISBN 978-1-58567-397-1
  18. 18,0 18,1 Ludovic Kennedy,Pursuit: The Sinking of the Bismarck, London, Fontana, 1991 ISBN 978-0-00-634014-0
  19. ImDb: Sink the Bismarck!
  20. Norman Polmar, Christopher P. Cavas, Navy's Most Wanted, Potomac Books,, Washington DC, 2009. ISBN 978-1-59797-226-0.
  21. ImDb, Sink the Bismarck, documentary
  22. ImDb, How the Bismarck Sank HMS Hood
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα German battleship Bismarck της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).