Μουσείο Καλούστ Γκιουλμπενκιάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 38°44′12″N 9°09′15″W / 38.73667°N 9.15417°W / 38.73667; -9.15417

Το ίδρυμα και μουσείο Γκιουλμπενκιάν

Το Μουσείο Καλούστ Γκιουλμπενκιάν, (Museu Calouste Gulbenkian), είναι ένα σύνθετο μουσείο που βρίσκεται στη Λισσαβόνα, (Πορτογαλία), που εκτίθεται πλούσια συλλογή από αρχαία αντικείμενα και έργα μοντέρνας τέχνης. Το μουσείο ιδρύθηκε σύμφωνα με τη διαθήκη του Καλούστ Γκιουλμπενκιάν, προκειμένου να φιλοξενήσει μόνιμα και να εκτίθεται η πλούσια συλλογή του που για λόγους ασφαλείας είχε παραχωρήσει τμηματικά, εν ζωή, σε διάφορα μουσεία διατηρώντας όμως την ιδιοκτησία τους. Το Μουσείο αυτό αποτελεί μέρος του ομώνυμου ιδρύματος που εδρεύει επίσης στη Λισαβόνα.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καλούστ Γκιουλμπενκιάν παράλληλα με τις επιτυχείς επιχειρήσεις του με αντικείμενο τα πετρέλαια της Μεσοποταμίας, που τον ανέδειξαν σε μεγιστάνα της εποχής του, υπήρξε και ένας παθιασμένος συλλέκτης αρχαιοτήτων και έργων τέχνης. Η συλλεκτική του μάλιστα φιλοσοφία ήταν να αγοράζει "μόνο ότι καλλίτερο" υπήρχε στην αγορά της τέχνης. Λέγεται πως όταν κάτι του άρεσε δεν ησύχαζε μέχρι να το αποκτήσει. "Ακούραστος στα παζάρια και τις επαφές του" τελικά πετύχαινε ν΄ αποκτήσει αυτό που ποθούσε. Κατάφερε έτσι να συλλέξει περισσότερα από 6.000 περίπου έργα που ανάγονται από την αρχαιότητα μέχρι τον 20ο αιώνα. Ειδικότερα τα κομμάτια που ανάγονται στην αρχαιότητα, θεωρούμενα εκπληκτικής ομορφιάς λόγω ελαχίστων ή καθόλου φθορών, προέρχονται από την Αίγυπτο, Βαβυλώνα, Ελλάδα, Ιταλία, Περσία αλλά και Άπω Ανατολή. Στη συλλογή του αυτή περιλαμβάνονται επίσης τα ωραιότερα κοσμήματα, τα καλούμενα Λαλίκ που θεωρούνται ιδιαίτερα κομψά και περίτεχνα.

Μουσείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μουσείο του οποίου οι εργασίες ανέγερσης ολοκληρώθηκαν το 1969, εντός ιδιόκτητου πάρκου, διακρίνεται σε αρχαιολογικό μέχρι σύγχρονης τέχνης και στην Πινακοθήκη. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα καλαίσθητο παραλληλεπίπεδο τριώροφο κτίριο επενδεδυμένο με μάρμαρο, προσανατολισμένο έτσι ώστε από τους τεράστιους υαλοπίνακες να είναι όλοι οι χώροι του φωτεινοί. Η μαρμάρινη είσοδος διέρχεται πάνω από τεχνητό φρεάτιο νερού με εκατέρωθεν πίδακες. Από τη μεγάλη αίθουσα της εισόδου ξεκινούν από δεξιά και περιμετρικά οι εκθεσιακοί χώροι του αρχαιολογικού τμήματος ακολουθώντας μία χρονολογική και γεωγραφική σειρά με εκθέματα της αρχαίας ανατολικής, βαβυλωνιακής, περσικής, αιγυπτιακής, ελληνικής κλασσικής, ελληνιστικής, ρωμαϊκής, βυζαντινής, αραβικής, αρμενικής και οθωμανικής τέχνης.
Ένα επίσης τμήμα του μουσείου καλύπτεται με εκθέματα που αφορούν την τέχνη της τυπογραφίας, παλαιά βιβλία, νεότερη γλυπτική, ζωγραφική, διακοσμητική και ειδικά σε σύνθεση κοσμημάτων από ευγενή μέταλλα και πολύτιμες πέτρες, ελεφαντοστούν και κυρίως Λαλίκ που ανάγονται από τον 11ο μέχρι τον 20ο αιώνα, καθώς και έπιπλα των παραπάνω περιόδων.

Το έτερο τμήμα του μουσείου που ουσιαστικά πρόκειται για πινακοθήκη, που βρίσκεται στο κέντρο του ορόφου μεταξύ των δύο εσωτερικών υαλόφρακτων αίθριων, διαμορφωμένων σε μικρούς κήπους, περιλαμβάνονται πλείστα έργα από τον 15ο αιώνα, της Αναγέννησης, και τους μετέπειτα αιώνες που προέρχονται κυρίως από την Ολλανδία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται θαυμαστά έργα των Βαν Άικ, Ρούμπενς, Ρέμπραντ, Νονέ, Ντεγκά κ.ά.

Σύντομη περιήγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αίθουσες 1, 2 και 3[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξεκινώντας από δεξιά της αίθουσας υποδοχής οι πρώτες αίθουσες 1, 2 και 3 , μικρές σε έκταση, εντυπωσιάζουν ιδιαίτερα με εκθέματα από την αρχαία Αίγυπτο, την κλασική Ελλάδα και την Μεσοποταμία, μέχρι την ρωμαϊκή εποχή. όπου δεσπόζουν μια αλαβάστρινη κούπα της 3ης Αιγυπτιακής δυναστείας, η χρυσή μάσκα αρχαίας μούμιας /2.700 π.Χ.), αιγυπτιακό μπρούτζινο γλυπτό γάτας που ταΐζει τα μικρά της του 8ου αιώνα π.Χ., ελληνικά αγαλματίδια και ένας τεράστιος ελληνικός ερυθρόμορφος στατήρας του 5ου αιώνα π.Χ. καθώς επίσης ένα εντυπωσιακό «τόρο» από τερακότα της «Αναδυομένης Αφροδίτης», ρωμαϊκής περιόδου.
Τα εκθέματα της συλλογής αυτής συμπληρώνουν ένα μεγάλο ασσυριακό ανάγλυφο που παριστά τη φτερωτή Άνοιξη να μεταφέρει υδρία (9ου αιώνα π.Χ.) και έντεκα μετάλλια της ελληνιστικής περιόδου που βρέθηκαν στην Αίγυπτο που θεωρούνται ότι κατασκευάστηκαν στη Μακεδονία επ΄ ευκαιρία αγώνων που έγιναν στη μνήμη του Μ. Αλεξάνδρου το 242 (μ.Χ).

Αίθουσες 4 και 5[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακολουθούν οι δύο τεράστιες αίθουσες 4 και 5 που εκτείνονται σε όλο το πλάτος του κτιρίου, οι μεγαλύτερες του μουσείου, αφιερωμένες σε εκθέματα ανατολικής και ισλαμικής τέχνης με αριστουργήματα χαλιών, υφασμάτων, ενδυμάτων, πιάτων φαγιάνς πλούσια διακοσμημένα από το φυτικό και ζωικό βασίλειο καθώς και άλλα περσικά τεχνουργήματα., όπως περίτεχνες σε διακόσμιση φιάλες Οθωμανών πριγκίπων, ομοίως λουστραρισμένες συριακές λάμπες από τζαμιά, με κατάληξη εκθέματα αρμενικής τέχνης. Ιδιαίτερα στο τμήμα εκθεμάτων αρμενικής τέχνης δεσπόζουν εξαιρετικά χειρόγραφα του 16ου μέχρι 18ου αιώνα που προέρχονται από την Κωνσταντινούπολη, την Περσία και την Κριμαία

Αίθουσα 6[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακολουθεί η αίθουσα 6 που βρίσκεται κατ΄ έναντι των αιθουσών 1,2 και 3 από τις οποίες χωρίζει ο δεξιός υαλόφρακτος κήπος αίθριο με τροπικά φυτά. Η αίθουσα αυτή είναι αφιερωμένη σε εκθέματα της Άπω Ανατολής. Εδώ δεσπόζουν κινέζικες πορσελάνες και τεράστια βάζα με επισμαλτωμένη διακόσμηση γνωστή ως Φαμίγ Βερτ, χαρακτηριστική τέχνη επί δυναστείας Τσιγκ και ιδιαίτερα επί Αυτοκράτορα Κανγκ Χσι (1662- 1722), καθώς και άλλα αντικείμενα όπως κινέζικοι νεφρίτες, ημιπολύτιμοι λίθοι, μεταξωτές χρυσοκέντητες κουρτίνες, βιβλία και αντικείμενα από λάκα.
Της αίθουσας αυτής συνεχίζει διάδρομος εξόδου κάθετος προς το διάμηκες του κτιρίου που οδηγεί στην αίθουσα υποδοχής.

Αίθουσες 7, 8 και 9[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν το τέλος του διαδρόμου εξόδου της δεξιάς πτέρυγας βρίσκεται δεξιά η είσοδος των αιθουσών 7, 8 και 9, που εκτείνονται κατ΄ αντίθετη φορά εξόδου οι οποίες, ως κεντρικές αίθουσες του μουσείου (κατά πλάτος), αποτελούν την πινακοθήκη του μουσείου. Στις αίθουσες αυτές παρουσιάζονται αρχικά εκθέματα ευρωπαϊκής τέχνης, βυζαντινά και Αναγέννησης από τον 14ο μέχρι τον 17ο αιώνα περιλαμβάνοντας χειρόγραφα, μικρογραφίες, σπάνια βιβλία και μεσαιωνικά αντικείμενα από ελεφαντόδοντο, όπου κύρια θέση αυτών κατέχουν δίπτυχα και τρίπτυχα, φιλοτεχνημένα στη Γαλλία που παρουσιάζουν σκηνές από τη ζωή του Ιησού Χριστού και της Παναγίας.
Αυτών ακολουθεί η έκθεση πρώιμων πινάκων ευρωπαϊκής ζωγραφικής με σπουδαίες δημιουργίες των αξιοτέρων ζωγράφων της Ευρώπης. που ξεκινά με τον Άγιο Ιωσήφ και την Αγία Αικατερίνη του Ροζιέρ βαν ντερ Βάιτεν, του σημαντικότερου ζωγράφου της Φλάνδρας του 15ου αιώνα. Η ζωγραφική της ιταλικής αναγέννησης εκπροσωπείται με τα έργα «Σάκρα Κονβερσατσιόνε» (Ιερή Συνομιλία) του Τσίμα ντα Κονελιάνο και το «Πορτραίτο νεαρής γυναίκας» του Δομένικου Γκιρλαντάγιο. Η συλλογή πινάκων συνεχίζει με έργα νεότερων Φλαμανδών, Γάλλων και Ολλανδών ζωγράφων.

Αίθουσες 10, 11 και 12[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακολουθούν οι αίθουσες 10, 11 και 12 που καταλήγουν στο ΒΔ. άκρο του κτιρίου οι οποίες και είναι αφιερωμένες στη γαλλική διακοσμητική τέχνη, κυρίως του 17ου και 18ου αιώνα.

(συνεχίζεται)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.18ος, σελ.60.
  • Μαργαρίτα Πουρνάρα "Mr 5% - Καλούστ Γκιουλμπενκιάν" Καθημερινή - ένθετο g|K, τεύχος 41ο, (Απρίλιος 2011), σελ.104.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα