Μονεταρισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δείκτης αποπληθωρισμένων μισθών στην Αγγλία κατά την περίοδο 1500÷1912. Mε μπλε οι βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις, με κόκκινο η μακροχρόνια τάση. Πηγή: Wrigley and Schofield, 1981.

Μονεταρισμός αποκαλείται η θεωρία σύμφωνα με την οποία η αύξηση της ποσότητας του χρήματος σε μια οικονομία, με κρατική παρέμβαση μέσω δημοσιονομικής ή νομισματικής πολιτικής, οδηγεί τελικά σε άνοδο των τιμών και αύξηση του πληθωρισμού. Θεωρείται ότι η διακύμανση στην προσφορά χρήματος έχει επίδραση στο πραγματικό παραγόμενο προϊόν μόνο βραχυπρόθεσμα, ενώ μακροπρόθεσμα επηρεάζει μόνο το επίπεδο των τιμών. Επιπρόσθετα, η μονεταριστική εκδοχή της μακροοικονομικής θεωρίας συνδέει τις διακυμάνσεις στον οικονομικό κύκλο με το ρυθμό επέκτασης της ποσότητας χρήματος, ερμηνεύοντας τους κύκλους ύφεσης/ανάπτυξης ως ένα κατεξοχήν νομισματικό (χρηματικό) φαινόμενο.

Ουσιαστικά μπορούμε να πούμε ότι το μονεταριστικό μοντέλο αποτελεί σύνθεση κεϋνσιανισμού και κλασικών οικονομικών. Ένα από τα χαρακτηριστικά των κλασικών οικονομικών είναι η πεποίθηση για τη λεγόμενη «ουδετερότητα του χρήματος». Θεωρείται ότι τα άτομα δεν έχουν τη λεγόμενη «ψευδαίσθηση του χρήματος», αλλά αντίθετα ενδιαφέρονται για την πραγματική αγοραστική δύναμη του εισοδήματος τους, και όχι για το ονομαστικό εισόδημα σε απόλυτο αριθμό χρηματικών μονάδων. Για παράδειγμα, τα άτομα προτιμούν αύξηση μισθών 6% και πληθωρισμό 4% (πραγματική αύξηση 2%) παρά αύξηση μισθών 8% και πληθωρισμό 10% (πραγματική μείωση -2%). Ο μονεταρισμός ερμηνεύει τα εμπειρικά (ιστορικά) δεδομένα κατά τρόπο που δείχνει ότι τα άτομα ή τελοσπάντων η οικονομία αθροιστικά συμπεριφέρεται σύμφωνα με το κεϋνσιανό υπόδειγμα βραχυπρόθεσμα και σύμφωνα με το κλασικό υπόδειγμα μακροπρόθεσμα.

Τη δεκαετία του '60 η συζήτηση πάνω σε αυτά τα ζητήματα έφερε σε αντιπαράθεση τους μονεταριστές από τη μία, με κύριο εκπρόσωπο τον Μίλτον Φρίντμαν και τους κεϋνσιανούς από την άλλη. Αργότερα, τις δεκαετίες '70 και '80, η αντιπαράθεση απόψεων μετατοπίστηκε αντίστοιχα μεταξύ της λεγόμενης νέας κλασσικής σχολής (από την οποία γίνεται η παραδοχή ορθολογικών προσδοκιών και ότι οι αγορές πάντοτε ισορροπούν) και των λεγόμενων νεο-κεϋνσιανών (κινούνται στην κεϋνσιανή παράδοση αλλά επιδιώκουν την καλύτερη μικροοικονομική θεμελίωση της κεϋνσιανής θεωρίας μετά την κριτική που δέχθηκε από τη νεα-κλασική σχολή, ενώ κύρια διαφοροποίηση τους από τα νέα-κλασσικά οικονομικά είναι ότι δέχονται την πιθανότητα αποτυχίας της αγοράς και άκαμπτων μισθών).

Οι ιδέες αυτές άσκησαν μεγάλη επίδραση στις οικονομίες του πλανήτη όλες τις μεταπολεμικές δεκαετίες μέχρι και σήμερα. Κατά τις δεκαετίες '50 και '60 η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ και άλλες κεντρικές τράπεζες δυτικών χωρών βάσιζαν τη νομισματική τους πολιτική στην προσπάθεια καθορισμού του επιτοκίου. Κατά τη δεκαετία '70 και έκτοτε η επικράτηση του μονεταρισμού στην επίσημη πολιτική των κεντρικών τραπεζών είναι απόλυτη, οι οποίες πλέον «αγνοούν» το επιτόκιο και θέτουν στόχους ως προς το ρυθμό αύξησης της προσφοράς χρήματος. Κατά τη δεκαετία του '80 και αργότερα τα πραγματικά στοιχεία δεν επιβεβαίωσαν επαρκώς τις προβλέψεις του μονεταριστικού μοντέλου. Η δεκαετία του '90 ήταν δεκαετία επιτάχυνσης των τεχνολογικών βελτιώσεων, πολιτικών αλλαγών στον πλανήτη και μεγάλων ανόδων και εξίσου μεγάλων πτώσεων στα χρηματιστήρια. Αλλά οι οικονομίες γενικά αναπτύχθηκαν και ο πληθωρισμός ήταν ελεγχόμενος. Κατά τη δεκαετία 2001 - 2010 οι υπεύθυνοι για την οικονομική πολιτική των κεντρικών τραπεζών δεν προέβλεψαν τον αυξανόμενα σημαντικό ρόλο των επενδυτικών τραπεζών και των hedge funds στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα, το οποίο είχε επεκταθεί και ταυτόχρονα είχε καταστεί ευάλωτο, με συμμετοχή κεφαλαίων εκτός του κανονιστικού πλαισίου για τις παραδοσιακές εμπορικές τράπεζες. Η κρίση που ακολούθησε τη βραχύτητα ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος των ΗΠΑ κατέστησε αναγκαία την κυβερνητική παρέμβαση για άμεση παροχή χρηματικών κεφαλαίων, φέρνοντας το μονεταριστικό υπόδειγμα σε δεύτερη μοίρα, αλλά και φόβους για αποσταθεροποίηση της οικονομίας και αύξηση του πληθωρισμού. Φόβοι όμως που κρίνονται ως δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με την προσπάθεια των κυβερνήσεων, κεντρικών τραπεζών και άλλων κέντρων λήψης αποφάσεων για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης ύφεσης της παγκόσμιας οικονομίας που ξεκίνησε το 2007 και συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι το 2010[1]. Για παράδειγμα στις ΗΠΑ ο μονεταριστής κεντρικός τραπεζίτης του FED Alan Greenspan αντικαταστάθηκε από τον νεο-κεϋνσιανό Ben Bernanke.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • R. Dornbusch, S. Fischer, Macroeconomics, 1990

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία και τον συμβατικό ορισμό που δίνεται η ύφεση για παράδειγμα στις ΗΠΑ κράτησε από Δεκέμβρη 2007 έως Ιούνιο ή Ιούλιο 2009 (δηλαδή 18 μήνες, η μεγαλύτερη σε διάρκεια μεταπολεμικά αφού του '73 και του '81 είχαν κρατήσει από 16 μήνες σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία).