Μονή Ροζινού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η μονή ροζινού που πανηγύριζε στις εορτές της 8ης και 14ης Σεπτεμβρίου γενέσιον της Θεοτόκου και του Τιμίου Σταυρού, όπου μετέβαιναν πολλές οικογένειες από το Μελένικο για να περάσουν λίγες ευχάριστες ημέρες στην εξοχή, σώζεται μέχρι σήμερα.
Τοιχογραφία στην μονή Ροζινού.

Η Ιερά Μονή Ροζινού Βουλγ.(Роженски манастир) είναι το μεγαλύτερο μοναστήρι και ένα από τα λίγα μεσαιωνικά μοναστήρια της Βουλγαρίας. Βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Πίριν στη νοτιοδυτική Βουλγαρία σε απόσταση ενός χιλιομέτρου βορειοανατολικά του Μελενίκου κοντά στο χωριό ρόζιν.

Μητροπολίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άξιοι ιεράρχες συλλειτουργούσαν με ιερείς στις μεγάλες και μικρές γιορτές της ορθοδοξίας, όπως ο Μητροπολίτης Μελενίκου Αλέξανδρος (1891-1894), Κωνσταντίνος (1894-1900), Ιωακείμ Φορόπουλος (1900-1903), Ειρηναίος (1903-1910) και Αιμιλιανός ως έσχατος (1910-1913).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παλαιότερη αρχαιολογική απόδειξη μεσαιωνικής ζωής στη θέση αυτή είναι ένας τάφος με λίγα κοσμήματα και διακοσμήσεις από την εποχή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259 - 1282) Μερικά άλλα ευρήματα χρονολογούνται επίσης από το 13ο αιώνα, ενώ η μαρμάρινη ζωφόρος πάνω από την κεντρική πύλη της εκκλησίας χρονολογείται από το 13ο ή 14ο αιώνα. Η παλαιότερη γραπτή πηγή που πιστοποιεί την ύπαρξη του μοναστηριού είναι μια σημείωση από ένα χειρόγραφο έτους 1551 που ανήκει στη Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Η προφορική παράδοση συνδέει την ίδρυσή της με το όνομα του δεσπότη Αλεξίου Σλάβου και τις αρχές του ΙΓ’ αιώνα, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες που να την επιβεβαιώνουν. Η εκκλησία του μοναστηριού κτίσθηκε πριν το 15ο αιώνα και ζωγραφίσθηκε το 1597, οπότε το μοναστήρι ανακαινίσθηκε ως μετόχι της Μονής Ιβήρων. Μερικές από εκείνες τις τοιχογραφίες διατηρούνται ακόμη. Το 1611 ζωγραφίσθηκε η νότια πρόσοψη. Το μοναστήρι επλήγη από πυρκαγιά μεταξύ 1662 και 1674, που κατέστρεψε τη βιβλιοθήκη και προκάλεσε σοβαρές ζημιές στα περισσότερα κτίρια. Το μοναστήρι ανακαινίσθηκε τον επόμενο αιώνα με την οικονομική βοήθεια πλούσιων Βουλγάρων από όλη τη χώρα. Η ανακατασκευή άρχισε το 1715 και ολοκληρώθηκε το 1732. Το μοναστήρι έφτασε στο απόγειό του το 19ο αιώνα, οπότε ήταν τοπικό κέντρο της Ορθοδοξίας και κατείχε πολλές γαίες στην περιοχή. Κοντά στο μοναστήρι βρίσκεται ο τάφος του περίφημου Βούλγαρου επαναστάτη Γιάνε Σαντάνσκι. Μετά το 1912 πέρασε στη δικαιοδοσία της Βουλγαρικής Εξαρχίας, αλλά η αντιδικία σχετικά με την υπαγωγή της έληξε μόλις το 1921, όταν το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης την επιδίκασε στη Βουλγαρία. Σήμερα, παρά την χρόνια έλλειψη μοναχών, η μονή εξακολουθεί και λειτουργεί κανονικά.

Αγιογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκκλησία της Μονής κοσμείται με υπέροχες τοιχογραφίες του 14ου αι. όλων σχεδόν των αγίων του εορτολογίου, μεταξύ των οποίων και ο Άγιος Χριστόφορος που εικονίζεται με καφαλή ...κυνός. Τα φωτοστέφανα των αγίων είναι ανάγλυφα. Οι τοιχογραφίες του νάρθηκα κοσμούνται με τρομακτικές παραστάσεις από τη Δευτέρα παρουσία, σαν εκείνες που, κατά την παράδοση, χρησιμοποιήθηκαν από τους ιεραπόστολους Κύριλλο και Μεθόδιο για να πείσουν τον τσάρον των Βουλγάρων Βόριν τον Ι (852-889), να προσέλθει μαζί με τους υπηκόους του στον χριστιανισμό.

Υπόθεση Γεωργίου Τριανταφυλλίδη (Affaire Putois)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1910 τοποθετήθηκε με την υπόδειξη του Εθνικού κέντρου από την Μονή Ιβήρων ως ενοικιαστής των κτημάτων της Μονής Ροζινού ο Γεώργιος Τριανταφυλλίδης, υπαξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού, που εμφαίσθηκε με κανονικό γαλλικό διαβατήριο ως Γάλλος πολίτης M. Georges Putois, ο οποίος είχε εργασθεί σε κάποια γαλλική αποικία όπου έμαθε καλά τη γαλλική γλώσσα και απέκτησε, άγνωστο πως, και την γαλλική ιθαγένεια.

Αυτός λοιπόν ο Γάλλος εγκαταστάθηκε ως διαχειριστής στη μονή, όπου ύψωσε την γαλλική σημαία, αλλά παραπλεύρως αυτής και την ελληνική και εσχημάτισε αντάρτικο σώμα από νέους μελενικιώτες με το πρόσχημα αντιμετώπισης των κατά των χωρίων επιδρομών.

Για να φαίνεται γνήσιος Γάλλος φορούσε μπερέ αλπινιστού, έδιδε συχνά πολυτελή γεύματα προς τιμήν των τουρκικών αρχών και έστελνε ως δώρα στον Γενικό Πρόξενο της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη φιάλες οίνου προερχόμενες δήθεν από τα αμπέλια της Μονής, στην πραγματικότητα όμως από τις οιναποθήκες των Μελενικίων με ετικέτες «Ferme de Rozino. G. Putois Vin Blanc Rouge, Vin Vicux Menlik». [1]

Ντόλνου Φρέγκου (κάτω ο Φράγκος)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Monsieur G. Putois φρόντισε για την περισυλλογή και περιφρούρηση αλλά και τη συστηματική καλλιέργεια των κτημάτων της μονής με πιέσεις και απειλές στους δυστροπούντες σλαυόφωνους κολλήγους οι οποίοι, ένα Σάββατο, ημέρα εβδομαδιαίας αγοράς στο Μελένικο πραγματοποίησαν συλλαλητήριο διαμαρτυρίας κατά του Γάλλου διαχειριστή με τις κραυγές «Ντόλου Φρέγκου-Κάτω ο Φράγκος». Στους διαδηλωτές μίλησε κάποιος δάσκαλος ρωτώντας τους «Μπίβαλι (επιτρέπεται σε ένα άτομο να εκμεταλλεύεται τόσους κολλήγους). Οι διαδηλωτές όμως δεν κατάλαβαν την ακριβή έννοια της βουλγαρικής λέξης, γιατί αυτοί μιλούσαν το γνωστό σλαυικό ιδίωμα, φώναξαν «μπίβα» δηλ, επιτρέπεται. Νε μπίβα μπρε αναφώνησε ο δάσκαλος. [2]

Η διεκδίκηση της Μονής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την διάρκεια της μισθωτικής περιόδου ο αναστείλας την κομιτατζίδικη δράση του μετά τη ανακήρυξη του Συντάγματος και διαμένων στο Μελένικο Γιάνε Σαντάνσκι, εξεδήλωσε διαθέσεις καταλήψεως της μονής ως διεκδικουμένης από τους Βουλγάρους. Έκτοτε εγκαταστάθηκε στη μονή απόσπασμα τουρκικού στρατού που απαγόρευε την είσοδο στη μονή για κάθε ξένο που δεν διατελούσε στην υπηρεσία του μισθωτού μέχρι να ρυθμισθεί το ζήτημα στην Κωνσταντινούπολη.(Κωνσταντίνος Τσώπρος, ό.π. σ. 44).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κωνσταντίνος Τσώπρος, Αναμνήσεις (Μελένοικο-Θεσσαλονίκη) σ. 47 GR ISSN: 0773-862X
  2. Κωνσταντίνος Τσώπρος, Αναμνήσεις (Μελένοικο-Θεσσαλονίκη) σ. 49 GR ISSN: 0773-862X

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]