Μιχαήλ Νεστέροφ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αυτοπροσωπογραφία του Μιχαήλ Νεστέροφ (1915).

Ο Μιχαήλ Βασίλιεβιτς Νέστεροφ (ρωσικά: Михаи́л Васи́льевич Не́стеров, ΔΦΑ [mʲɪxɐˈil vəˈsʲilʲjɪvʲɪtɕ ˈnʲestʲɪrəf], Ουφά 31 Μαΐου 1862 – Μόσχα 18 Οκτωβρίου 1942) ήταν Ρώσος ζωγράφος, ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος του Συμβολισμού στη ρωσική τέχνη. Ήταν μαθητής του Πάβελ Τσιστιακόφ (Павел Чистяков, Pavel Tchistyakov) στην Αυτοκρατορική Ακαδημία Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης και αργότερα προσχώρησε στην ομάδα καλλιτεχνών, γνωστής ως οι «Περιπλανώμενοι» (Peredvizhniki), συμμετέχοντας σε περιοδεύουσες εκθέσεις.

Αρχικά, ο Νεστέροφ φιλοτεχνούσε πίνακες με ιστορικά θέματα και σκηνές της καθημερινής ζωής, αλλά αργότερα ενδιαφέρθηκε κυρίως για έργα με θρησκευτικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο. Στα έργα αυτά περιλαμβάνονται: «Ερημίτης» (1889, Πινακοθήκη Τρετιακόφ, Μόσχα), «Το όραμα του νεαρού Βαρθολομαίου» (1889 – 1890, Πινακοθήκη Τρετιακόφ, Μόσχα), που απεικονίζει τη μεταστροφή του μεσαιωνικού Ρώσου Αγίου Σεργίου Ραντονέζσκι (Sergei Radonezhsky) και θεωρείται ως το παλαιότερο δείγμα ρωσικής συμβολικής τέχνης, «Ο Άγιος Σέργιος Ραντονέζσκι σε νεαρή ηλικία» (1892 – 97, Πινακοθήκη Τρετιακόφ, Μόσχα), «Τσάρεβιτς Ντίμτρι» (1899, Ρωσικό Μουσείο, Αγία Πετρούπολη), «Φιλόσοφοι (Πορτρέτο του Πάβελ Φλορένσκι και Σεργκέι Μπουλγκάκοφ)» (1917, Πινακοθήκη Τρετιακόφ, Μόσχα), «Αρχιεπίσκοπος (Πορτρέτο του Αντόνι Βολίνσκι)» (1917, Πινακοθήκη Τρετιακόφ, Μόσχα).

"Φορώντας το πέπλο" (1897 - 1898, Ρωσικό Μουσείο, Αγία Πετρούπολη).

Ο αριστουργηματικός πίνακάς του «Φορώντας το πέπλο» (1898, Ρωσικό μουσείο, Αγία Πετρούπολη), που απεικονίζει ένα επεισόδιο από τη ρωσική εκκλησιαστική ζωή, εμπνέεται από ποιητική διάθεση και έντονο λυρισμό. Στο ίδιο λυρικό ύφος είναι το «Πορτρέτο της Όλγας Νεστέροβα, γνωστής ως γυναίκας που αρεσκόταν στην ιππασία» (1906, Ρωσικό Μουσείο, Αγία Πετρούπολη) και το «Πορτρέτο του Λέοντα Τολστόι» (1907).

Από το 1890 ως το 1910, ο Νεστέροφ έζησε στο Κίεβο και την Αγία Πετρούπολη, φιλοτεχνώντας τις τοιχογραφίες στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Βλαδίμηρου στο Κίεβο και την Εκκλησία του Ρέοντος Αίματος στην Αγία Πετρούπολη. Μετά το 1910, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στη Μόσχα, εργαζόμενος στη μονή Μαρφο-Μαρίνσκι. Ως ευσεβής θρησκευόμενος, ο Νεστέροφ δεν αποδέχτηκε ποτέ στη ζωή του τη Μπολσεβίκικη Επανάσταση, αλλά παρέμεινε στη Ρωσία μέχρι το θάνατό του. Κατά τη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου, ζωγράφιζε με λυρικό ύφος πορτρέτα πολλών διάσημων προσώπων της εποχής του, όπως το «Πορτρέτο του γλύπτη Ιβάν Σαντρ» (1934), το «Πορτρέτο του Ιβάν Πάβλοβ» (1935), το «Πορτρέτο της γλύπτριας Βέρας Μούχινα» (1940) κ. ά.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

• «The Russian Museum (A pictorial Guide)», pp. 103-104, Palace Editions, St. Petersburg, 2005.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Mikhail Nesterov της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).