Μετωπιαίο οστό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το μετωπιαίο οστό
Η πρόσθια ή έξω επιφάνεια
Η οπίσθια ή έσω επιφάνεια

Το μετωπιαίο οστό (λατ. os frontale) αποτελεί ένα από τα οστά που σχηματίζουν το εγκεφαλικό κρανίο του ανθρώπινου σκελετού. Παριστά το σχήμα του μαλακίου κυδώνι και αποτελείται από δύο μοίρες

Κάθετη μοίρα ή λέπιο μετωπιαίου οστού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εξωτερική επιφάνεια αυτής της μοίρας είναι κυρτή και εμφανίζει στο κατώτερο τμήμα της μέσης γραμμής τα υπολείμματα της μετωπιαίας ραφής, η οποία κατά την παιδική ηλικία διαιρεί το οστό σε δύο τμήματα, κατάσταση η οποία μπορεί να εμμείνει και εφ'όρου ζωής. Εκατέρωθεν της ραφής και περίπου 3 εκ. πάνω από το υπερκόγχιο χείλος βρίσκονται οι μετωπιαίοι όγκοι, δύο θολωτές διογκώσεις του μετωπιαίου οστού. Το μέγεθός τους ποικίλει μεταξύ διαφορετικών ατόμων, ενώ είναι περισσότερο έντονοι σε νεαρή ηλικία. Η οστέινη επιφάνεια από πάνω τους είναι λεία και καλύπτεται από την επικράνια απονεύρωση. Κάτω από αυτούς και με τη μεσολάβηση μιας ρηχής αύλακας βρίσκονται τα τοξοειδή υπερόφρυα τόξα, τα οποία προέχουν επί τα εντός και ενώνονται μεταξύ τους στο μεσόφρυο. Έχουν μεγαλύτερο μέγεθος στους άντρες, ενώ σε ένα βαθμό αυτό εξαρτάται από το μέγεθος των υποκείμενων μετωπιαίων κόλπων. Πιο κάτω βρίσκεται σε κάθε πλευρά το καμπύλο και προέχων υπερκόγχιο χείλος, το οποίο αποτελεί το όριο μεταξύ των δύο μοιρών του οστού, αλλά και μεταξύ του εγκεφαλικού και του σπλαγχνικού κρανίου. Επί τα εκτός το χείλος αυτό είναι οξύ και προέχον, ώστε να παρέχει προστασία στον αντίστοιχο οφθαλμό και καταλήγει στην ισχυρή ζυγωματική απόφυση για την άρθρωση με το ζυγωματικό οστό, ενώ επί τα εντός είναι ομαλότερο. Μεταξύ του έσω και του μέσου τριτημορίου παρατηρείται η υπερκόγχια εντομή, η οποία ενίοτε μετατρέπεται στο ομώνυμο τρήμα, απ΄όπου διέρχονται τα υπερκόγχια αγγεία και νεύρα. Προς τα πίσω και επάνω από τη ζυγωματική απόφυση κατευθύνεται η κροταφική γραμμή που διαχωρίζεται σε άνω και κάτω κροταφικές γραμμές, οι οποίες συνεχίζουν στο βρεγματικό οστό και καθορίζουν τον κροταφικό βόθρο, απ'όπου εκφύεται ο κροταφίτης μυς. Κάτω από το μεσόφρυο βρίσκεται η ρινική μοίρα με την τραχιά ρινική εντομή, όπου αρθρώνονται εκατέρωθεν τα ρινικά οστά, οι μετωπιαίες αποφύσεις των άνω γνάθων και τα δακρυϊκά οστά. Η ρινική απόφυση συνεχίζει προς τα κάτω και εμπρός, κάτω από τα ρινικά οστά και τις μετωπιαίες αποφύσεις των άνω γνάθων, για να καταλήξει στη ρινική άκανθα, η οποία συμμετέχει στο σχηματισμό του ρινικού διαφράγματος. Η εσωτερική επιφάνεια της κάθετης μοίρας είναι κοίλη και παρουσιάζει στη μέση γραμμή και την άνω επιφάνεια την αύλακα για τον άνω οβελιαίο κόλπο, τα χείλη της οποίας ενώνονται προς τα κάτω για να σχηματίσουν τη μετωπιαία ακρολοφία. Η τελευταία καταλήγει σε μια εντομή, η οποία με την άρθρωση με το ηθμοειδές μετατρέπεται στο τυφλό τρήμα, διαμέσου του οποίου, όταν είναι διαπερατό, διέρχεται μια φλέβα από τη μύτη προς τον άνω οβελιαίο κόλπο. Εκατέρωθεν της μέσης γραμμής παρατηρούνται ανάγλυφα εντυπώματα των ελίκων και των αυλάκων του εγκεφάλου και των προσθίων κλάδων των μέσων μηνιγγικών αγγείων. Επίσης παρατηρούνται τα ασταθή σε αριθμό και βάθος πακχιόνια βοθρία, τα οποία υποδέχονται τα πακχιόνια ή αραχνοειδή σωμάτια

Οριζόντια ή κογχική μοίρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποτελείται από δύο λεπτές τριγωνικές κογχικές πλάκες που σχηματίζουν τους θόλους των οφθαλμικών κόγχων και διαχωρίζονται από την ηθμοειδή εγκοπή. Η κάτω επιφάνεια κάθε πλάκας είναι λεία και κοίλη και φέρει επί τα εκτός τον βόθρο του δακρυϊκού αδένα και επί τα εντός τον τροχιλιακό βόθρο όπου προσφύεται η ινοχόνδρινη τροχιλία του άνω λοξού οφθαλμικού μυός. Η άνω επιφάνεια είναι κυρτή και παρουσιάζει εντυπώματα από τις έλικες του μετωπιαίου λοβού και τους μηνιγγικούς κλάδους των ηθμοειδών αγγείων. Η τετράπλευρη ηθμοειδής εγκοπή καταλαμβάνεται στο αρθρωμένο κρανίο από το τετρημένο πέταλο του ηθμοειδούς οστού, με το οποίο σχηματίζει τις ηθμοειδείς κυψέλες και δύο τρήματα:

  • το πρόσθιο ηθμοειδές, που μεταφέρει το οφθαλμορρινικό νεύρο και τα πρόσθια ηθμοειδή αγγεία
  • το οπίσθιο ηθμοειδές, που μεταφέρει τα οπίσθια ηθμοειδή αγγεία και νεύρο

Μπροστά από την ηθμοειδή εγκοπή βρίσκονται τα ανοίγματα των μετωπιαίων κόλπων. Αυτοί είναι δύο, συνήθως ανόμοιες σε μέγεθος και ακανόνιστες σε σχήμα αεροφόρες κοιλότητες, που εκτείνονται προς τα πίσω, άνω και έξω μεταξύ των δύο πλακών του κρανίου. Διαχωρίζονται από ένα λεπτό οστέινο διάφραγμα, είναι απόντες στην γέννηση, αλλά διαμορφώνονται αρκετά μέχρι τα 7 ή 8 έτη και παίρνουν το πλήρες τους μέγεθος στην εφηβεία. Είναι μεγαλύτεροι στους άντρες και καλύπτονται εσωτερικά από βλεννογόνο. Επικοινωνούν με τη σύστοιχη ρινική κοιλότητα με τον μετωπορινικό πόρο.

Χείλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To χείλος της κάθετης μοίρας είναι παχύ και έντονα οδοντωτό. Στην κορυφή επικαλύπτει τα χείλη των βρεγματικών οστών με τα οποία αρθρώνεται, ενώ πλαγίως επικαλύπτεται από αυτά. Χαμηλότερα το χείλος αυτό γίνεται τραχύ και τριγωνικό και αρθρώνεται με τη μείζονα πτέρυγα του σφηνοειδούς οστού. Τα οπίσθια χείλη των κογχικών πλακών είναι λεπτά και οδοντωτά και αρθρώνονται με τις ελάσσονες πτέρυγες του σφηνοειδούς.

Κατασκευή και οστεοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λέπιο και οι ζυγωματικές αποφύσεις είναι παχιά και αποτελούνται από διπλοϊκό ιστό περιεχόμενο μεταξύ δύο συμπαγών πλακών. Ο ιστός αυτός απουσιάζει στους μετωπιαίους κόλπους. Η κογχική μοίρα είναι λεπτή και διάφανη, αποτελούμενη μόνο από συμπαγές οστό. Το μετωπιαίο οστό οστεοποιείται υμενογενώς από δύο πυρήνες οστέωσης, έναν για κάθε ήμισι του οστού, οι οποίοι κάνουν την εμφάνισή τους στο τέλος του δεύτερου εμβρυϊκού μήνα πάνω από τα υπερκόγχια χείλη. Η οστέωση κατευθύνεται έπειτα προς τα άνω και πίσω. Η ρινική άκανθα, η ρινική μοίρα και οι ζυγωματικές αποφύσεις οστεοποιούνται από δύο δευτερογενή κέντρα, εκατέρωθεν της μέσης γραμμής. Κατά τη γέννηση το οστό αποτελείται από δύο τμήματα, διαχωριζόμενα από την μετωπιαία ραφή.

Αρθρώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μετωπιαίο οστό αρθρώνεται με δώδεκα οστά: το σφηνοειδές, το ηθμοειδές, τα δύο βρεγματικά, τα δύο ρινικά, τις δύο άνω γνάθους, τα δύο δακρυϊκά και τα δύο ζυγωματικά οστά.

Πηγές:[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Gray's Anatomy (1918)
  2. Μ. Πολυζώνης: Στοιχεία Ανατομικής του Ανθρώπου, Κινητικό σύστημα - Α. Οστεολογία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1982
  3. F. Netter: Άτλας Ανατομικής του Ανθρώπου, 2η Έκδοση, Ιατρικές Εκδόσεις Π.Χ. Πασχαλίδης