Μερκούριος Μπούα
|
|
Αυτό το λήμμα ή η ενότητα δεν αναφέρει τις πηγές του ή δεν περιέχει επαρκείς παραπομπές. Μπορείτε να βοηθήσετε την Βικιπαίδεια προσθέτοντας κατάλληλες πηγές και παραπομπές που να υποστηρίζουν το λήμμα. Η σήμανση τοποθετήθηκε στις 13/05/2010. |
Ο Μερκούριος Μπούας (επιλεγόμενος και Σπάθας) ήταν γιος του Θεόδωρου Μπούα, αξιωματούχου στην αυλή των Δεσποτών του Μυστρά. Καταγόταν από τον Οίκο Μπούα, οικογένεια (φάρα) Αρβανιτών της Ελλάδας της υστεροβυζαντινής εποχής. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο σε άγνωστη ημερομηνία[1].
Για πρώτη φορά γίνεται λόγος για το όνομά του μετά τη συμμετοχή του στην μάχη του Φόρνοβο το 1495 στην Ιταλική χερσόνησο, κατά την οποία και διακρίθηκε ως επικεφαλής σώματος Ελλήνων Αρκεβουζίων και Αργουλέτων. Σύμφωνα με τον ιστορικό της εποχής Ενετό Σανούτο, αλλά και σύγχρονους, όπως ο Κ. Σταθάς, ο Μερκούριος Μπούας επιτέθηκε κατά του ιδίου του Γάλλου Βασιλέα Καρόλου, τον οποίο και τραυμάτισε στο πρόσωπο.
Σύντομα το όνομά του θα γινόταν πασίγνωστο στην Ευρώπη, μαζί με τους επικεφαλής και των υπολοίπων ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων, όπως των Δημητρίου Λασκάρεως από την Ζάκυνθο, Ιωάννη και Θεοδώρου Παλαιολόγου από την Πελοπόννησο, του Φιλίππου από την Μακεδονία, του Βουζίκη από το Ναύπλιο και του Θείου του Δήμο Μπούα από το Άργος.
Μετά την μάχη του Φόρνοβο η συμμαχία των Ιταλικών Κρατών διαλύθηκε. Μόνον οι Ενετοί επέμεναν στον κατά της Γαλλίας πόλεμο, στέλνοντας μάλιστα τους Έλληνες να καταδιώξουν τους Γάλλους μέχρι την έξοδο από το Ιταλικό έδαφος. Ο Ενετός ιστορικός Σανούτος μετά την μάχη του Φόρνοβο σε έκθεσή του προς τις αρχές της Ενετικής Δημοκρατίας αναφέρει ότι Οι Έλληνες στρατιώτες μόνοι, χωρίς την βοήθεια των πεζών, κέρδισαν την νίκη έναντι ισχυρών Γαλλικών δυνάμεων. Ακόμη, ο Δούκας του Μιλάνου έστειλε ευχαριστήριο επιστολή προς την Ενετική Γερουσία ευγνωμονώντας για την αποστολή των Ελλήνων και αναφέροντας ότι Οίτινες αποκλείσαντες τον εχθρό έσωσαν την χώρα. Τελικά όταν αφίχθησαν στη Νοβάρρα μετά την μάχη του Φόρνοβο και τα υπόλοιπα τμήματα των Ελλήνων Στρατιωτών υπό τον Μερκούριο Μπούα, τα οποία κατεδίωκαν τον υποχωρούντα Γαλλικό Στρατό, οι αποκλεισμένοι στην Νοβάρρα Γάλλοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Επρόκειτο για την μεγαλύτερη νίκη που είχε πετύχει ποτέ τμήμα Ιππικού σε πολιορκητική επιχείρηση. Στη μάχη αυτή οι Γάλλοι υπέστησαν τουλάχιστον 800 απώλειες, νεκρούς και αιχμάλωτους.
Μετά την μάχη του Φόρνοβο το σύνολο σχεδόν των Ιταλικών δυνάμεων με εξαίρεση των δυνάμεων των Ενετών προσχώρησε στο Γαλλικό στρατόπεδο. Δεν συνέβηκε το ίδιο και με τα Ελληνικά στρατιωτικά σώματα που πολεμούσαν στο πλευρό των Ενετών γιατί το θεωρούσαν μεγάλη ατιμία να τους εγκαταλείψουν μόνο και μόνο για επιπλέον χρήματα. Όπως αναφέρει και ο Ιωάννης Κορωναίος Οι Ταλικοί δε άπαντες της αυθεντίας έφυγαν, και δημεγέρται γίνησαν με τους εχθρούς επήγαν, κι ουδείς ουδέν απέμενε, μόνον οι στρατιώτες Πελοποννήσιοι ομού και οι Μακεδόνες.
Ο Μερκούριος Μπούας πολέμησε αρχικά στο πλευρό των Ενετών από τους οποίους έλαβε πολλά χρήματα και γαίες, έπειτα πολέμησε στο πλευρό του Γερμανού Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού ο οποίος του επέτρεψε να φέρει κατά τις μάχες δική του πολεμική σημαία εν αντιθέσει με τους υπόλοιπους ευγενείς που συμμετείχαν και υποχρεωνόταν να πολεμούν κάτω από την σημαία του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού έθνους από τον εν λόγω Αυτοκράτορα ονομάσθηκε στρατηγός της Γερμανικής Αυτοκρατορίας,επίσης του αποδόθηκε ο τίτλος ευγενείας του Πρίγκηπος του Λίχτενμπεργκ επίσης χρίσθηκε Κόμης του Ιλαζ,της Σουαβίας, αλλά και Κόμης της Γαλλίας τόσο από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό όσο και απο τον Γάλλο Βασιλέα Λουδοβίκου τον ΙΒ' για της προσφερόμενες σε αυτούς υπηρεσίες του. Πρωτοστάτησε μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες αρχηγούς σωμάτων στρατιωτών στην ίδρυση της Ελληνικής Αδελφότητας στην Βενετία της Ιταλίας και στην ανέγερση του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας που αποτέλεσε έκτοτε σημείο αναφοράς των Ελλήνων. Χάρη στο πρωτοπαλλίκαρό του, τον Ιωάννη τον Κορωναίο, λάτρη της αρχαίας ελληνικής ιστορίας και της Ιλιάδας, που αποφάσισε και συνέγραψε τα κατορθώματα του Μερκούριου Μπούα σε έμμετρο λόγο,σε ένα μακροσκελές ομοιοκατάληκτο ποίημα με τον τίτλο "Μερκουρίου Ανδραγαθήματα" έφτασαν έως τις ημέρες μας σημαντικές πληροφορίες για την δράση του[1]. Ο Κορωναίος έγραψε και ένα μικρότερο ποίημα το οποίο απέστειλε στον Μ. Μπούα, επίσης σε Ελληνική γλώσσα. Από το γεγονός αυτό καθώς και από έναν στίχο που λέει ότι τον Μπούα πολλοί τον νομίζουν ξένο, αλλά και από λατινικά κείμενα που αναφέρονται στα στρατιωτικά τμήματα του Μπούα ως Graeci, ο Σάθας συμπεραίνει ότι ο Μ. Μπούας ήταν Έλληνας.
Συμμετείχε στις ακόλουθες μάχες μετά την μάχη του Φόρνοβο κατά χρονολογική σειρά:
- Μπαρλέτα το 1502 εναντίον των Γάλλων
- Γένουα το 1507 εναντίον των Γάλλων
- Αγκαντέλο το 1509
- Μαρινιάνο το 1515
- Μπικκόκα το 1522
- Πάβια το 1525
αλλά και στην τελική μάχη των ιταλικών πολέμων στο Κερεσόλε ντ΄Άλμπα το 1543.
Ο Μερκούριος Μπούας πέθανε το 1560 στην Ιταλία όπου και ετάφη κατόπιν δικής του επιθυμίας. O τάφος του βρίσκεται στο Τρεβίζο όπου υπηρέτησε ως διοικητής στρατιωτικής μονάδος. Το ταφικό του μνημείο φέρει την επιγραφή:
"Mercurio Bua Comiti E. Principibus Peloponnesi Epirotarum Equitum Ductori, Anno Salu. MDCXXXVII."
δηλ. "Στον Κόμη Μερκούριο Μπούα, Πρίγκηπα της Πελοποννήσου, Διοικητή των Ηπειρωτών ιππέων" (Σάθας).
[Επεξεργασία] Βιβλιογραφία
- Παντελής Καρύκας, Ελληνικές Επαναστάσεις
- Μουσείο Ελληνικής παροικίας Βενετίας-Ιταλία(Αρχείο Ελληνικής Αδελφότητας Βενετίας)
- Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία
- Ιταλική, Γαλλική και Γερμανική Ιστορία
- Χρύσα Μαλτέζου, Stradioti. Οι προστάτες των συνόρων, Αθήνα 2003, σ. 30