Μεθυλοβουτίνιο
| Μεθυλοβουτίνιο | |
|---|---|
![]() |
|
| Γενικά | |
| Όνομα IUPAC | Μεθυλοβουτίνιο |
| Άλλες ονομασίες | Ισοπροπυλακετυλένιο Ισοπροπυλαιθίνιο |
| Χημικά αναγνωριστικά | |
| Χημικός τύπος | C5H8 |
| Μοριακή μάζα | 68.12 |
| Σύντομος συντακτικός τύπος |
(CH3)2CHC≡CH |
| Συντομογραφίες | iPrC≡CH |
| Αριθμός CAS | 598-23-2[1] |
| SMILES | C#C(C)C |
| Ισομέρεια | |
| Ισομερή θέσης | 25 |
| Φυσικές ιδιότητες | |
| Σημείο τήξης | -9°C |
| Σημείο βρασμού | 29,5 °C |
| Πυκνότητα | 666 kg/m3 |
| Διαλυτότητα στο νερό |
Αδιάλυτο |
| Εμφάνιση | Διαφανές, άχρωμο υγρό |
| Χημικες ιδιότητες | |
| Η κατάσταση αναφοράς είναι η πρότυπη κατάσταση (25°C, 1 Atm) εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά |
|
To μεθυλοβουτίνιο (ονομασία κατά IUPAC: Τυπικότερα είναι 3-μεθυλοβουτίνιο-1, αλλά οι αριθμοί θέσης στην ένωση αυτοί είναι πλεονασμός, αφού δεν υπάρχει άλλο μεθυλοβουτίνιο) ή ισοπροπυλακετυλένιο ή ισοπροπυλαιθίνιο (ονομασίες κατά τις οποίες η ένωση θεωρείται παράγωγη του αιθίνιου) είναι το μέλος της ομόλογης σειράς των αλκινίων, δηλαδή ένας ακόρεστος, άκυκλος υδρογονάνθρακας με ένα τριπλό δεσμό. Ο χημικός της τύπος είναι: C5H8, ενώ ο σύντομος συντακτικός της: (CH3)2CHC≡CH. Είναι ένα άκρως εύφλεκτο άχρωμο αέριο[2] που χρησιμοποιείται ευρύτατα ως καύσιμο και ως πρώτη ύλη σύνθεσης άλλων οργανικών ενώσεων. Τα δυο (2) άτομα άνθρακα, του τριπλού δεσμού, που περιέχει βρίσκονται σε υβριδισμό sp και συνδέονται με τριπλό δεσμό, δηλαδή ένα (1) σ και δύο (2) π. Τα άλλα βρίσκονται σε sp3 υβριδισμό. Έχει εικοσιπέντε (25) ισομερή:
- Το πεντίνιο-1: Ένα αλκίνιο.
- Το πεντίνιο-2: Ένα αλκίνιο.
- Το πενταδιένιο-1,2: Ένα αλκαδιένιο.
- Το πενταδιένιο-1,3: Ένα αλκαδιένιο.
- Το πενταδιένιο-1,4: Ένα αλκαδιένιο.
- Το πενταδιένιο-2,3: Ένα αλκαδιένιο.
- Το μεθυλοβουταδιένιο-1,2: Ένα αλκαδιένιο.
- Το μεθυλοβουταδιένιο-1,3: Ένα αλκαδιένιο.
- Το κυκλοπεντένιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το 1-μεθυλοκυκλοβουτένιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το 3-μεθυλοκυκλοβουτένιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το μεθυλενοκυκλοβουτάνιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το 1-αιθυλοκυκλοπροπένιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το 3-αιθυλοκυκλοπροπένιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το αιθυλενοκυκλοπροπάνιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το βινυλοκυκλοπροπάνιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το 1,2-διμεθυλοκυκλοπροπένιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το 1,3-διμεθυλοκυκλοπροπένιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το 3,3-διμεθυλοκυκλοπροπένιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το μεθυλομεθυλενοκυκλοπροπάνιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το δικυκλο(2.1.0)πεντάνιο: Ένα δικυκλοαλκάνιο.
- Το δικυκλο(2.1.1)πεντάνιο: Ένα δικυκλοαλκάνιο.
- Το 1-μεθυλοδικυκλοβουτάνιο: Ένα δικυκλοαλκάνιο.
- Το 2-μεθυλοδικυκλοβουτάνιο: Ένα δικυκλοαλκάνιο.
- Το σπειροπεντάνιο: Ένα σπειράνιο.
[Επεξεργασία] Παραγωγή
[Επεξεργασία] Με απόσπαση υδραλογόνων
Με απόσπαση δύο μορίων υδραλογόνου από 1,1-διαλο-3-μεθυλοβουτάνιο, με χρήση υδροξειδίου του νατρίου (NaOH), παράγεται μεθυλοβουτίνιο[3]:

[Επεξεργασία] Με απόσπαση αλογόνων
Με απόσπαση δύο μορίων αλογόνου από 1,1,2,2-τετρααλο-3-μεθυλοβουτάνιο, με χρήση ψευδαργύρου (Zn), παράγεται μεθυλοβουτίνιο[4]:

[Επεξεργασία] Με ισοπροπυλίωση αιθινίου
Το αιθινικό νάτριο μπορεί να ισοπροπυλιωθεί με ισοπροπυλαλογονίδιο[5]:

[Επεξεργασία] Χημικές ιδιότητες και παράγωγα
- Εμφανίζει όλες τις χαρακτηριστικές ιδιότητες των ακόρεστων υδρογονανθράκων:
[Επεξεργασία] Καύση
- Με το οξυγόνο του αέρα καίγεται παρέχοντας κυανή φλόγα υψηλότατης θερμοκρασίας:

[Επεξεργασία] Ενυδάτωση
Με επίδραση θειικού οξέος και στη συνέχεια νερού (ενυδάτωση) σε μεθυλοβουτίνιο , παρουσία ιόντων υδραργύρου (Hg), παράγεται μεθυλοβουτανόνη (CH3CH2COCH3) [6]:

- Ενδιάμεσα παράγεται 3-μεθυλοβουτεν-1-όλη-2 (ασταθής ενόλη) που ισομερειώνεται σε μεθυλοβουτανόνη .
[Επεξεργασία] Προσθήκη υπαλογονώδους οξέος
Με επίδραση (προσθήκη) υποαλογονώδους οξέος (HOX) μεθυλοβουτίνιο παράγεται 1-αλομεθυλοβουτανόνη[7]:

- Το HOX παράγεται συνήθως επιτόπου με την αντίδραση:

- Ενδιάμεσα παράγεται 1-αλο-3-μεθυλοβουτεν-1-όλη-2 (ασταθής ενόλη) που ισομερειώνεται σε 1-αλομεθυλοβουτανόνη.
[Επεξεργασία] Καταλυτική υδρογόνωση
Με καταλυτική υδρογόνωση μεθυλοβουτίνιου σχηματίζεται αρχικά 3-μεθυλοβουτένιο-1 και στη συνέχεια (με περίσσεια υδρογόνου) μεθυλοβουτάνιο.[8]:
![\mathrm{
(CH_3)_2CHC \equiv CH + H_2 \xrightarrow{Ni\;\acute{\eta}\; Pd \;\acute{\eta}\; Pt} (CH_3)_2CHCH=CH_2 \xrightarrow[+ H_2]{Ni\;\acute{\eta}\; Pd \;\acute{\eta}\; Pt} (CH_3)_2CHCH_2CH_3
}](http://upload.wikimedia.org/wikipedia/el/math/b/3/5/b35424f38c7bcc09d85282d66e497705.png)
[Επεξεργασία] Αλογόνωση
Με επίδραση αλογόνου (X2) (αλογόνωση) σε μεθυλοβουτίνιο έχουμε προσθήκη στον τριπλό δεσμό. Παράγεται αρχικά 1,2-διαλο-3-μεθυλοβουτένιο-1 και στη συνέχεια (με περίσσεια αλογόνου) 1,1,2,2-τετρααλο-3-μεθυλοβουτάνιο.[9]:
![\mathrm{
(CH_3)_2CHC \equiv CH + X_2 \xrightarrow{CCl_4} (CH_3)_2CHCX=CHX \xrightarrow[+X_2]{CCl_4} (CH_3)_2CHCX_2CHX_2
}](http://upload.wikimedia.org/wikipedia/el/math/d/6/f/d6f0a6ad318836847d081784315bb673.png)
[Επεξεργασία] Υδραλογόνωση
Με προσθήκη υδραλογόνων (HX) (υδραλογόνωση) σε μεθυλοβουτίνιο παράγεται αρχικά 2-αλο-3-μεθυλοβουτένιο-1 και στη συνέχεια (με περίσσεια υδραλογόνου) 2,2-διαλο-3-μεθυλοβουτάνιο.[10]:

[Επεξεργασία] Υδροκυάνωση
Με προσθήκη υδροκυανίου (HCN) (υδροκυάνωση) σε μεθυλοβουτίνιο παράγεται ισοπροπυλοαιθενονιτρίλιο:
![\mathrm{
(CH_3)_2CHC \equiv CH + HCN \xrightarrow{} CH_2=C[CH(CH_3)_2]CN
}](http://upload.wikimedia.org/wikipedia/el/math/6/e/e/6eed09306d90dee45db45b98afabbe4d.png)
[Επεξεργασία] Διυδροξυλίωση
Η διυδροξυλίωση μεθυλοβουτίνιου-1 , αντιστοιχεί σε προσθήκη H2O2 και παράγει μεθυλο-1-υδροξυβουτανόνη[11]:
1. Επίδραση αραιού διαλύματος υπερμαγγανικού καλίου (KMnO4). Π.χ.:

2. Επίδραση καρβονικού οξέος και υπεροξείδιου του υδρογόνου:

- Ενδιάμεσα παράγεται 3-μεθυλοβουεν-1-διόλη-1,2 (ασταθής ενόλη) που ισομερειώνεται σε μεθυλο-1-υδροξυβουτανόνη.
[Επεξεργασία] Επίδραση πυκνού υπερμαγγανικού καλίου
Με επίδραση πυκνού διαλύματος υπερμαγγανικού καλίου (KMnO4) παράγεται μεθυλο-2-οξοβουτανικό οξύ[12]:

[Επεξεργασία] Προσθήκη αλκοολών
Με επίδραση αλκοόλης (ROH) σε μεθυλοβουτίνιο παράγεται 2-αλκοξυ-3-μεθυλοβουτένιο-1[13]:

[Επεξεργασία] Προσθήκη καρβονικών οξέων
Με επίδραση καρβονικών οξέων (RCOOH) σε μεθυλοβουτίνιο παράγεται καρβονικός ισοπροπυλοβινυλεστέρας[14]:
![\mathrm{
(CH_3)_2CHC \equiv CH + RCOOH \xrightarrow{} RCOOC[CH(CH_3)_2]=CH_2}](http://upload.wikimedia.org/wikipedia/el/math/6/b/9/6b97f9926d671f0e809221015ca04d01.png)
[Επεξεργασία] Οζονόλυση
Με επίδραση όζοντος (οζονόλυση) σε μεθυλοβουτίνιο παράγεται αρχικά ασταθές οζονίδιο που τελικά διασπάται σε μεθυλο-2-οξοβουτανάλη[15]:

[Επεξεργασία] Σχηματισμός ακετυλιδίων
1. Με επίδραση μεταλλικού νατρίου σε μεθυλοβουτίνιο παράγεται μεθυλοβουτινικό νάτριο[16]:

- Το βουτανικό νάτριο αποτελεί πρώτη ύλη για την παραγωγή άλλων παραγώγων με τριπλό δεσμό, γιατί αντιδρά με αλκυλαλογονίδια (RX):

2. Με επίδραση ιόντων αργύρου (Ag+) και παρουσία αμμωνίας (NH3) παράγεται ένα λευκό στερεό, ο μεθυλοβουτινικός άργυρος[17]:

3. Με επίδραση ιόντων μονοσθενούς χαλκού (Cu+) και παρουσία αμμωνίας (NH3) παράγεται ένα κεραμιδί στερεό, ο μεθυλοβουτινικός χαλκός[18]:

- Οι αντιδράσεις 2 και 3 χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση της ομάδας -C ≡ CH.
[Επεξεργασία] Προσθήκη καρβενίων
Κατά την προσθήκη μεθυλενίου σε μεθυλοβουτίνιο σχηματίζονται 3-μεθυλοπεντίνιο-1, διμεθυλοβουτίνιο, μεθυλοπεντίνιο-2 και 1-ισοπροπυλοκυκλοπροπένιο[19]:

- Η αντίδραση είναι ελάχιστα εκλεκτική και αυτό σημαίνει ότι κατά προσέγγιση έχουμε:
- 1. Παρεμβολή στους έξι (6) δεσμούς C4-H και C1'-H: Προκύπτει 3-μεθυλοπεντίνιο-1, ένα αλκίνιο.
- 2. Παρεμβολή στον έναν (1) δεσμό C3-H: Προκύπτει διμεθυλοβουτίνιο, ένα αλκίνιο.
- 3. Παρεμβολή στον έναν (1) δεσμό C1-H: Προκύπτει μεθυλοπεντίνιο-2, ένα αλκίνιο.
- 4. Προσθήκη στον έναν (1) τριπλό δεσμό: Προκύπτει 1-ισοπροπυλοκυκλοπροπένιο, ένα κυκλοαλκένιο.
- Προκύπτει επομένως μίγμα 3-μεθυλοπεντινίου-1 ~67%, διμεθυλοβουτινίου ~11%, μεθυλοπεντινίου-2 ~11% και 1-ισοπροπυλοκυκλοπροπενιου ~11%.
- Με τη χρήση μεθυλενοδιιωδιδίου (CH2I2) και ψευδαργύρου (Zn) επικρατεί η προσθήκη, οπότε είναι:

[Επεξεργασία] Αναφορές
- ↑ Δικτυακός τόπος ChemicalBook
- ↑ Lide, David R. (2008). CRC Handbook of Chemistry and Physics, 89th Edition. CRC Press. σελ. 3–84. ISBN 978-0849304880.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.153, §6.4.3.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.153, §6.3.1β.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 159, §6.9.10α.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.3.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 156, §6.8.4.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.4α.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.2.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.1.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 157, §6.8.9.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.8.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.5.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.6.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.7α.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 159, §6.9.10α.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 159, §6.9.10β.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 159, §6.9.10γ.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 157, §6.8.7., σελ. 155, §6.7.3
[Επεξεργασία] Πηγές
- Speight J. G., “Chemical and Process Design Handbook”, McGraw-Hill, 2002.
- Γ. Βάρβογλη, Ν. Αλεξάνδρου, Οργανική Χημεία, Αθήνα 1972
- Α. Βάρβογλη, «Χημεία Οργανικών Ενώσεων», παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991
- SCHAUM'S OUTLINE SERIES, ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΧΗΜΕΙΑ, Μτφ. Α. Βάρβογλη, 1999
- Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982
|
||||||||
| Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Pentine της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες). |
