Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε

Ο Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε (ολλ. Marinus van der Lubbe, προφ. φαν ντερ Λούμπε, 1909 - 1934) ήταν Ολλανδός κτίστης, αριστερών φρονημάτων, ο οποίος κατηγορήθηκε για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ στις 27 Φεβρουαρίου 1933, συνελήφθη, δικάστηκε και εκτελέστηκε στην Λειψία τον Ιανουάριο του 1934.

Σύντομη βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1909 στο Λέιντεν και μεγάλωσε σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας. Ήταν γιος του περιοδεύοντος εμπορικού αντιπροσώπου Φρανσίσκους Κορνέλις (Franciscus Cornelis) και της Πετρονέλα βαν Χάντελ (Petronella van Handel), η οποία είχε ήδη έξι παιδιά από τον πρώτο της γάμο. Ο μέθυσος πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια λίγο μετά την γέννηση του Μαρίνους, ενώ όταν ήταν μόλις 12 ετών, το 1921, ο Μαρίνους έχασε και την μητέρα του. Ύστερα από τον θάνατό της αναγκάστηκε να ζήσει με την ετεροθαλή αδελφή του στο Έχστχεεστ (Oegstgeest) κοντά στο Λέιντεν. Εξαιτίας της μυικής του δύναμης το παρατσούκλι του ήταν Ντέμπσι, από τον Αμερικανό πυγμάχο Τζακ Ντέμπσι. Φοίτησε για μικρό διάστημα στο τοπικό σχολείο και είχε αναλάβει να προσέχει τις τρεις μικρές ανηψιές του.[1] Σε ηλικία 14 ετών άρχισε να εκπαιδεύεται ως κτίστης και, όταν άρχισε να εργάζεται, ήλθε σε επαφή με το εργατικό κίνημα και το 1925 εντάχτηκε στην κομμουνιστική νεολαία, αν και άλλες πηγές αναφέρουν ότι αυτή η ένταξη έγινε το 1926.[2] Γρήγορα όμως αντιπάθησε τους αυστηρούς κανόνες πειθαρχίας και την αυταρχική ιεραρχία του κόμματος και το 1931 εντάχθηκε σε μια ριζοσπαστική αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση (Internationalist Communist Group (IKG)) που διακήρυττε την "προπαγάνδα μέσω της πράξης".[3] Το 1925 υπέστη σοβαρό ατύχημα ενώ εργαζόταν, καθώς του έπεσε ασβέστης στα μάτια, και νοσηλεύθηκε για αρκετούς μήνες σε νοσοκομείο. Το ατύχημα αυτό τον άφησε με σοβαρή έλλειψη όρασης. Βγαίνοντας από το νοσοκομείο δεν μπόρεσε να βρει εργασία λόγω της μειωμένης όρασής του και αναγκάστηκε να ζει με το πενιχρό επίδομα ανεργίας. Το 1927 έφυγε από το σπίτι της αδελφής του, με την οποία λογομαχούσαν συνεχώς, και πήγε να ζήσει στο Λέιντεν. Εκεί έμαθε τα στοιχειώδη γερμανικά και δημιούργησε το "Σπίτι του Λένιν", όπου οργάνωνε πολιτικές συναντήσεις. Το όνειρό του ήταν να μεταβεί για να ζήσει στη Σοβιετική Ένωση, αλλά δεν είχε χρήματα για το εισιτήριό του. Αποφάσισε να πάει με όποιο μέσο έβρισκε, καταφέρνοντας να φθάσει ως την Πολωνία, απ' όπου ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής. Στις 18 Φεβρουαρίου 1933 έφθασε στο Βερολίνο, όπου βρήκε τους Ναζί να κυριαρχούν και τις αριστερές πολιτικές δυνάμεις να καταπιέζονται σε τεράστιο βαθμό. Σκέφθηκε πως είχε έρθει η ώρα για τους άνεργους και τους εγκαταλειμμένους στην τύχη τους να αντιδράσουν και άρχισε να διαμαρτύρεται κατά της αστικής τάξης και την καταπίεση που ασκούσε κατά της εργατικής τάξης. Διαπίστωσε, με μεγάλη απογοήτευση, ότι η εργατική τάξη βρισκόταν σε φάση πλήρους απάθειας. Πιστεύοντας - από την εποχή που βρέθηκε στην IKG - πως η πράξη ήταν ο καλύτερος τρόπος, επέλεξε τους εμπρησμούς δημοσίων κτηρίων, θέλοντας να αποδείξει πως οι εστίες του καθεστώτος κάθε άλλο παρά απρόσβλητες ήταν από τη μαζική λαϊκή δράση. Στις 25 Φεβρουαρίου προσπάθησε να βάλει φωτιά σε ένα προνοιακό κατάστημα του προαστίου Νόικελν (Neukölln) στο Βερολίνο, ύστερα στο Δημαρχείο του προαστίου και στο παλαιό βασιλικό ανάκτορο. Όλες του οι προσπάθειες ήταν άκαρπες, αφού ανακαλύφθηκε έγκαιρα και τα γεγονότα μόλις που αναφέρθηκαν στον τοπικό τύπο. Αποφάσισε να κάνει κάτι πολύ περισσότερο θεαματικό: Να πυρπολήσει το Ράιχσταγκ.[3]

Εμπρησμός του Ράιχσταγκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 27 Φεβρουαρίου 1933 ο βαν ντερ Λούμπε, ξοδεύοντας τα τελευταία του χρήματα, εφοδιάστηκε με σπίρτα και αναπτήρες και εισέδυσε στο κτήριο του Ράιχσταγκ. Σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς που αφηγούνται το γεγονός, ο νεαρός προσπάθησε πρώτα να βάλει φωτιά σε εξοπλισμό του εστιατορίου που υπήρχε στο κτήριο και, όταν απέτυχε, προχώρησε προς την αίθουσα συνεδριάσεων, όπου έβαλε φωτιά στις βαριές κουρτίνες.
Σύμφωνα με άλλους συγγραφείς ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ ήταν έργο των ίδιων των Ναζί, για τους οποίους η παρουσία του βαν ντερ Λούμπε αποτέλεσε "θείο δώρο": Ο Ουίλιαμ Σίρερ στο έργο του "Η Άνοδος και η Πτώση του Τρίτου Ράιχ" αναφέρει ότι πιθανόν η αλήθεια για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ δεν πρόκειται να αποκαλυφθεί ποτέ, καθώς όλοι οι εμπλεκόμενοι είναι πλέον νεκροί και το θέμα δεν έγινε δυνατό να αποσαφηνιστεί πλήρως ούτε στη Δίκη της Νυρεμβέργης. Ωστόσο, αναφέρει ότι σε μια συζήτηση στην οποία παραβρέθηκε το 1942 με τον Χίτλερ και τον Γκέρινγκ παρόντες, όταν τέθηκε το θέμα σχετικά με την καλλιτεχνική αξία του κτηρίου και των περιεχομένων του, ο Γκέρινγκ αναφώνησε: "Εμένα να ρωτήσετε για το Ράιχσταγκ, το ξέρω καλά γιατί εγώ το πυρπόλησα".[4] Σύμφωνα με τον Σίρερ το Ράιχσταγκ επικοινωνούσε με το ανάκτορο όπου διέμενε τότε ο Γκέρινγκ με έναν υπόγειο διάδρομο, απ' όπου περνούσαν οι σωληνώσεις της κεντρικής θέρμανσης. Από εκεί πέρασαν οι άνδρες της SA με βενζίνη και εύφλεκτα υλικά για να προβούν στον εμπρησμό. Η ανεύρεση του φαν ντερ Λούμπε (που αναφέρεται ως "πνευματικά καθυστερημένος" τόσο από τον Σίρερ όσο και από Γερμανούς προπαγανδιστές[5] υπήρξε για τους Ναζί θείο δώρο: Συνέλαβαν τον φαν ντερ Λούμπε με όλο τον εξοπλισμό του (σπίρτα και αναπτήρες). Ο Γκέρινγκ, που συναντήθηκε με τον Χίτλερ και τον Γιόζεφ Γκέμπελς έξω από το φλεγόμενο κτήριο, φώναζε στον τότε επικεφαλής της Πρωσικής Αστυνομίας Ρούντολφ Ντιλς: "Πρόκειται για κομμουνιστική συνωμοσία! Πρέπει να συλλάβετε όλους τους Κομμουνιστές πριν κάνουν κι άλλα για να αποσταθεροποιήσουν το καθεστώς". Ο φαν ντερ Λούμπε συνελήφθη, όπως ήταν φυσικό, αλλά ο Γκέρινγκ αρνήθηκε να πιστέψει πως έδρασε μόνος του και διέταξε να συλληφθούν και άλλοι κομμουνιστές ως συνεργοί, έστω και αν δεν ήταν παρόντες.[2] Συνελήφθησαν τέσσερα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας, ανάμεσα στους οποίους και ο Γκεόργκι Δημητρόφ. Με παραίνεση του Γκέρινγκ παραπέμφθηκαν να δικαστούν από το Ανώτατο Γερμανικό Δικαστήριο στην Λειψία.

Το θέμα έλαβε τεράστιες διαστάσεις στο εξωτερικό και η δίκη καλύφθηκε από 120 δημοσιογράφους παρόντες στο Δικαστήριο. Στη δίκη αυτή ο Δημητρόφ εξελίχθηκε σε κεντρική φυσιογνωμία, καθώς κατάφερε να ανατρέψει όλα τα επιχειρήματα του τότε Υπουργού Εσωτερικών της Πρωσίας Γκέρινγκ, ο οποίος χάνοντας την ψυχραιμία του φώναξε εμπρός στο Δικαστήριο: "Δεν ήρθα εδώ για να με κατηγορείς εσύ! Σε ό,τι με αφορά, είσαι ένα κακοποιό στοιχείο, που έπρεπε να είχε καταλήξει στην αγχόνη εδώ και καιρό!", πράγμα που ανάγκασε τους δικαστές να τον ανακαλέσουν στην τάξη. Η δίκη απογοήτευσε πικρά τους Ναζί, καθώς αποδείχτηκε μέγα προπαγανδιστικό φιάσκο: Οι τέσσερις από τους πέντε κατηγορουμένους αθωώθηκαν. Καταδικάστηκε, ωστόσο, σε θάνατο με απαγχονισμό ο Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε.[6] Η ποινή του εκτελέστηκε στην Λειψία στις 10 Ιανουαρίου 1934.

Συνέπειες του εμπρησμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ ήταν παταγώδης αποτυχία της ναζιστικής προπαγάνδας στο εξωτερικό. Στο εσωτερικό, όμως, είχε καταλυτική επίδραση: Ο προπαγανδιστής συγγραφέας του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος Βίλι Μίρτσενμπεργκ (Willi Mürtzenberg) εξέδωσε το 1933 το "Καφέ Βιβλίο για την πυρκαϊά του Ράιχσταγκ" (Braunbuch über den Reichstagbrand) στο οποίο ισχυριζόταν ότι ο Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε ήταν ένα πνευματικά καθυστερημένο άτομο, όργανο της Ναζιστικής προπαγάνδας. Η υποτιμητική αυτή ερμηνεία υποστηρίχθηκε επίσης από το Ολλανδικό Κομμουνιστικό Κόμμα, πυροδότησε όμως σφοδρή αντιπαράθεση στους ολλανδικούς κύκλους, καθώς ο συγγραφέας Μάουριτς Ντέκερ (Maurits Dekker) και άλλοι εξέδωσαν σε απάντηση το "Κόκκινο βιβλίο" (Roodbook) και σύντομα στη διαμάχη ενεπλάκησαν ηγετικές φυσιογνωμίες της Ολλανδικής διανόησης της εποχής, όπως οι Jef Last, Theun de Vries, Menno ter Braak, Jan Greshoff και ο γνωστότερος όλων, Βίλεμ Έλσοτ (Willem Elsschot), που συνέθεσε μάλιστα και ένα μικρό ποίημα για τον φαν ντερ Λούμπε.[5]

Ο Χίτλερ φρόντισε να εκμεταλλευτεί κατάλληλα το γεγονός[7]: Στις εκλογές που έγιναν μια εβδομάδα μετά τον εμπρησμό (Μάρτιος 1933) κατόρθωσε να κηρύξει παράνομη την εκλογή των ογδονταενός νόμιμα εκλεγμένων αντιπροσώπων του KPD (Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος) και να λάβει υπερεξουσίες με τον «Εξουσιοδοτικό νόμο» (Ermächtigungsgesetz).[6] Η μόνη αντίδραση στο Νόμο αυτό στο "ελλιπές" κοινοβούλιο προήλθε από το Σοσιαλιστικό κόμμα και τους 94 αντιπροσώπους του. Η επικράτηση των Εθνικοσοσιαλιστών στην Γερμανία είναι πλέον ολοκληρωτική.

Η αποκατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο του φαν ντερ Λούμπε στο Südfriedhof της Λειψίας

Εβδομηνταπέντε χρόνια ύστερα από την εκτέλεσή του, ο βαν ντερ Λούμπε αποκαταστάθηκε, καθώς ο Ομοσπονδιακός νόμος του 1998 έδινε αυτή τη δυνατότητα σε όλα τα θύματα που είχαν καταδικαστεί από ναζιστικά δικαστήρια. Η δημόσια κατήγορος Μόνικα Χαρμς (Monika Harms) απάλλαξε από τις κατηγορίες τον βαν ντερ Λούμπε, χωρίς όμως να δώσει και το δικαίωμα αποζημίωσης στους απογόνους του. Η συμμετοχή του βαν ντερ Λούμπε στον εμπρησμό ήταν εμφανής, αλλά αν έδρασε μόνος του ή με συνεργάτες αποτελεί ακόμη αντικείμενο διαμάχης των ιστορικών της εποχής. Είχαν, ωστόσο, προηγηθεί ορισμένες περίεργες σχετικές δικαστικές αποφάσεις: Το 1967 δικαστήριο του Βερολίνου μετέτρεψε την ποινή του (εκτελεσθέντος) βαν ντερ Λούμπε σε οκταετή φυλάκιση και, το 1980, το ίδιο δικαστήριο εξέδωσε απαλλακτική απόφαση για την ίδια υπόθεση, η οποία όμως αργότερα αναθεωρήθηκε από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο. Το 1981 άλλο δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση βασιζόμενο στο γεγονός ότι ο βαν ντερ Λούμπε ήταν πνευματικά διαταραγμένος, αλλά υποστηρικτές της οριστικής απαλλαγής του προκάλεσαν την τελική απόφαση βασιζόμενοι στο γεγονός ότι ο βαν ντερ Λούμπε είχε καταδικαστεί από δικαστήριο που έλεγχαν οι Ναζί.[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα