Μαρίγια Γκιμπούτας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Η Μαρίγια Γκιμπούτας δίπλα στον λίθο (Kerbstone) 52, στην Ιρλανδία, Σεπτέμβριος 1989.

Η Μαρίγια Γκιμπούτας (Βίλνιους, Λιθουανία 23 Ιανουαρίου, 1921 - Λος Άντζελες 2 Φεβρουαρίου, 1994) υπήρξε εξέχουσα μορφή της αρχαιολογίας, κυρίως για την έρευνά της τόσο στους νεολιθικούς πολιτισμούς όσο και εκείνους της εποχής του Χαλκού, οι οποίοι κατά την άποψή της συνέθεταν τον "αρχαίο ευρωπαϊκό πολιτισμό", όρο που η ίδια εισήγαγε σε έργα της που δημοσεύθηκαν μεταξύ του 1946 και του 1971 και άνοιξαν νέους δρόμους στην αρχαιολογία συνδυάζοντας τον παραδοσιακό τρόπο έρευνας με τη γλωσσολογία και τη μυθολογία.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθηγήτρια της Αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας από το 1963 έως το 1989, ερεύνησε και δημοσίευσε ένα σημαντικό αριθμό αρχαιολογικών ευρημάτων, ενώ παράλληλα έσκαψε βαθύτερα από οποιονδήποτε άλλο στην προσπάθειά της να ανασύρει στην επιφάνεια σημαντικό αριθμό αντικειμένων τέχνης και καθημερινής ζωής των νεολιθικών πολιτισμών της Ευρώπης.

Η Μαρίγια Γκιμπούτας κέρδισε παγκόσμια φήμη ως ειδική της Ινδοευρωπαϊκής Εποχής του Χαλκού και της λαϊκής τέχνης της Λιθουανίας και της προϊστορίας της Βαλτικής και των Σλάβων, έτσι όπως τη συνόψισε στο Πολιτισμοί της εποχής του Χαλκού της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (1965). Μεγάλη αναταραχή προκάλεσε με τα τρία τελευταία της βιβλία: Οι Θεές και οι Θεοί της αρχαίας Ευρώπης (1974), Η Γλώσσα της Θεάς (1989) και το τελευταίο της βιβλίο Ο Πολιτισμός της Θεάς (1991), στο οποίο παρουσίασε μια επισκόπηση των θεωριών της για τους νεολιθικούς πολιτισμούς της Ευρώπης: αρχιτεκτονικά πρότυπα, κοινωνική δομή, τέχνη, θρησκεία, και ερμηνεία γραπτών πηγών. Έδωσε έμφαση στην άποψη ότι υπήρξε σημαντική διαφορά ανάμεσα στο αρχαίο μητριαρχικό σύστημα -εστιασμένο στη λατρεία της Μητέρας Θεάς- και τα πατριαρχικά πολιτισμικά στοιχεία της Ινδοευρωπαϊκής κουλτούρας, τα οποία διαμόρφωσαν τις κλασικές ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Στο έργο της η Γκιμπούτας επανερμήνευσε της ευρωπαϊκή προϊστορία στο φως στην γλωσσολογικής έρευνας, της εθνολογίας, και της ιστορίας των θρησκειών και προκάλεσε τις παραδοσιακές απόψεις για τις απαρχές του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ο Τζόζεφ Κάμπελ και ο Άσλεϊ Μόνταγκιου, ο καθένας με τον τρόπο του, εξέφρασαν τις απόψεις τους για τη θεωρία της Γκιμπουτάς σε ό,τι αφορά στη Στήλη της Ροζέττας και την αποκρυπτογράφηση των αιγυπτιακών ιερογλυφικών.

Η Τζόαν Μάρλερ έγραψε επί του θέματος, «Αν και δεν είναι απολύτως παρδεκτή από το κυρίαρχο ρεύμα της αρχαιολογίας, στην προσπάθειά της για την ερμηνεία της ιδεολογίας των προϊστορικών κοινωνιών, έγινε φανερό στην Μαρίγια ότι κάθε όψη της ζωής των αρχαίων Ευρωπαίων εξέφραζε ένα είδος θρησκευτικού συμβολισμού. Αφιερώθηκε, λοιπόν, σε μια εξαντλητική μελέτη των νεολιθικών εικόνων και συμβόλων για ν' αποκαλύψει την κοινωνική και μυθολογική τους σημασία. Για να το επιτύχει αυτό, ήταν απαραίτητο να διευρύνει τους ορίζοντες της περιγραφικής αρχαιολογίας περιλαμβάνοντας την γλωσσολογία, τη μυθολογία, τη συγκριτική θρησκειολογία και τη μελέτη των ιστορικών αρχείων. Αποκάλεσε τούτη τη διεπιστημονική προσέγγιση αρχαιομυθολογία».

Η Μαρίγια Γκιμπούτας έφθασε στις Η.Π.Α. ως πρόσφυγας από Λιθουανία το 1949 μετά το διδακτορικό της στην αρχαιολογία το 1946 στο πανεπιστήμιο του Τύμπιγκεν, αν και ποτέ δεν ξέχασε την λιθουανική κληρονομιά της. Ξεκίνησε αμέσως να μεταφράζει στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ ανατολικοευρωπαϊκά αρχαιολογικά κείμενα, και έγινε λέκτωρ στο τμήμα της Ανθρωπολογίας. Το 1955 έγινε μέλος του Μουσείου Πήμποντυ στο Χάρβαρντ.

Το 1956 η Γκιμπούτας εισήγαγε την Υπόθεση Κούργκαν συνδυάζοντας την αρχαιολογία των περίφημων τύμβων (ρωσικά Κούργκαν) με γλωσσολογικά στοιχεία, προκειμένου να επιλύσει το πρόβλημα των πρωτο-ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, υποθέτοντας την ύπαρξη λαών, τους οποίους ονόμασε 'λαούς των Κούργκαν' (κατασκευαστές τύμβων) και προσπάθησε ν' ανιχνεύσει την πορεία των μεταναστεύσεών τους στην Ευρώπη. Παρόλο που η υπόθεσή της αμφισβητήθηκε, ηγεφύρωση που επεχείρησε ανάμεσα στις δύο επιστήμες θεωρείται πρωτοποριακή και είχε σημαντικό αντίκτυπο στην υπόθεση Ινδοευρωπαϊκοί λαοί. Ανάμεσα στα έτη 1967 και 1980 διεξήγαγε σημαντικές συστηματικές ανασκαφές σε πολλούς αρχαιολογικούς τόπους της Νεολιθικής περιόδου στην ΝΑ Ευρώπη.

Οι θεωρίες της Γκιμπούτας έγιναν αποδεκτές από ένα σημαντικό αριθμό συγγραφέων του νεοπαγανιστικού ρεύματος, αλλά υπέστησαν και έντονη κριτική -ιδιαίτερα οι απόψεις της για τα θηλυκά ειδώλια- από τους αρχαιολόγους όπως ο Άντριου Φλέμινγκ (Andrew Fleming) [1], «Ο Μύθος της Μητέρας-Θεάς», (World Archaeology 1969) και ο Πήτερ Ούκο (Peter Ucko) [2] ο οποίος θεώρησε ότι τα ειδώλια της γονιμότητας ήταν απλά νεολιθικές κούκλες.

Ωστόσο, αντίθετα από τους ενθουσιαστικούς οπαδούς της, η ίδια ποτέ δεν ταύτισε τις ποικίλες και σύνθετες θηλυκές εικόνες της Παλαιολιθικής και Νεολιθικής με μία μοναδική και παγκόσμια Μητέρα-Θεά. Αντίθετα, αναγνώρισε μια ποικιλία εικόνων θηλυκών θεοτήτων: η θεά φίδι, η θεά μέλισσα, η θεά πτηνό, η θεά όρος, η Δέσποινα των Ζώων κ.λπ. Τη σοβαρότερη, όμως αντίσταση συνάντησε στην προσπάθειά της να αποκρυπτογραφήσει τα σύμβολα της Νεολιθικής ως ιδεογράμματα, στο Η Γλώσσα της Θεάς (1989).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Marija Gimbutas της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).