Μακρυπτέρυγος τόνος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μακρυπτέρυγος τόνος
Thunnus alalunga.png
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 NT el.svg
Προ Απειλής (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Ακτινοπτερύγιοι (Actinopterygii)
Τάξη: Περκόμορφα (Perciformes)
Οικογένεια: Σκομβρίδες (Scombridae)
Γένος: Θύννος (Thunnus)
Είδος: T. alalunga
Διώνυμο
Thunnus alalunga
Μπονατέρ, 1788

Ο μακρυπτερύγος τόνος (επιστημονική ονομασία: Thunnus alalunga) είναι είδος τόνου. Αποκαλείται επίσης μακρόπτερος τόνος, τόνος αλμπακόρ, όρκυνος, τονάκι ή απλά τόνος. Ανήκει στην οικογένεια των Σκομβριδών. Απαντάται σε όλες τις τροπικές και εύκρατες θάλασσες, συμπεριλαμβανομένης της Μεσογείου. Φτάνει σε μήκος τα 140 εκατοστά και βάρος τα 60 κιλά. Είναι οικονομικά σημαντικό ψάρι, με μέχρι και 285.000 τόνους μακρυπτέρυγων τόνων να αλιεύονται ετησίως. Ψαρεύεται με καλάμι, παραγάδι και με τράτες.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι ένα από τα μικρότερα είδη τόνου. Το συνηθισμένο μήκος του μακρόπτερου τόνου είναι ένα μέτρο και έχει βάρος κατά μέσο όρο περίπου 20 κιλά, αλλά έχουν μετρηθεί και ψάρια με μήκος 140 εκατοστά και με μέγιστο δημοσιευμένο βάρος 60,3 κιλά. Το σώμα είναι επίμηκες, κυλινδρικό και εύρωστο, με τη μέγιστη περιφέρεια στο μέσο του ψαριού. Τα θωρακικά πτερύγια του μακρυπτέρυγου τόνου είναι μακριά και φτάνουν και το 30% του μήκους του σώματος σε ψάρια μεγαλύτερα του μισού μέτρου. Συχνά συγχέεται με τους νεαρούς μεγαλόφθαλμους τόνους (Thunnus obesus), οι οποίοι έχουν μακριά πτερύγια, όμως με στρογγυλεμένες άκρες. Το πρώτο πτερύγιο φέρει 11 με 14 άκανθες, με τις πρόσθιες αρκετά μεγαλύτερες από τις οπίσθιες, δίνοντας στο πτερύγιο κοίλη εμφάνιση. Το δεύτερο ραχιαίο πτερύγιο αρχίζει αμέσως πίσω από το πρώτο και είναι εμφανώς μικρότερο από το πρώτο. Το ουριαίο πτερύγιο είναι ημισεληνοειδές και σχετικά κοντό και πλατύ. Δε φέρει εδρικές άκανθες, αλλά έχει 11 με 16 εδρικά μαλακά πτερύγια. Έχει μικρά κυκλικά λέπια.

Το χρώμα του στη ράχη είναι σκούρο μεταλλικό μπλε ενώ στη κοιλιά έχει μεταλλικό άσπρο χρώμα. Ανάμεσά τους και στις δύο πλευρές, τα ζωντανά ψάρια έχουν μια δυσδιάκριτη μπλε γραμμή. Το πρώτο ραχιαίο πτερύγιο είναι βαθύ κίτρινο και το δεύτερο ραχιαίο μαζί με τα εδρικά πτερύγια είναι ανοικτά κίτρινα.

Ενδιαίτημα και κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι είδος επιπελαγικό και μεσοπελαγικό ωκεάνιο, το οποίο ζει σε εύκρατα και τροπικά νερά με θερμοκρασία από 15,6° μέχρι 19,4°C, ενώ τα μεγαλύτερα ψάρια αντέχουν σε μεγαλύτερο εύρος θερμοκρασιών, από 13,5° έως 25,2°C. Η κατανομή τους είναι σε όλους τους ωκεανούς στο κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Μεσογείου, από 45 με 50 μοίρες βόρεια μέχρι 30 με 40 μοίρες νότια, αλλά αποφεύγουν τα επιφανειακά ύδατα στους τροπικούς. Τα ψάρια είναι σχεδόν χωρισμένα σε δύο πληθυσμούς, τόσο στον Ειρηνικό όσο και στον Ατλαντικό και η αλληλεπίδραση στα θερμά νερά του ισημερινού είναι σπάνια. Όσον αφορά το βάθος, ζουν από την επιφάνεια μέχρι σε βάθος 450 μέτρων, αλλά στον Ατλαντικό υπολογίζεται ότι μπορεί να ζουν σε βάθος μέχρι 600 μέτρων.

Βιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος συνήθως βρίσκεται μαζί με άλλα είδη τόνου, όπως ο κιτρινόπτερος τόνος, ενώ είναι γνωστό οτι συγκεντρώνεται σε περιοχές με θερμική ασυνέχεια. Σε αυτά τα σημεία είναι που αλιεύονται και οι περισσότεροι μακρυπτέρυγοι τόνοι. Τρέφονται με άλλα ψάρια (κυρίως κοπάδια από αντζούγιες, σαρδέλες και σκουμπριά), καρκινοειδή και καλαμάρια. Είναι γνωστό ότι οι μακρυπτέρυγοι τόνοι μεταναστεύουν. Οι μεταναστεύσεις τους είναι από τις μεγαλύτερες στον κόσμο των ψαριών. Αυτές οι μεταναστεύσεις συμβαίνουν εντός νερών με παρόμοια θερμοκρασία και συγκέντρωση με οξυγόνο, και έτσι, ενώ είναι σύνηθες τα ψάρια να μετακινούνται από τη Μεσόγειο στις ακτές της βόρειας Αμερικής, σπάνια τα ψάρια αυτά θα μεταναστεύσουν από τον βόρειο στο νότιο Ατλαντικό. Τα αίτια αυτών των μεταναστεύσεων δεν είναι ακόμη γνωστά, αν και έχουν προταθεί διάφορα αντικρουόμενα μοντέλα, ενώ άγνωστες παραμένουν οι μεταναστευτικές διαδρομές. Συνήθως σχηματίζουν κοπάδια. Τα ψάρια φτάνουν σε σεξουαλική ωριμότητα όταν έχουν μήκος 90 εκατοστά και η μέγιστη καταγεγραμμένη ηλικία τους είναι 9 χρόνια.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Colette , B. et al (2011). Thunnus alalunga στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 12 Μαρτίου 2014.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]